Γράφει:
ο Ευθύμιος Λέκκας, Καθηγητής Γεωλογίας, Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Από την δεκαετία του ’50 άρχισε μία σταδιακή αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη, η οποία αποδίδεται στις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Πολλοί επιστήμονες αιτιολογούν αυτή την άνοδο της θερμοκρασίας με την αύξηση της εκπομπής του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα και εκτιμούν ότι θα προκαλέσει λιώσιμο των πάγων και άνοδο του επιπέδου της θάλασσας με αποτέλεσμα την κάλυψη των εύφορων πεδινών παράκτιων περιοχών, την επέκταση της ερημοποίησης, κ.α. Οι αλλαγές αυτές είναι δυνατό να επιφέρουν σημαντικές ανατροπές στην εύθραυστη παγκόσμια κοινωνική και οικονομική ισορροπία και να αποβούν μοιραίες για το ανθρώπινο γένος.

Κατά πόσο όμως όλη αυτή η διαδικασία της επιταχυνόμενης αλλαγής στις κλιματικές συνθήκες οφείλεται στις ανθρώπινες δραστηριότητες με κυρίαρχη αυτή της εκπομπής του διοξειδίου του άνθρακα ή σε άλλες διαδικασίες πολύ πιο ισχυρές από την ανθρώπινη δύναμη – παρέμβαση; Διαδικασίες, δηλαδή, που αφορούν, αφενός τον ίδιο τον πλανήτη και τις γεωδυναμικές διεργασίες στο εσωτερικό και στην επιφάνειά του και, αφετέρου, το πλανητικό σύστημα και φαινόμενα τα οποία εξελίσσονται με μία αρμονική διαδικασία στο σύμπαν.
Είναι σαφές ότι οι κλιματικές αλλαγές είναι στενά συνδεδεμένες με την εξέλιξη του πλανήτη, όπως και με την εξέλιξη της ζωής σε αυτόν. Σύμφωνα με έγκυρες επιστημονικές μελέτες οι πάγοι προφύλαξαν τη ζωή στον πλανήτη όταν αυτή ήταν σε κυτταρική μορφή, κατά την διάρκεια μεγάλων γεωτεκτονικών ανακατατάξεων και φυσικών καταστροφών.

Οι πρώτοι επιστημονικά γνωστοί πάγοι δημιουργήθηκαν πριν περίπου 2700 έως 1800 εκατομμύρια χρόνια. Στη συνέχεια η Γη παρέμεινε θερμή χωρίς μόνιμους και εκτεταμένους πάγους μέχρι πριν 950 εκατομμύρια χρόνια περίπου. Στα τέλη της Προκάμβριου περιόδου εκδηλώθηκαν τουλάχιστον 3 παγετώδεις περίοδοι, διάρκειας περίπου 100 εκατομμυρίων χρόνων η κάθε μία, κατά τις οποίες όμως οι πάγοι δεν κάλυπταν ολόκληρη την έκταση του πλανήτη.
Ακολούθησε βελτίωση του κλίματος της Γης και συγκεκριμένα, το κλίμα κατά την περίοδο του Παλαιοζωικού (570 έως 225 εκατομμύρια χρόνια πριν) ήταν γενικά ζεστό, παρόμοιο με το σημερινό αλλά ίσως ξηρότερο, μέχρι το Λιθανθρακοφόρο οπότε έγινε ψυχρότερο και υγρότερο καταλήγοντας στην μακρά Περμο-Λιθανθρακοφόρο παγετώδη περίοδο, πριν περίπου 330 έως 250 εκατομμύρια χρόνια.

Στη διάρκεια του Μεσοζωικού (265 έως 65 εκατομμύρια χρόνια πριν) οι κλιματικές συνθήκες ήταν γενικά θερμές, με θερμοκρασίες από 10ο έως 20ο C στους πόλους και 25ο έως 30ο C στον Ισημερινό. Οι συνθήκες αυτές επικράτησαν για 200 εκατομμύρια χρόνια και στα τέλη του Μεσοζωικού, πριν περίπου 65 εκατομμύρια χρόνια, ξεκίνησε μία νέα μακρά περίοδος ψύχους, με αποκορύφωμα στο όριο Ηωκαίνου – Ολιγοκαίνου (38 εκατομμύρια χρόνια πριν), στο οποίο, μέσα σε 100.000 χρόνια η θερμοκρασία των ωκεανών έπεσε από 3ο έως 5ο C, ενώ των επιφανειακών υδάτων σε μικρά γεωγραφικά πλάτη κατά 10ο C. Την εποχή αυτή άρχισαν να δημιουργούνται οι πάγοι της Ανταρκτικής.

Στη συνέχεια πριν 25 εκατομμύρια χρόνια σημειώθηκε ταχεία παγκόσμια ψύξη, στη διάρκεια της οποίας ουσιαστικά ολοκληρώθηκε ο σχηματισμός των παγετωδών ορέων της Ανταρκτικής, ενώ κατά την επόμενη περίοδο ψύξης, πριν περίπου 15 εκατομμύρια χρόνια, ξεκίνησε ο σχηματισμός των πάγων στο βόρειο ημισφαίριο.

Τα τελευταία 2 εκατομμύρια χρόνια χαρακτηρίζονται από μία σειρά ταχέων εναλλαγών μεταξύ ψυχρών και θερμών περιόδων με την εκδήλωση τουλάχιστον 4 σημαντικών περιόδων ψύχους, ενώ μόνο στην Ευρώπη έχουν αναγνωριστεί τουλάχιστον 17 μικροί παγεωτώδεις-μεσοπαγετώδεις κύκλοι.

Πριν 85.000 χρόνια σημειώθηκε ο τελευταίος σημαντικός παγετός, κατά τον οποίο τεράστια στρώματα πάγου σχηματίσθηκαν σε διάρκεια μικρότερη των 10.000 χρόνων. Πριν 18.000 χρόνια έφτασε στο αποκορύφωμά του με τη στάθμη της θάλασσας να βρίσκεται τουλάχιστον 85 μέτρα χαμηλότερα από τη σημερινή και την έκταση των ωκεανών να έχει συρρικνωθεί σημαντικά. Η μέση παγκόσμια θερμοκρασία των ωκεανών αυτή την περίοδο ήταν περίπου 3ο C χαμηλότερη από τη σημερινή, ενώ του αέρα περίπου 5ο C χαμηλότερη.

Η θερμοκρασία του βόρειου Ατλαντικού ωκεανού άρχισε να αυξάνει ξανά περίπου 16.000 έως 7.000 χρόνια πριν. Στο διάστημα αυτό μεγάλο μέρος των στρωμάτων πάγου που είχε σχηματιστεί κατά την προγενέστερη παγετώδη περίοδο έλιωσε και εξαφανίστηκε.
Το κλιματικό μέγιστο σημειώθηκε στη διάρκεια 6.000 έως 3.000π.Χ. με τη θερμοκρασία τους θερινούς μήνες να είναι 2ο C υψηλότερη από τη σημερινή. Στη συνέχεια ακολούθησε περίοδος ψύξης, η οποία διήρκησε μέχρι το 500π.Χ.

Στους Ρωμαϊκούς χρόνους η Ευρώπη, σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, άρχισε να θερμαίνεται σημειώνοντας μέγιστο κατά το 1200μ.Χ., ενώ τον Μεσαίωνα ξεκίνησε νέα περίοδος ψύξης με μέγιστη ένταση στα τέλη του 17ου αιώνα (Μικρός Παγετώνας) η οποία επηρέασε ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο. Ακολούθησε αύξηση της θερμοκρασία για τους επόμενους αιώνες με μέγιστες μεταβολές να σημειώνονται από τις αρχές του 20ου αιώνα.

Με γεωλογική προσέγγιση παρατηρείται μία αέναη εναλλαγή ψυχρών και θερμών μάκρο-εποχών οι οποίες εμπεριέχουν πολλούς μικρότερους χρονικούς κύκλους κλιματικών αλλαγών.
Μύθος λοιπόν ή πραγματικότητα η αύξηση της θερμοκρασίας, από τις εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα, και η επακόλουθη ανησυχία; Υπάρχουν κέντρα, ή καλύτερα συμφέροντα, σε παγκόσμιο επίπεδο τα οποία μεγεθύνουν το πρόβλημα και σίγουρα ορισμένοι επιστημονικοί και τεχνικοί κλάδοι ευνοούνται από αυτή την παγκόσμια ανησυχία.

Στον αντίποδα άλλοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η κλιματική αλλαγή ελάχιστα επηρεάζεται από το εκπεμπόμενο διοξείδιο του άνθρακα αλλά καθοριστική για αυτή είναι οι φυσικές διεργασίες του ίδιου του πλανήτη όπως η ροή της γήινης θερμότητας στο εσωτερικό του, η αρμονική απόκλιση του άξονα της Γης, οι ηλιακές εκρήξεις, κ.α. που δεν μπορούμε να επηρεάσουμε, να αλλάξουμε ή να τροποποιήσουμε. Επιπλέον τονίζουν ότι τα δεδομένα λίγων δεκαετιών τα οποία διαθέτουμε είναι μία σταγόνα στον ωκεανό των δεδομένων της κλιματικής αλλαγής τα οποία πρέπει να εξεταστούν, ώστε να είναι δυνατή η επιστημονική προσέγγιση της εξέλιξης του κλίματος του πλανήτη.

Συμπερασματικά γνωρίζουμε πολύ λίγα για τις εξελισσόμενες διεργασίες, τόσο στο εσωτερικό και στην επιφάνεια του πλανήτη όσο και έξω από αυτόν. Οι ανθρώπινες δυσοίωνες εκτιμήσεις μπορεί να δείχνουν ορθές αλλά ακόμη δεν έχουμε την απάντηση της φύσης και των φυσικών φαινομένων. Δυστυχώς ή ευτυχώς το τελευταίο λόγο δεν τον έχουμε εμείς!