Γράφει ο
Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Έφορος Αρχαιοτήτων Ε.Τ.


Το Λίνον το χρησιμώτατον (Linum usitatissimum), το οποίον είναι κοινώς γνωστόν ως λινάρι, είναι είδος φυτού, που ανήκει στο γένος Λίνον (Linum), της οικογενείας Λινίδες (Linaceae), το οποίον περιλαμβάνει περίπου διακόσια τριάντα (230) είδη, ιθαγενή των ευκράτων και των παρατροπικών περιοχών της γης.

Σπουδαιότερο από αυτά είναι το Λίνον το χρησιμώτατον (Linum usitatissimum), το οποίο καλλιεργείται από αρχαιοτάτων χρόνων για τις ίνες του, με τις οποίες υφαίνονται τα λινά υφάσματα. Επίσης από τα σπέρματα αυτού παράγεται έλαιο, το γνωστό λινέλαιο, το οποίο χρησιμοποιείται στην βιομηχανία των χρωμάτων και στη φαρμακευτική, επειδή έχει φαρμακευτικές ιδιότητες.

Το Λίνον το χρησιμώτατον είναι πόα μονοετής, με βλαστό όρθιο (ύψους 0,50-0,80 μ. περίπου) και άνθη κυανόχρωμα. Έχει φύλλα απλά, στενά, γραμμοειδή-λογχοειδή, άμυσλα, τα οποία πίπτουν βαθμιαίως, καθώς ωριμάζει το φυτό. Η ρίζα είναι πασσαλώδης και επιμήκης και το στέλεχος όρθιο, απλό ή ελαφρώς διακλαδιζόμενο. Τα άνθη φέρουν πέντε (5) πέταλα και σχηματίζουν επάκριους κορύμβους.

Ο καρπός είναι κάψα σφαιρική και περιέχει τα σπέρματα, τα οποία είναι γυαλιστερά, ωοειδή, πεπιεσμένα, καστανοκίτρινα. Το εξωτερικό του στρώμα είναι ιξώδες και διογκώνεται έντονα στο νερό. Το λινάρι σπείρεται το φθινόπωρο και συλλέγεται στην αρχή του θέρους. Εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθουν οι ίνες του, τα φυτά συλλέγονται πριν ωριμάσει ο καρπός, όταν τα 2/3 των φύλλων είναι κίτρινα.

Τα κομμένα φυτά ξεραίνονται στον αέρα, απομακρύνονται τα σπέρματα και οι βλαστοί τοποθετούνται για περίπου σαράντα (40) ημέρες σε νερό, για να υποστούν ζύμωση. Οι ίνες, οι οποίες είναι ανθεκτικά στοιχεία δεν αλλοιώνονται, αλλοιώνεται όμως ο φλοιός των βλαστών και έτσι στη συνέχεια αποχωρίζονται οι ίνες από τους φλοιούς, υφίστανται κατάλληλη επεξεργασία και χρησιμεύουν για την ύφανση και την παραγωγή λινών υφασμάτων.
Εάν το λινάρι καλλιεργείται για τον σπότο του, τότε τα φυτά ξερριζώνονται ή θερίζονται, όταν είναι τελείως ώριμα, έχουν πέσει τα φύλλα και οι καρποί έχουν ωριμάσει.
ʼλλα είδη λιναριού είναι:

α) Λίνον το δενδροειδές (Linum arboreum)
β) Λίνον το καμπανικόν (Linum campanulatum)
γ) Λίνον το κεφαλωτόν (Linum capitatum)
δ) Λίνον το ξανθόν (Linum flarum)
ε) Λίνον το μεγανθές (Linum grandiflorum)
στ) Λίνον το ναρβωνιτικόν (Linum mardonense)
ζ) Λίνον το ετήσιον (Linum perenne)
η) Λίνον το σιβηρικόν (Linum sibiricum)

Το λινάρι απαντά ως αυτοφυές σε ολόκληρη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στα Δωδεκάνησα και την Κρήτη. Τα αυτοφυή είδη του Λίνου της ελληνικής χλωρίδας είναι περίπου εικοσιπέντε

(25). Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται και τα εξής:

α) Λίνον το δενδροειδές (Linum arboreum)
β) Λίνον το καθαρτικόν (Linum catharticum)
γ) Λίνον το κομψόν (Linum elegans)
δ) Λίνον το διετές (Linum bienne), κοινώς αγριολίναρο
ε) Λίνον το χρησιμώτατον (Linum usitatussimum).

Η χρήση των ινών του λιναριού, καθώς και των σπερμάτων αυτού είναι πάρα πολύ παλαιά. Από ευρήματα αιγυπτιακών τάφων (3000 π.Χ.) διαπιστώνεται η χρήση των ινών του λιναριού σε ενδύματα. Επίσης απεικονίζεται ο τρόπος καλλιέργειάς του και η χρήση των σπερμάτων αυτού. Στην αρχαία Ελλάδα το λινάρι ήτο γνωστό ήδη από την εποχή του Ομήρου και πιθανώς και πριν από αυτήν. Ενδειτικά αναφέρονται τα επόμενα παραδείγματα.
«εκ πόντοιο θύραζε λίνω και ήνοπι χαλκώ»
(Όμηρος, Ιλιάς Π, 408)

«...ύστερον αύτε τα πείσεται άσσα οι Αίσα γιγνομένω επένησε λίνω, ότε μεν τέκε μήτηρ»
(Όμηρος, Ιλιάς Υ. 127-128).
Το λινάρι αναφέρεται περισσότερες φορές στην Παλαιά Διαθήκη. Ενδεικτικώς αναφέρονται τα επόμενα παραδείγματα:

α) «Το δε λίνον και η κριθή επλήγη· η γάρ κριθή παρεστηκύια, το δε λίνον σπερματίζον»
(Έξοδος Θ’, 31).

β) «Ουκ ενδύση, κίβδηλον, έρια και λίνον, εν τω αυτώ»)
(Δευτερονόμιον Κ Β’, 11).
Επίσης αναφέρονται στην Παλαιά Διαθήκη τα λινά ενδύματα.
«Και τοις υιοίς Ααρών ποιήσεις χιτώνας και ζώνας και κιδάρεις ποιήσεις αυτοίς εις τιμήν και δόξαν. Και ενδύσεις αυτά Ααρών του αδελφόν σου και τους υιούς αυτού μετ’ αυτού... Και ποιήσεις αυτοίς περισκελή λινά καλύψαι ασχημοσύνην χρωτός αυτών· από οσφύος έως μηρών έσται».

(Έξοδος ΚΗ’, 36-38). Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται, όπως τα ιερατικά άμφια είναι λινά υφάσματα και μόνον κατασκευασμένα.

Ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς, αναφερόμενος στο λινάρι, γράφει:
«Φέρε νυν και άλλο είπω περί των Κόλχων, ως Αιγυπτίοισι προσφερέες εισί. Λίνον μουνοι ουτοί τε και Αιγύπτιοι εργάζονται κατά ταύτα, και η ζόη ύπασα και η γλώσσα εμφερής έστι αλλήλοισι. Λίνον δε το μεν Κολχικόν υπό Ελλήνων Σαρδονικόν κέκληται, το μέντοι απ’ Αιγύπτου απικνεύμενον καλέεται Αιγύπτιον».
(Ηρόδοτος, Ιστοριών Β, 105).

Ο θεόφραστος αναφέρει επίσης το λινάρι, γράφων:
«Ο τε παλίουρος έχει διαφορά... και ο γε παλίουρος εν λοβώ τινι τον καρπόν έχει.... έχει γαρ τινα γλισχρότητα και λίπος (ο καρπός), ώσπερ το του λίνου σπέρμα».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίαι 3, 18, 3).

Ο αυτός συγγραφέας αλλαχού γράφει:
«Τω δε άλλων σπερμάτων ουδέν εις άλλο πέφυκε μεταβάλλειν φθειρόμενον... τούτο μεν ούν ίδιον τούτων και έτι του λίνου»
(Θεόφραστος, περί φυτών ιστορίας 8,7, 1)

Ο Διοσκουρίδης αναφέρει σχετικώς:
«Θυμελαία ή χαμελαία· οι δε πυρός άχνην ή κνήστρον ή κνέωρον καλούσιν· εκ ταύτης ο Κνίδιος κόκκος, καρπός ως αυτής, συλλέγεται, ον ευβοείς μεν απόλινον καλούσιν, οι δε λίνον δια το είναι τω σπαρτώ λίνω τον θάμνον τη φύσει παρόμοιον».
(Διοσκουρίδης, περί ύλης ιατρικής 4, 172).
Και αλλαχού γράφει:

«Χρυσογόνον· οι δε ίασπιν, οι δε λίνον καλούσ(ι)
(Διοσκουρίδης, περί ύλη ιατρικής 4, 56)

Ο Διοσκουρίδης αναφερόμενος στο «λινόσπερμον») τον σημερινόν «λιναρόσπορον» γράφει:
«Και το λινόσπερμον την αυτήν έχει δύναμην τη τήλει διαφορούν και μαλάσσον πάσαν φλεγμονήν εντός τε και εκτός συν μέλιτι και ελαίω, και ύδατι ωμού αναληφθέν.
Αίρει δεν και εφήλεις και ώνθους καταπλασθέν σύν νίτρω και σύκω, συν κονία δε παρωτίδας και σκληρίας διαφορεί, ερπητάς τε συν οίνω εψηθέν και κηρία εκκαθαίρει, ονυχάς τε λεπρούς αφίστησι συν ίσω καρδάμω και μελιτι· ανάγει και τα εκ θώρακος συν μέλιτι αντί εκλεικτού λημφθέν και βήχας παρηγορεί. Παρίστησι δε και προς αφροδίσια μιγέν μέλιτι και πεπέρει αντί κοπτης πολύ λαμβανόμενον· και το αφέψημα δε αυτού ενίεται προς εντέρων και υστέρας δηγμούς και εκκομιδήν περιττωμάτων, και προς φλεγμονάς τάς εν μήτρα εις εγκάθισμα ώσπερ το της τήλεως, ευχρηστεί».

(Διοσκουρίδης, περί ύλης ιατρικής 2, 103).

Ο Ιπποκράτης ο Κίνος και ο Κλαύδιος Γαληνός αναφέρουν τις φαρμακευτικές ιδιότητες και τις θεραπευτικές χρήσεις του λιναρόσπορου. Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος εκφράζεται με θαυμασμό για το λινάρι γενικότερα. Σήμερα στην φαρμακευτική χρησιμοποιείται ο λιναρόσπορος, εσωτερικά ως μαλακτικό και εξωτερικά ως αντιφλογιστικό κατάπλασμα. Επίσης το λινέλαιο χρησιμοποιείται σε εντριβές για δερματοπάθειες.

Οι σπόροι του λιναριού, μαζί με μέλι, συνιστώνται από την λαϊκή ιατρική προς αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας. Επίσης οι σπόροι αυτοί χρησιμοποιούνται κατά την παρασκευή του πολύσπορου ψωμιού. Τα υπολείμματα των βλαστών του λιναριού, μετά την αφαίρεση των ινών, χρησιμοποιούνται στην χαρτοποιΐα και από τα ράκη λινών υφασμάτων λαμβάνεται το ξαντό ή μοτός, με το οποίο κατασκευάζεται χαρτί αρίστης ποιότητας.

Σημειωτέον ότι οι άνθρωποι μέχρι σήμερα εχρησιμοποίησαν και εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τα επόμενα βασικά υλικά για την κατασκευή υφασμάτων, φυτικής ή ζωικής προελεύσεως:
α) τα μαλλιά των προβάτων (μάλλινα υφάσματα). Οι Δωριείς επροτιμούσαν για τα ενδύματά των τα μάλλινα υφάσματα.

β) Το λινάρι (λινά υφάσματα). Οι Ίωνες επροτιμούσαν το είδος αυτό για την κατασκευή των ενδυμάτων. Επίσης οι αρχαίοι λαοί της Ανατολής (Αιγύπτιοι, Εβραίοι κ.ά.) για λόγους «τελετουργικής καθαρότητος» επέβαλλαν στους ιερείς και τους τελούντες θρησκευτικά καθήκοντα, να φορούν λινά υφάσματα.
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι περιετύλιγαν τις μούμιες με λινά υφάσματα (Ηρόδοτος, Ιστοριών Β, 86, 6).

Φαίνεται ότι αρχικά κέντρα καλλιέργειας του λιναριού ήσαν η Κολχίδα και η Αίγυπτος και αργότερα η καλλιέργεια αυτού εξαπλώθηκε και σε άλλες χώρες.
γ) Το βαμβάκι (βαμβακερά υφάσματα): Η καλλιέργεια του βαμβακιού- Γοσσύπιον το ποώδες (Gossupium herbaceum)- και η κατασκευή υφασμάτων από αυτό είναι αρχαιοτάτη, κυρίως στις χώρες της κεντρικής Ασίας.

Ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς, ο Θεόφραστος ο Ερέσιος και ο Νέαρχος, ναύαρχος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, παρέχουν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες το βαμβάκι εκαλλιεργείτο στην Ινδία από το 2000 π.Χ. περίπου. Ένας ύμνος της φυλής Hindu (1.500 π.Χ.) αναφέρει την καλλιέργεια του βαμβακιού και την κατασκευή ενδυμάτων στην Ινδία.

δ) Το μεταξί (μεταξωτά υφάσματα): Το μετάξυ ήτο γνωστό από αρχαιοτάτων χρόνων στην Κίνα, όπου ετρέφοντο μεταξοσκώληκες και παρήγετο μετάξυ και μεταξωτά υφάσματα. Οι Κινέζοι κατείχαν το μονοπώλιον του μεταξιού και μόνον από τον 6ον αι. μ.Χ. η καλλιέργεια αυτού (σηροτροφιά) εισήχθη και στην βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Οι προαναφερθείσες πρώτες ύλες για την υφαντουργία και την κατασκευή υφασμάτων και ενδυμάτων εξακολουθούν να παραμένουν θεμελιώδεις μέχρι σήμερα.