«Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε πάλι!..»

Αυτοί οι τύποι είναι ωραίοι! Με τα καλλιτεχνήματά τους, την ευρεσιτεχνία τους, από το τίποτα δημιουργούν κομψοτεχνήματα. Με την τρέλα τους, το ταμπεραμέντο τους, μια άλλη φιλοσοφία ζωής πιο πραγματική, με τη μυρωδιά της θάλασσας και τη ζεστασιά του ξύλου.

Ο Δημήτρης Καρδούλιας, στα τριάντα τέσσερα χρόνια δουλειάς από δεκαέξι χρονών παιδί, έφτιαξε τα πάντα από σίδερο και ξύλο και συνεργάστηκε με όλους για μεγάλα ξενοδοχεία, για σπίτια, για μαγαζιά.

Δεν το πιστεύεις όταν βλέπεις τι μπορεί να φτιάξει με τα έρμαια της θάλασσας και τίποτα δεν είναι πιο γοητευτικό όσο ένα μεταλλικό κρεβάτι από τα χέρια του. Η γοητεία του παλιού που είναι ανεξίτηλη, η φιλοσοφία του καινούργιου που βρίσκει έκφραση μέσα από το παλιό!


Δεν θέλατε να μιλήσετε, γιατί;
O δημιουργός δεν πρέπει να μιλάει, μιλάει γι αυτόν το έργο του. Δεν ξέρω να δίνω συνεντεύξεις, εμάς ο δάσκαλός μου μας έμαθε να είμαστε ταπεινοί. Όταν ακούει λογύδρια φεύγει.

Ποιός ήταν ο δάσκαλός σας;
Ο Πλάτωνας Ριβέλης. Είχαμε κάνει τη φωτογραφική ομάδα Ρόδου. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς τέχνης της Ευρώπης, αφανής όμως. Μας έλεγε κάτι: Πάει ο Ρέμπραντ με σκυμμένο το κεφάλι και τον ρωτάει ο Ιάπωνας τουρίστας: Ποιός ζωγράφισε αυτόν τον πίνακα; Λέει ο Ρέμπραντ «Εγώ». Του λέει ο Ιάπωνας: «Πες μας κάτι για τον πίνακά σου;» Ο Ρέμπραντ τον κοίταξε και του έδειξε με το χέρι τον πίνακα. Απλά! Αν είσαι ηθοποιός ανέβα στο σανίδι, αν είσαι τραγουδιστής, τραγούδα.

Τι θα λέγατε ότι κάνετε, με ποιο υλικό δουλεύετε κυρίως; Βλέπω ξύλο, βλέπω σίδερο...
Είμαστε ομάδα μαζί με τον Φυλακουρίδη τον Γιώργο που είναι ερασιτέχνης ζωγράφος, ωραίος, καλός. Κατεξοχήν το σίδερο. Και μετά με ξύλα από την παραλία, δηλαδή τα έρμαια της θάλασσας.

Ωραία έκφραση είναι αυτή «τα έρμαια της θάλασσας»!
Έχω πολλούς όρους, δεν μ΄ αρέσει να τους χρησιμοποιώ γιατί θα φανεί ότι καλλιτεχνίζω. Τα έρμαια της θάλασσας τα παρασύρει η θάλασσα και τα βγάζει στις ακτές. Μπορεί να είναι ξύλο, να είναι οτιδήποτε που επιπλέει.

Πηγαίνετε και τα συλλέγετε από τις παραλίες;
Όχι σαν τους υπόλοιπους. Πηγαίνω στοχευμένα. Περπατάω στην παραλία, απολαμβάνω τη βόλτα μου, ακούω τα κύματα, το φλοίσβο, μέχρι κάποιο κομμάτι να μου φωνάξει «εδώ είμαι»! Αυτό που είναι για μένα μου φωνάζει. Έρχονται φίλοι μαζί μου, τους αρέσει.

Τι μπορείτε να φτιάξετε από τα έρμαια της θάλασσας;
Οτιδήποτε χωράει του ανθρώπου ο νους. Πάω όπου με παρασύρει το κομμάτι. Από καραβάκια, φωτιστικά, μέχρι φυτά διακοσμητικά, μεταλλικά φύλλα και εντελώς διακοσμητικά στοιχεία.

Πιο είναι το πιο ωραίο χρώμα της θάλασσας;
Επειδή είμαι ιστιοπλόος και όπως έλεγε η μάνα μου «η θάλασσα είναι η μάνα μου…», την απολαμβάνω γαλήνια, αφρισμένη, με το μουντό γκρίζο μπλε του χειμώνα, το βαθύ γαλάζιο των βαθιών νερών και το τουρκουάζ της ακτής το καλοκαίρι. Μικροί κάναμε μπάνιο όλο το χρόνο. Πριν το σχολείο το πρωί επίσκεψη στη θάλασσα, το σχολείο ήταν το παλιό ιταλικό κτήριο στην παλιά ΔΕΗ, μετά το σχολείο μπάνιο στη θάλασσα και ύστερα στο σπίτι. Τρώγαμε ξύλο και την άλλη μέρα τα ίδια.

Η θάλασσα τι σχέση έχει με το σίδερο που είναι σκληρό υλικό;
Το σίδερο είναι υπέροχο υλικό, υπέροχο όσο πιο πολύ το γνωρίζεις τόσο πιο πολλά χατίρια σου κάνει. Έτσι είναι κι η θάλασσα.

Το σίδερο λυγίζει με τη φωτιά;
Το ‘πιασα το υπονοούμενο! Λυγίζει με τη φωτιά. Και γνώση θέλει, μεράκι θέλει, αγάπη θέλει.

Η καταγωγή σας είναι από την Κάλυμνο!
Από παντού είμαι, Κάλυμνο, Κω, Λέρο, Αλεξάνδρεια. Ο παππούς μου ήταν καπετάνιος, όχι ο Καλύμνιος ο Λεριός που έχω το όνομά του. Κατεβαίνανε στην Αίγυπτο τότε με τα καΐκια τα ξύλινα, έφερνε εμπορεύματα. Ο πατέρας μου ήρθε παιδί στη Ρόδο από την Κάλυμνο.

Όταν γεννήθηκα, η μητέρα μου είδε στον ύπνο της τον πατέρα της τον καπετάνιο που είχε πεθάνει να της φωνάζει: «βγάλε με, βγάλε με…», σαν να της έλεγε «σώσε με, σώσε με...». Μετά κατάλαβε ότι ο παππούς ήθελε να βγάλουν το όνομά του σ΄ αυτό το παιδί! Με είπανε Δημήτρη, έγινα καπετάνιος, είχα ιστιοφόρο, ο μοναδικός σε όλη την οικογένεια, κι ο παππούς δικαιώθηκε και μου τ ‘στειλε κι όλα τα χούγια του. Και μου έλεγε η γιαγιά «ο παππούς ήταν καπετάνιος και μέσα και έξω από τη θάλασσα»…

Πότε βρήκατε τον επαγγελματικό σας προσανατολισμό;
Το σίδερο το γνώρισα μέσω του αδελφού μου του Αντώνη. Όταν έφευγα από το σχολείο πήγαινα στο συνεργείο που δουλεύανε. Με το που το ακούμπησα το ερωτεύτηκα. Με το που είδα ότι μπορώ να κάνω πράγματα μ΄ αυτό. Μ΄ άρεσε που αν και τόσο σκληρό το λυγίζεις και κάνεις ό,τι θέλεις. Το δούλευαν οι παλιοί τεχνίτες, κι αυτό με κέντριζε.

Το πρώτο που έφτιαξα ήταν μια βάση που κρεμάνε τις γλάστρες και έπλεξα και το σχοινί. Παιδί ήμουνα, μέχρι σήμερα το έχει η μάνα μου. Αργότερα ήμουν ο πρώτος και ο μόνος μέχρι σήμερα που φτιάχνω μεταλλικά χειροποίητα έπιπλα. Κρεβατοκάμαρες κομπλέ, φωτιστικά, πολυελαίους, τραπεζαρίες, καρέκλες, σαλόνια…

Οι άνθρωποι ενδιαφέρονται γι αυτό το υλικό;
Πολύ, εσύ δεν θα θελες ένα μεταλλικό κρεβάτι; Τα φωτιστικά σου δεν θα ήθελες να είναι χειροποίητα, να τα σχεδιάσουμε μαζί για το χώρο σου;

Το μαγαζί που είχατε στο Ζέφυρος γιατί το είπατε «Οίστρος»;
Είναι αρχαία ελληνική λέξη, σημαίνει ερωτικός πόθος. Τον ίδιο ερωτισμό έχεις και για τη δημιουργία: να ζωγραφίσεις, να γράψεις ποίηση... Το νιώθεις, λες «οίστρο έχω».. Και τον ίδιο οίστρο που ένιωσα ως παιδί τότε που έπιασα το σίδερο στα χέρια μου, τον ίδιο οίστρο είχα όταν έφτιαξα αυτή την επιχείρηση. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει η έκθεση στην Αυστραλίας 114, αλλά επιφυλάσσομαι για το μέλλον και βέβαια υπάρχει το εργαστήριο.

Οίστρο δεν λένε οι αρχαίοι Έλληνες και την αλογόμυγα;
Ναι, πήρε το όνομά της από τους αρχαίους Έλληνες οι οποίοι τις έβλεπαν να κάθονται στα άλογα και μετά να ερωτοτροπούν στον αέρα. Τις έβλεπαν κι έλεγαν «οίστρος», «οίστρος», δηλαδή ότι είχαν ερωτισμό. Κι έτσι παρέμεινε στη νεοελληνική η αλογόμυγα να ονομάζεται «οίστρος»!

Μου είχαν πει για εσάς ότι είστε ωραίος τύπος, ανεξάντλητος και καλλιτέχνης φευγάτος!
Να τους πεις ευχαριστώ! Δεν κοιμάμαι, όταν φτιάχνω κάτι, μου αρέσει απ΄ αυτό το πάθος μου, απ΄ αυτό τον οίστρο μου, να είμαι ξύπνιος όλη τη νύχτα μέχρι να το δρομολογήσω. Ο πελάτης τ΄ αφήνει πάνω σου, σου λέει «εσύ είσαι ο καλλιτέχνης».

Νύχτες δουλεύετε περισσότερο;
Νύχτες σκέφτομαι όταν έχω να φτιάξω ένα δύσκολο κομμάτι. «Μ΄ ένα πιοτό με μια γουλιά | περνώ τα σύνορα κενά | γίνεται ο κόσμος μια σταλιά…»… Έτσι ακριβώς. Αν είμαι σε υπερένταση πάω πίνω ένα κρασάκι, ή πίνω ούζο, χαλαρώνω και το «βλέπω» μπροστά μου.

Αντί για κατοικίδιο εδώ μέσα κυκλοφορεί ένα περιστέρι!
Το μουσουφάκι μου είναι αυτό. Τα μουσουφάκια είναι κάτι μικρά πουλάκια. Αυτό έπεσε από τη φωλιά του μικρό το περίλαβε η γάτα, το σώσανε τα πιτσιρίκια της γειτονιάς και το περιλάβανε εκείνα μετά. Το πετάγανε για να πετάξει με σπασμένο φτερό, κι αυτό έσκαγε κάτω. Τους το πήρα, το γιάτρεψα, το υιοθέτησα και τώρα είναι παρέα μου.

Δεν πετάει;
Κάνει βόλτες στο εργαστήριο. Ταΐζω τα περιστέρια της γειτονιάς το βγάζω κι αυτό και μπαίνει μέσα, δεν θέλει. Τώρα η οικογένειά του είμαστε εμείς, κι όχι τα άλλα πουλιά.

Επιλέξατε να μένετε στα Κοσκινού, σε παραδοσιακό σπίτι!
Ξυλόσομπα, κρασάκι, παρέα με κιθαρούλες, παραδοσιακό σπίτι που αναπαλαιώθηκε από τα χέρια μου με την καμάρα, το βοτσαλωτό, τους σοφάδες, και τα παραδοσιακά γλέντια…

Και με την κρίση πως τα πάτε;
Αυτό που μ΄ απασχολεί περισσότερο δεν είναι η οικονομική κρίση αυτή την αισθάνονται όλοι, είναι η πολιτιστική. Όμως είμαι αισιόδοξος και ρομαντικός κι όπως πάντα πιστεύω στον Έλληνα και είμαι σίγουρος ότι θ΄ ανθίσουμε πάλι σαν τις κερασιές. Είναι τίτλος από βιβλίο αυτός και τον έχω υιοθετήσει: «Οι κερασιές θ΄ ανθίσουνε πάλι»…