Καταγγέλλει την Εκκλησιαστική Επιτροπή Αρχαγγέλου Ρόδου

Την εκκλησιαστική επιτροπή Αρχαγγέλου καταγγέλλει με ανοιχτή επιστολή που έδωσε στη δημοσιότητα ο συμπατριώτης μας κος Κωνσταντίνος Σπανός του Εμμανουήλ, καλώντας παράλληλα την Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, να βάλει ένα τέρμα σε όλα αυτά που γίνονται το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Ο ίδιος, τονίζει ότι η εκκλησιαστική επιτροπή προχώρησε στην πώληση εκκλησιαστικών ειδών με πάγκους που έστησε έξω από τη Μονή, προκαλώντας έτσι ζημία στον ίδιο (που λειτουργεί ομοειδή επιχείρηση) σε ποσοστό που ξεπερνά το 70%, οδηγώντας τον έτσι αργά ή γρήγορα σε αφανισμό.

Στην επιστολή του σημειώνει συγκεκριμένα:
«Κύριε Διευθυντά,
Είμαι ιδιοκτήτης εστιατορίου 100 μέτρα κάτω από το μοναστήρι “Παναγιάς Τσαμπίκας της Ψηλής της Κυράς” που λειτουργεί από το έτος 1992.

Παραπλεύρως αυτού (εστιατορίου) σε ξεχωριστό - διακριτό μικρό στεγασμένο χώρο έχω δημιουργήσει από το έτος 1996 εκθετήριο πώλησης εκκλησιαστικών εικόνων, κομποσχοινιών και βραχιολιών, το οποίο απευθύνεται σε προσκυνητές της εν λόγω μονής, οι οποίοι, κυρίως, κατά την κάθοδό τους επιθυμούν να αγοράσουν ως αναμνηστικό κάποιο από τα παραπάνω είδη.

Πριν από τρεις μήνες περίπου η Εκκλησιαστική Επιτροπή Αρχαγγέλου Ρόδου, στην εποπτεία της οποίας υπάγεται η λειτουργία της μονής, άρχισε, εντός του ιερού προαύλιου υπαίθριου χώρου αυτής (μονής) την εμπορία ομοειδών αντικειμένων (εκκλησιαστικών εικόνων, κομποσχοινιών και βραχιολιών), με σχεδόν μονοπωλιακή, παράνομη και αθέμιτα ανταγωνιστική λειτουργία, καθόσον το σύνολο των προσκυνητών κατευθύνεται προς αγορά των ειδών αυτών, για ευνόητους λόγους, από τους πάγκους που έχουν στηθεί από την Εκκλησιαστική Επιτροπή, με συνέπεια να έχει επέλθει καθίζηση στα έσοδα (περίπου κατά 70%) της ομοειδούς επιχείρησής μου και εντεύθεν η οικονομική και όχι μόνο εξόντωσή μου.

Κι όλα αυτά παρά το γεγονός ότι, με την ιδίοις εξόδοις και εθελοντική μου συμβολή, προσέφερα, πρωτίστως λόγω ιερού καθήκοντος, τα μέγιστα στη λειτουργία της μονής, αφού η ηλεκτροδότηση και η υδροδότησή της, καθώς και η δημιουργία χώρου στάθμευσης των οχημάτων των επισκεπτών είναι δικό μου έργο.

Όλα αυτά τα έθεσα προφορικά σε μέλη της Εκκλησιαστικής Επιτροπής, αλλά και εγγράφως στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ρόδου, στον οποίο και υπενθύμισα περαιτέρω ότι κατά το παρελθόν με δική του παρέμβαση είχε διακοπεί ανάλογη εμπορική δραστηριότητα από την απελθούσα Εκκλησιαστική Επιτροπή.

Εις απάντηση του σχετικού μου εγγράφου η “Ιερά Μητρόπολις Ρόδου”, αρκέστηκε να μου υπομνήσει ότι η “...Ι. Μονή Παναγίας Τσαμπίκας (Κυράς) λειτουργεί νομίμως υποκατάστημα του βιβλιοπωλείου της Ι. Μονής Παναγίας Τσαμπίκας Αρχαγγέλου, διά το οποίον έχουν χορηγηθεί όλες οι απαραίτητες άδειες λειτουργίας και κυρίως εκ της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Ρόδου...».

Η εν λόγω εμπορική δραστηριότητα που ασκείται στον ιερό προαύλιο χώρο της μονής είναι παράνομη, ως αντικείμενη στις διατάξεις του ν. 4265/2014 οι οποίες μεταξύ άλλων ορίζουν: α) στο άρθρο 1 του Ν. 4264/2014 υπό τον τίτλο “Σκοπός” ορίζεται: “Με τον παρόντα νόμο ρυθμίζεται το πλαίσιο άσκησης εμπορικών δραστηριοτήτων εκτός καταστήματος και η οργάνωση και λειτουργία των λαϊκών αγορών, εκσυγχρονίζονται οι κανόνες και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδειών άσκησης υπαίθριου εμπορίου”, β) στο άρθρο 2 αναφέρεται ότι για την εφαρμογή αυτού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: 1. “υπαίθριο εμπόριο”: η άσκηση εμπορικής δραστηριότητας σε ακάλυπτο χώρο, δημόσιο, ιδιωτικό, δημοτικό ή εκκλησιαστικό, ο οποίος δεν αποτελεί επαγγελματική στέγη”.... 7. “Υπαίθριο στάσιμο εμπόριο”: το υπαίθριο εμπόριο που δεν αποτελεί πλανόδιο εμπόριο, καθώς και αυτό που ασκείται σε υπαίθρια οργανωμένη αγορά”., γ) στο άρθρο 26 παρ. 3 “Το υπαίθριο στάσιμο εμπόριο διεξάγεται σε πλατείες ή άλλους ανεξάρτητους, υπαίθριους, ελεύθερους, ιδιωτικούς, δημόσιους, δημοτικούς ή εκκλησιαστικούς χώρους. Το Δημόσιο, οι δήμοι και οι εκκλησιαστικές αρχές δεν επιτρέπεται να εκμισθώνουν ή να παραχωρούν κατά χρήση χώρους που προορίζονται για τη λειτουργία του υπαίθριου στάσιμου εμπορίου σε πρόσωπα που δεν κατέχουν τη σχετική ειδική άδεια” και δ) στο άρθρο 27 με τον τίτλο “Οριοθέτηση υπαίθριου στάσιμου εμπορίου” οι θέσεις άσκησης υπαίθριου στάσιμου εμπορίου πρέπει να βρίσκονται εκτός: α) των δημοτικών και λαϊκών αγορών και β) περιοχών που γειτνιάζουν ή ευρίσκονται σε μικρή απόσταση από οργανωμένες ξενοδοχειακές μονάδες, μπροστά από την είσοδο εμπορικών καταστημάτων και εισόδους αρχαιολογικών χώρων, μουσείων, μνημείων και εκκλησιών”.

Από τα ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι η εμπορική δρταστηριότητα την οποία ασκείται από την Εκκλησιαστική Επιτροπή της Ιεράς Μονής εναγόμενο αποτελεί σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου υπαίθριο στάσιμο εμπόριο, γεγονός το οποίο καθιστά αυτήν (εμπορική δραστηριότητα) παράνομη (επισύρουσα ποινικές και διοικητικές κυρώσεις), καθόσον ασκείται άνευ ειδικής αδείας και σε χώρο μη επιτρεπόμενο.

Η εν λόγω εμπορική δραστηριότητα, φέρεται να λειτουργεί “νομίμως” ως υποκατάστημα (!!!) του βιβλιοπωλείου της Ι. Μονής Παναγίας Τσαμπίκας Αρχαγγέλου (χαμηλής)... “διά το οποίον έχουν χορηγηθεί όλες οι απαραίτητες άδειες λειτουργίας και κυρίως εκ της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Ρόδου...”. Είναι προφανές, ότι η άδεια λειτουργίας στην οποία γίνεται αναφορά, αφορά στο (κεντρικό) κατάστημα. Αυτό (κατάστημα) βεβαίως νομίμως λειτουργεί καθόσον είναι εγκατεστημένο σε στεγασμένο κλειστό χώρο και όχι σε υπαίθριο όπως το επίδικο, το οποίο επ’ ουδενί μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστημα. Η επισήμανση αυτή κατατείνει στη βάσιμη εκδοχή ότι η εν λόγω εμπόρική δραστηριότητα ασκείται συστηματικά κατά τα ανωτέρω ως υπαίθριο στάσιμο εμπόριο και με σαφή επίγνωση της μη νομιμότητάς της.

Επίσης, η άσκηση αυτής της μη νόμιμης εμπορικής δραστηριότητας, κατά τον τρόπο (με σχεδόν μηδαμινό κόστος εγκατάστασης και λειτουργίας) και στο χώρο που διενεργείται καθιστά (μη θεμιτά) σαφέστατη την ανταγωνιστική υπεροχή της στην προτίμηση των υποψηφίων πελατών, έναντι ομοειδών επιχειρήσεων, επιπλέον ασκείται δε αποσπασματικά και αποκλειστικά σε επωφελείς “επιχειρηματικά” περιόδους, ήτοι κυρίως κατά τους θερινούς μήνες, κατά τους οποίους αποτυπώνεται σημαντική επισκεψιμότητα της Ιεράς Μονής (λόγω δε και της σπουδαίας φήμης της οποίας χαίρει) από ημεδαπούς και αλλοδαπούς επισκέπτες-προσκυνητές».