Αποκάλυψη… του Αυγούστου

Σκουντούφλαγε το «Ροδάνθη» ακόμα και στην ισιάδα τη θαλασσινή.
Αργοκίνητο, στιβαρό, με απλωτό κατάστρωμα,κροτάλιζε μέχρι να πάρει τη ρότα του. Χαράματα ξεκίναγε, τα άλλα χαράματα έφτανε στην Πάτμο.


Δέναμε τις μηχανές πάντα στα σημεία που σε έβγαζαν στον καταπέλτη από τους πρώτους, πριν ντουμανιάσει το γκαράζ, κρατώντας τες σταθερές στα μελτέμια του Αυγούστου.
Τα σλιπινγκμπάγκ απλωμένα, τακτοποιημένα σαν φωλιές δίχως διπλανά σύνορα.

Τα απάνεμα σημεία τα καβάτζωναν οι τυχεροί που ανέβαιναν από νωρίς και όσοι τα γνώριζαν.
«Παρακαλούνται οι κύριοι επισκέπτες –λες και δεν υπήρχαν κυρίες– όπως εξέλθουν, το πλοίο είναι έτοιμο προς αναχώρηση».

Τα ελληνικά τα καταλαβαίναμε, τα άλλα της αναμετάδοσης στις ξένες γλώσσες ούτε Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί και Πορτογάλοι μαζί δεν χαμπάριαζαν.

Το είχα πάντα αυτό το άγχος, μην ξεμείνει κανείς επάνω κι άντε το «Ροδάνθη» να στρίψει μετά. Ήθελα να φαντάζομαι ότι θα τους γύριζαν πίσω.

Συνωστισμός στην πρύμνη, να δεις τους κάβους αμολημένους, να έχεις έτοιμη τη φωτογραφική με τριανταεξάρι κόντακ. Ο Πειραιάς ολόφωτος ξεμάκραινε αργά στα ξασπρισμένα απόνερα από τις προπέλες.

Χαμόγελα της στιγμής, αληθινά, αυγουστιάτικα σε ό,τι αφήναμε πίσω, σε ό,τι μας περίμενε στο νησί.
Μπύρες, νερά, τσιγάρα και «τσιγάρα» να ντουμανιάζει ο τόπος, τράπουλες, τάβλια, βιβλία και εφημερίδες –ο Μέγας Ανατολικός μαζί με την «Ελευθεροτυπία» στα ντουζένια τους»– έτοιμα προς χρήση .

Ύστερα ο πρώτος έλεγχος εισιτηρίων, να φτάνει μέχρι στις τουαλέτες για τους λάθρα.
Η ανακοίνωση για το σελφ σέρβις του εστιατορίου αργότερα.

Πώς στο διάολο το φούσκωναν αυτό το παστίτσιο το καραβίσιο; Να λαχταράς όλο το ταψί, μαζί με εκείνα τα σουτζουκάκια τούμπανο, να πλέουν στη σάλτσα .Λες και έβαζαν αντί για πελτέ κοκκινόχρωμα.

Ζωντάνευε το καράβι ολόκληρο σιγά σιγά. Η ζέστα σε κρατούσε μέσα, στη δροσιά του κλιματιστικού, ως να πέσει ο ήλιος για τα καλά.

Ξέθαβες τα μακρυμάνικα από τον σάκο, έτοιμος να απολαύσεις την απλωσιά της θάλασσας παρέα με τα αστέρια, τη φεγγαράδα.

Τα ζευγάρια σφιχταγκαλιασμένα να ζεσταίνουν τον έρωτα, την καύλα τους, από το φύσημα της αύρας, αγναντεύοντας στο σκοτεινό πουθενά. Το πρόσωπο, τα μάτια σου είναι αλλιώτικα από τόσο κοντά κι ας προσπαθεί η νύχτα να σε κρύψει.

Η μουσική της ντισκοτέκ ακουγόταν από το πάνω κατάστρωμα σαν κάλεσμα, «γκρικ καμάκι» στις βόρειες ψηλόλιγνες ξανθιές. Ούζο για τα γερά ποτήρια, φτηνό οινόπνευμα γαρ, φωτορυθμικά και κρυστάλλινη στρογγυλή μπάλα στο κέντρο της πίστας, τύφλα να ’χει η Μπαρμπαρέλα.

Ο ύπνος γινόταν ιερή διαδικασία στα καταστρώματα, κι ο θόρυβος από τις μηχανές του πλοίου που έσκουζαν απ’ τα φουγάρα δεν σ’ ενοχλούσε. Ήταν αέρινος, θαλασσίτης, νανουριστής.
Παραχωμένα τα κορμιά, δυο-δυο ενωμένα στα σλιπινγκμπάγκ. Τα βογγητά χαμηλωμένα, οι κινήσεις αργές, βασανιστικές, μη σε πάρουν χαμπάρι.

Δεν μπορεί, από εδώ στα καταστρώματα του έρωτα βγήκε εκείνο το «έλα μωρό μου να το κάνουμε στα μουγγά».

Αρκεί να προλάβαινες μην έβγαινε ο έλεγχος εισιτηρίων αν είχε πιάσει νέο λιμάνι.

Μια μανία έπιανε όλο το πλήρωμα να δέσουν και να λύσουν, με ουρλιαχτά, φωνές κι αντάρα μαζί, λες και βουλιάζαμε.

Όλοι στο πόδι και ως δια μαγείας ξανά η απόλυτη ηρεμία μόλις τα καραβόσκοινα μαζεύονταν στη θέση τους.

Χανόταν το «Ροδάνθη» μέσα στο πέλαγος από κάθε λιμάνι που άφηνε πίσω του. Σου αρκούσε που τα αντάμωνες με τη ματιά σου. Χόρταινε το μέσα σου… Αστροβολούσαν μόνο σκέψεις φευγάτες.
Μόλις άρχιζαν οι διακοπές του Αυγούστου, στο Νησί της Αποκάλυψης περπατώντας στο πέλαγος. πριν την ώρα που θα πάταγες την άμμο, τα βράχια του.

Ανυπομονώντας να φτάσεις στον τελικό προορισμό, στους φίλους σου που ενίοτε σε περίμεναν. Να λαχταράς τη θάλασσα, τη μυρωδιά στα σοκάκια, τις νύχτες που σε έβρισκαν στη μέρα.

Κι όταν έδενε σε άφηνε παραδομένο, να τριγυρνάς στη Χώρα, στο Μελόι, στην Ψιλή Άμμο, στο Λιβάδι, στη Βάγια, στις Δίδυμες.

Από το μοναστήρι του Ιωάννη οι δύο κόλποι απέναντι μαρτυρούσαν πόσες χιλιάδες χρόνια μπορεί να μοιράστηκαν το κύμα και οι βράχοι ανταλλάσσοντας σκέψεις, σχέδια και ιδέες για να στήσουν κοινή συναίνεση, που λένε.

Το Άλφα και το Ωμέγα του νησιού, ό,τι σου έδειχναν οι μοναχοί με σεβασμό για να σε πείσουν για το «θαύμα» του δημιουργού.

Έτσι τους έβλεπες από τόσο ψηλά, σαν ένα τεράστιο άλφα και ωμέγα. Μια ζωγραφιά που μαρτυρούσε την ανημποριά των βράχων να αντισταθούν στο φάγωμα της αλμύρας, κάθε φορά που τα κύματα έτρωγαν τα σωθικά τους.

Οι βράχοι ξεπεσμένοι γίγαντες, συμφιλιωμένοι στην ιδέα πως το δικό τους σχέδιο ήταν ανώφελο, αφέθηκαν να αλλάζουν σχήμα και μορφή. Συμβιβασμένοι πως αυτή η θάλασσα του Αιγαίου δεν έκανε ποτέ λάθος όταν ονειρευόταν τα γλυπτά της, αφέθηκαν να ζωγραφίσουν στο τέλος μόνο το κορμί τους.

Περνούσαν οι μέρες στις παραλίες, κρυμμένοι σε ίσκιους δέντρινους, πάνω σε χοντρές πετσέτες και ψάθες. Φιλιά και χάδια μέσα στο νερό.

Παιχνίδια φιλήδονα στις κολυμπήθρες της Πάτμου με σιωπηλούς μάρτυρες το χαλί από βότσαλο που στρωνόταν από κάτω. Δροσιά από ξαναμμένα γυμνά σώματα. κλεισμένοι πόθοι σε κάθε άκουσμα κοχυλιού.

Ποτέ δεν άκουσα θαλασσινή βουή μέσα τους. μονό καλοκουρδισμένες καυλωμένες ανάσες από ηλεκτρικές κιθάρες που ροκάριζαν Χέντριξ και Σαντάνα.

Οι νύχτες στα μπαράκια εξελίσσονταν σε διαγωνισμούς μουσικών γνώσεων κι αντοχής στο οινόπνευμα.

Κνίτες, ρηγάδες, τρότσκια, μαοϊκοί κι ανάρχες πάντα πλακωμένοι μέχρι να μονιάσουμε στο τρίτο ποτήρι.

Ο καπιταλισμός έπεφτε ξερός κ’ η «επανάσταση νικούσε» το ξημέρωμα πάντα σουρωμένη. Οι παρέες ξανάσμιγαν την επομένη νύχτα, ο καπιταλισμός άντεχε, η κατακόκκινη κολεχτίβα μεγάλωνε από κολλητούς και κολλητές. Στη χάση και στη φέξη ξέπεφτε κανένα ιλουστρασιόν αίσθημα, έτρωγε την ξενέρα και δεν το ξαναβλέπαμε ποτέ.

Να αποκοιμιέσαι παρέα με τα αστέρια, να κάνεις ευχές για καθένα που έβλεπες πέφτοντας καταπάνω σου, αγκαλιά με τους έρωτές σου.

Να αφουγκράζεσαι τον ουρανό, εκεί ανάμεσα στη Μικρή και Μεγάλη Άρκτο.
Κολλημένα σώματα, υγρά απ’ τους ιδρώτες, μοσχοβολούσαν αρμύρα.
Χαρά στην ψυχή κι ας πόναγαν τα κορμιά στο ξύπνημα.

Πάγωνες σε κάθε ξύπνημα απ’ τα νερά στο διπλανό πηγάδι με το που πλενόσουν. Δήθεν να ξεβρομίσεις, από τι άραγε;

Η ντουζιέρα από κουβά και σχοινί, αυτοσχέδια, χειροποίητη, την προσέχαμε σαν τα μάτια μας, με αυστηρή εντολή για τους καινούργιους.

Στην πείνα ψωμί, καρπούζι, χωριάτικη σαλάτα και μπύρες να στουμπώνεις… Ποιος νοιαζόταν αφού θα χόρταινες με τη μοιρασιά που σε έτρεφε ο καθαρός ήλιος, ο καθαρός αέρας ο κοπανιστός;
Τα αυγουστινά καλοκαίρια τελείωναν κι αυτά όπως οι μέρες του μήνα.

Δυο βότσαλα κάθε φορά στον σάκο και μια ευχή την ώρα που τα πετάγαμε μέχρι να βρουν λημέρι στον βυθό. Ένα κομμάτι δικό μας στη θάλασσα να το φυλάει και μια σπίθα ψυχής να φέγγει πάνω στο νησί για την επόμενη αντάμωση.

Γύριζες μαυρισμένος στο δέρμα χωρίς μια στάλα αντηλιακό, με κάτασπρη ψυχή. Ασβεστωμένη σαν τους νησιώτικους τοίχους. Μπλεδιασμένη σαν τα παντζούρια τους.

Έτοιμος για την «Αποκάλυψη» του επόμενου Αυγούστου, μόλις έφταναν οι φωτογραφίες στα χέρια σου.

Περνούσαν τα χρόνια, αλλάζαμε και ’μείς μαζί τους.
Το ίδιο και τα βαπόρια της καλοκαιρινής απόδρασης.
Το «Ροδάνθη», το «Πάτμος», το «Παναγιά της Τήνου», το «Εξπρές Γεώργιος» και τόσα άλλα σταμάτησαν να αρμενίζουν τη συντροφιά μας, έγιναν παλιοσίδερα.
Άλλαζαν κι αυτά μαζί μας.

Γίναμε γρήγοροι, στα ταξίδια, στις παραλίες, στους έρωτες, στο φαγητό, στις συνευρέσεις.
Λαδωμένα γυμνασμένοι, άτριχοι, «φρεντάτοι».

Ήρθαν τα ταχύπλοα. Τα κεφάλια μέσα. Το πλήρωμα γραβάτα, γιλέκο, παντελόνι τσάκιση, λες και γύριζαν από γαμοβαφτίσια.

Τι κι αν ο Αύγουστος έμεινε ίδιος στον χρόνο, στο όγδοο μέτρημά του…
Εκείνες οι διακοπές της «Αποκάλυψης» σε διαφορετικό νησί κάθε φορά δεν θα έρθουν ποτέ πίσω ίδιες.

Δεν είχαν ρακέτες, δεν είχαν ξαπλώστρες, δεν είχαν μοχίτος, φρεντοτσίνο, κλαμποσαντουιτσάδες, χλωριούχες πισίνες, δεν είχαν λαπιτόπια, σμαρτφόνια, δεν είχαν facebook. check in, τουιτέρια και ίνσταγκραμ.

Τα μνημόσυνα για ’κείνα τα περασμένα δεν μας ταιριάζουν.
Ούτε το πένθος για αυτά που άλλαξαν.

Η ανάμνηση σε λυγάει καμιά φορά, να νοσταλγείς λίγο παραπάνω, όσο μεγαλώνεις, τα αληθινά της νιότης σου. Μαζί με όσα φαντάστηκες ότι στον χρόνο θα μέναν απαράλλαχτα. Μία αθωότητα που χάσκει χαμένη κι ας κουβαλάς λίγο μυρωδιά από εκείνα τα καλοκαίρια.

Να θάψουμε τους κακομούτσουνους δεν έγραφε ο Μπορίς Βιάν;

Μια καλή ευκαιρία όπως στις κοροϊδευτικές περιγραφές του βιβλίου του, για τα καλοκαίρια τα μπροστινά, όταν στα αλήθεια το ταξίδι δεν σε αφορά, αρκεί να νιώσεις ότι πάτησες θάλασσα, άμμο και στεριά εκεί που αληθινά γουστάρεις…

Γράφει ο Γιώργος Μουργής

Πηγή:nostimonimar.gr