Το Μέγαρο Μουσικής και το Μουσουλμανικό Τέμενος

Γράφει ο πολιτευτής Δωδεκανήσου Ηλίας Κ. Κυπραίος

Η επικείμενη ανέγερση του μουσουλμανικού τεμένους και οι ποικίλες  απόψεις που διατυπώνονται, θυμίζουν την περίπτωση του Μεγάρου της Μουσικής, όταν είχαν ξεσπάσει έντονες διαφωνίες από τον Τύπο, όσον αφορά τη σκοπιμότητα της δημιουργίας νέου κτιρίου για τις ανάγκες των φίλων της μουσικής, οι οποίες θα μπορούσαν να καλυφθούν πλήρως  με την αναβάθμιση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, οι δε περισσότερες και μεγαλύτερες αντιδράσεις σημειώθηκαν από  κατοίκους της πρωτεύουσας, διότι στη συγκεκριμένη περιοχή «συνωστίζονται» μεγάλος αριθμός κτιρίων πρεσβειών, μουσείων, κλινικών, νοσοκομείων κ.λπ. με συνέπεια την εξαφάνιση ενός εξόχως πολύτιμου πνεύμονα πρασίνου για την   ταλανιζόμενη από το «νέφος» Αθήνα. 

Ήταν όμως φανερό και αναπόφευκτο ότι θα επιβαλλόταν η γνώμη των εύπορων δωρητών και το Μέγαρο οικοδομήθηκε στη σημερινή θέση του, με τη διαφορά ότι – σε αντίθεση με άλλους εθνικούς ευεργέτες παλαιότερων εποχών -  οι σημερινοί «ευεργέτες» δωρίζουν μεν ένα έργο στο κράτος, αλλά χωρίς και να αναλαμβάνουν τα έξοδα λειτουργίας του, καίτοι έχουν την απεριόριστη οικονομική δυνατότητα, με αποτέλεσμα  το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών να κρατικοποιηθεί, εξαιτίας των υπέρογκων δανειακών υποχρεώσεών του, οι οποίες καθιστούσαν αδύνατη την οικονομική του βιωσιμότητα.        

Όσον αφορά το ισλαμικό τέμενος, καταρχήν δεν θα έπρεπε να υπάρχει αυτή η αστυφιλία των δύο εκατομμυρίων μουσουλμάνων στην Αθήνα, η οποία άλλωστε είναι καταφανής από το γεγονός ότι τέτοιο πρόβλημα δεν έχει προκύψει σε οποιαδήποτε άλλη ελληνική πόλη.  Περιοδεύοντας ως υποψήφιος βουλευτής τη Δωδεκάνησο, είχα την ευκαιρία να συναντηθώ με τους μουσουλμάνους της Ρόδου και διαπίστωσα ότι αισθάνονται απόλυτα Έλληνες, αγαπούν την Ελλάδα, την οποία νιώθουν και δική τους πατρίδα. Το μόνο παράπονο που μου εξέφρασαν είναι ότι κάποτε, λόγω μιας ελληνοτουρκικής κρίσης, τους αφαιρέθηκαν προσωρινά τα κυνηγετικά όπλα. Προς αποφυγή όλων αυτών των αντιδράσεων στην Αθήνα, το μουσουλμανικό τέμενος θα μπορούσε να ανεγερθεί σε άλλο χώρο, εκτός του Βοτανικού όπου υπάρχουν αρχαιότητες και τέτοιους χώρους διαθέτει πάρα πολλούς η Αττική και μάλιστα σε δήμους και συνοικίες όπου διαμένουν πολλοί μουσουλμάνοι.  Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι παραμένει ακόμη αδιευκρίνιστο ποιος θα επωμιστεί τις σοβαρές δαπάνες ανέγερσης του τεμένους.

Κατά τα ισχύοντα και κρατούντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι χώροι θρησκευτικής λατρείας ανεγείρονται μερίμνη και εξόδοις της αρμόδιας εκκλησίας, το δε φιλοξενούν κράτος εκδίδει την οικεία οικοδομική άδεια, σύμφωνα με τους  ισχύοντες κανονισμούς ναοδομίας και αναλαμβάνει οικειοθελώς τη μισθοδοσία των επίσημα διαπιστευμένων κληρικών.      

Ο τελευταίος και πιο πρόσφατος χριστιανικός ναός στην Ευρώπη που οικοδομήθηκε με συνεισφορά των πιστών και  με δαπάνη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται και εγκαινιάστηκε στις 18.10.2008, είναι ο ιερός ορθόδοξος  ναός του Αγίου Νικολάου στο Λουξεμβούργο.
Η ουσία του θέματος αυτή τη στιμή και με δεδομένη την εξόχως δυσχερή και κρίσιμη οικονομική θέση της Ελλάδας, είναι να διευκρινιστεί ποιον τελικά θα βαρύνουν οι δαπάνες ανέγερσης και λειτουργίας του μουσουλμανικού τεμένους.

Με την ευκαιρία αυτής της  ανέγερσης και στα πλαίσια της καλώς εννοούμενης αμοιβαιότητας, θα πρέπει η Τουρκία να προέλθει στην άρση της σχετικής απαγόρευσης και να επιτρέψει στους  Έλληνες ορθόδοξους κληρικούς να φέρουν τα ράσα τους, πράγμα το οποίο επιτρέπει μόνο στον Οικουμενικό Πατριάρχη.  Και είναι πράγματι περίεργο και αντιμετωπίζεται ως φαινόμενο το γεγονός το ότι συναντούμε στην Ευρώπη ορθόδοξους έγχρωμους κληρικούς, από τις αφρικανικές χώρες, να φέρουν τα ράσα τους, ενώ οι ανήκοντες στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Έλληνες ορθόδοξοι κληρικοί να κυκλοφορούν με αμφίεση περιπάτου, εξαιτίας αυτής της απαγόρευσης.