Η μάνα της μετριότητας

Γράφει ο Θάνος Ζέλκας

Eίναι εξαιρετικά δύσκολο για ένα μικρό κράτος, όπως το δικό μας, να έχει υπερσύγχρονες υποδομές για όλα τα αθλήματα, τις τέχνες και τις επιστήμες. Θα ήταν μάλλον παράλογη μια τέτοια απαίτηση από μέρους μας. Είναι όμως απόλυτα λογικό, με την ιστορία και την παράδοσή  μας, να υπάρχουν οι στοιχειώδεις υποδομές ώστε να μπορεί να γίνεται μια δουλειά υψηλού επιπέδου.


Το παράδειγμα της δύο φορές ολυμπιονίκη Άννας Κορακάκη είναι πολύ χαρακτηριστικό για το τι πραγματικά συμβαίνει στη χώρα μας. Υπάρχει η πρωτεύουσα που μπορεί να παρέχει κάποιες υποδομές στις επιστήμες και στον αθλητισμό, ενώ από κει και πέρα οι άνθρωποι ποιούν την ανάγκη φιλοτιμία και δίνουν άνισες μάχες με την πραγματικότητα. Το πιο θλιβερό είναι ότι οι κόποι τους αναγνωρίζονται μόνο μετά από μια μεγάλη διάκριση, κυρίως στο εξωτερικό.

Αυτό το υδροκέφαλο κράτος, όπως αποτυπώνεται και στα γραπτά του φίλου και στοχαστή Μιχάλη Χαραλαμπίδη, απέτυχε παταγωδώς να εξασφαλίσει μια ισοκατανομή της ανάπτυξης της χώρας. Αντί να ενώσει τη Θράκη με την Πελοπόννησο, προτίμησε να ενώσει τα Σεπόλια με τη Δάφνη, αλληγορικά πάντα μιλώντας. Πόσα και πόσα ευρωπαϊκά προγράμματα δεν πέρασαν από τα χέρια μας και τελικά έγιναν παιδικές χαρές και έργα οδοποιίας; Πόσοι δήμαρχοι δεν διεκδικούσαν όλα αυτά τα κονδύλια για να γίνονται αρεστοί στους ψηφοφόρους τους και τελικά άφησαν τις πόλεις τους ανοχύρωτες από υποδομές;

Αυτό που τώρα μας γεμίζει θυμό, να βλέπουμε δηλαδή μια κοπέλα, που δόξασε τα χρώματα της χώρας με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο, να προπονείται σε νταμάρια είναι η απόλυτη ελληνική πραγματικότητα. Και δε συμβαίνει μόνο στον αθλητισμό αυτό. Η χώρα των γραμμάτων και των τεχνών αναγκάζει τα καλύτερα μυαλά της να ψάξουν την τύχη τους αλλού, γιατί εδώ αδυνατεί να τους παρέχει τα απαραίτητα για να κάνουν απερίσπαστα τη δουλειά τους ενώ τις ορδές των κομματικών κηφήνων βρίσκουν πάντα τρόπο να τις “βολέψουν”. Μόνο τα τελευταία πέντε χρόνια εκατοντάδες Έλληνες επιστήμονες διασκορπίστηκαν σε κάθε γωνιά του κόσμου και αυτοί δεν έχουν μια ολυμπιάδα να διακριθούν. Κάποιοι αφιερώνουν όλη τους τη ζωή για να έρθουν οι επόμενοι να συνεχίσουν τη δουλειά τους για το καλό της ανθρωπότητας.

Προφανώς όμως για να συμβαίνει αυτό, κάποιοι το επιτρέπουν αυτό. Εμείς. Διότι ως λαός πάψαμε να είμαστε διεκδικητικοί όσον αφορά την ποιότητα ζωής μας. Οι προεκλογικές περίοδοι τα τελευταία χρόνια γίνονταν με όρους πλειοδοτικού διαγωνισμού. Ο ένας έδινε αυτά, ο άλλος έδινε εκείνα και ο λαός με μια υπεραπλουστευμένη λογική ψήφιζε αυτόν με τις καλύτερες παροχές, που φυσικά στο τέλος αποδεικνύονταν μια φούσκα αφού όλα στηρίζονταν πάνω σε δανεικά.

Από τη στιγμή που δε ζητήσαμε ουσιαστικότερη παιδεία, ισχυρά πανεπιστήμια, σωστές αθλητικές εγκαταστάσεις έχουμε ό,τι δέησε η πεπερασμένη αντίληψη των εκάστοτε κυβερνώντων. Διότι οι διευρυμένες αντιλήψεις είτε σιχάθηκαν την πολιτική ή εκτοπίστηκαν απ’ αυτήν από τις στρατιές των μετρίων που την καπηλεύτηκαν, με το φόβο μήπως η ενασχόληση κάποιων ικανών φανερώσει την ανεπάρκειά τους. Μ’ αυτό τον τρόπο ο φαύλος κύκλος διαιωνίζεται και επικρατεί η αντίληψη ότι “η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της”.

Δεν είναι η Ελλάδα η αιμοβόρα πατρίδα. Η αναξιοκρατία, η ανεπάρκεια και η φαυλότητα χρόνων είναι αυτά που μας κρατούν καθηλωμένους. Κι ενώ διψάμε για διακρίσεις σε όλα τα επίπεδα, αδυνατούμε να συνεργαστούμε όλοι μαζί για να δώσουμε στα παιδιά μας τις ευκαιρίες να τα καταφέρουν. Η διχόνοια παραμένει όσα χρόνια κι αν περάσουν το χειρότερο αμάρτημα του έθνους μας κι αυτό που μας οδηγεί πάντα στις μεγαλύτερες περιπέτειες. Κι επειδή η διχόνοια εξυπηρετεί τη μετριότητα, γι’ αυτό το λόγο και εκείνη είναι η πιο στοργική μάνα.