Η Χαρούλα που έφτιαξε  τα νύχια του Πολ Νιούμαν!

Τότε που στη Ρόδο συναντούσες και τη Λιζ Τέιλορ ακόμα στο Μίρα Μάρε και τον Γκρέκορι Πέκ, τον Άντονι Κουίν, και βασιλείς, και πριγκίπισσες όπως την πριγκίπισσα του Ιράκ που ερωτεύτηκε τον Τάσο τον μπάρμαν, στο ξενοδοχείο των Ρόδων…

Εδώ που έρχονταν για τις διακοπές τους πρόεδροι κρατών, κι ο Καραμανλής είχε το δικό του μπαλκόνι να βλέπει τη θάλασσα στο Ρόδων, και το βουνό στον Προφήτη Ηλία!

Τότε που η Ρόδος ήταν προσαρμοσμένη στο υψηλό επίπεδο των επισκεπτών της, που έμεναν μέρες, κι έραβαν κοστούμια εδώ και φορέματα λόγω των εξαίσιων υφασμάτων που ήταν αδασμολόγητα και οι ταινίες γυρίζονταν η μια  μετά την άλλη, κι έφερναν το Χόλυγουντ πιο κοντά.

Έτσι η Χαρούλα γνώρισε τον Πολ Νιούμαν και του έφτιαξε τα νύχια στο Γκραντ Οτελ όπου έμενε, και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και τη Νόρα Βαλσάμη, έτσι ο Αλή ο ράφτης των διασήμων στην Παλιά Πόλη, έραβε την Κλαούντια Καρντινάλε και τη Στέφανι Πάουερ…

Την πρώτη φορά που είπα στη Χαρούλα Στρατή να μου μιλήσει για τη Ρόδο των αλλοτινών μας χρόνων, ξαφνιάστηκε. Κατάφερε  όμως μέσα από μια αφήγηση απλή, να δώσει την ατμόσφαιρα των κοριτσιών της εποχής, που ξαφνικά εκεί στο κομμωτήριο, πελάτης τους μπορεί να γινόταν, κι ο πιο διάσημος του κόσμου!  

Από πότε ξεκινήσατε να δουλεύετε;

Δεκατριών χρονών ξεκίνησα, στου Γιάγκου. Ο Γιάγκος τότε είχε το μαγαζί  στην Παλιά Πόλη, στο πρώτο σιντριβάνι, και το μαγαζί στην πλατεία Κύπρου. Μετά άνοιξε και στο Γκραντ Οτέλ. Ήμασταν οι μικρότερες εγώ κι ένα άλλο κορίτσι. Έκανα λουσίματα, κι από πολύ μικρή έβλεπα που έφτιαχναν τα νύχια των κυριών και μου άρεσε, ήθελα να μάθω κι εγώ.

Στη δεκαετία του ΄60 στη Ρόδο οι κυρίες έφτιαχναν τα νύχια τους;
Ναι, βέβαια, οι κυρίες, όχι τα κοριτσάκια… Η Παρασκευά, η Καζούλλη, η Οικονομίδου, η Αγιακάτσικα, η Σαλαχούρη…  η Πάολα η Νεστορίδου… η Σπάρταλη…  Έρχονταν για τα μαλλιά τους, κι έφτιαχναν και τα νύχια. Αυτές ήταν οι σταθερές, μαζί με πολλές άλλες ακόμα, αλλά τις γιορτές έρχονταν και από τα χωριά. Ξεκινούσαμε χαράματα τη δουλειά. Τις κανονικές μέρες ξεκινούσαμε στο κομμωτήριο στις  7:30 το πρωί, τις παραμονές των γιορτών πηγαίναμε στις τρεις τα ξημερώματα, στις τέσσερις… τόσο κόσμο είχε. Ήταν βέβαια και τα κομμωτήρια λιγότερα.  Πηγαίναμε και μας περιμένανε απ΄ έξω οι πελάτισσες. Θυμάμαι, εγώ έμενα στη Ψαροπούλα και φοβόμουν να περπατήσω με τα πόδια μέσα στη νύχτα. Γκρίνιαζε ο πατέρας μου που με συνόδευε: «τρέλα αυτές οι γυναίκες, να ξυπνούν μες τη νύχτα να φτιάξουν το μαλλί…» έλεγε!

Πώς το έφτιαχναν το μαλλί  λοιπόν τι ήταν στη μόδα τότε;
Ήταν η περμανάντ τότε και μερικές νόμιζαν ότι αν τα φτιάξουν την τελευταία μέρα θα ήταν καλύτερα.  Λες και χαλούσε η περμανάντ αν την έφτιαχναν μία εβδομάδα πριν! Η περμανάντ ήταν στο φουλ της και οι κότσοι. Οι σφηκοφωλιές, οι μπανάνες…  Τότε τυλίγαμε με τα ρόλει, λουσμένα, βρεγμένα μαλλιά και τα βάζαμε μετά στο σεσουάρ.

Ποια ήταν τα κομμωτήρια τη δεκαετία του ΄60 στην πόλη  και πού βρίσκονταν;
Ήτανε του Μερκούρη, στην αρχή ήταν σ΄ ένα δωμάτιο του σπιτιού του στο Νιοχώρι, ήταν ο Τάσος στην πλατεία Κύπρου, απέναντι από του Γιάγκου,  σε όροφο όπως ήταν και του Γιάγκου… Ήταν του Πλατή, εκεί κοντά κι αυτό. Μετά ο Μερκούρης πήγε σ΄ ένα δρόμο κοντά στην Ορφανίδου. Και η Ρένα ήταν στην πλατεία Κύπρου. Του Γιάγκου και του Τάσου ήταν τα πιο μεγάλα, αλλά και του Πλατή δεν πήγαινε πίσω. Στου Γιάγκου, που ξέρω εγώ, ερχότανε βαφιάς του Άγγελου, του γνωστού κομμωτή της Αθήνας. Ποιάν θα ‘βαζε; «Την Χάρης…»,  έλεγε ο Γιάγκος «που είναι άβαφτη….».  Και μ’ έκανε πλατινέ!  Μια φορά, μ’ έκανε πλατινέ, μου κούρεψε και κοντό το  μαλλί και πάω στο σπίτι, με βλέπει ο πατέρας μου ο συγχωρεμένος,  μου λέει: «τί είναι αυτό, καμπαρετζού σ΄ έστειλα να γίνεις;»…  Όταν παντρεύτηκα δεν τον άφησα να μου ξαναβάψει το μαλλί.

Με τα νύχια πότε ξεκινήσατε;
Στα 15 μου ξεκίνησα το μανικιούρ και το πεντικιούρ. Μου έμαθε τα νύχια μία Πάολα, ηθοποιός που βρέθηκε ένα διάστημα στη Ρόδο γιατί είχε ξεμείνει από δουλειά. Την ίδια εποχή δούλευε ήδη η κ. Νίτσα που ήταν  στο Νιοχώρι, μεγαλύτερη από μένα.  Από τότε είμαι 50 χρόνια στα νύχια!

Έχετε δει, κι έχετε δει γυναίκες, αλλά και άντρες και μάλιστα διάσημους! Φτιάξατε τα νύχια του Πολ Νιούμαν!
Του Πολ Νιούμαν, του Λάμπρου Κωνσταντάρα, της Νόρας Βαλσάμη… Κοριτσάκι ήτανε τότε. Γυρίζανε στη Ρόδο την ταινία «Κάτι κουρασμένα παλικάρια».

Σε ποιο κομμωτήριο δουλεύατε τότε;
Στου Γιάγκου που είχε ανοίξει στο Γκράντ Οτέλ.  Το 1967 θα ήτανε, περίοδος που έρχονταν στη Ρόδο όλοι οι αστέρες, είτε για να γυρίσουν ταινία, είτε για διακοπές.

Με τον Πολ Νιούμαν πώς έγινε, πού τον βρήκατε, ή μάλλον πού σας βρήκε;
Στο ξενοδοχείο έμενε. Το κομμωτήριο ήταν στο ισόγειο όπως και τ΄ άλλα μαγαζιά. Περνούσαν, ξαναπερνούσαν οι ηθοποιοί… Τον είχαμε δει εμείς και λέγαμε «ά, ο Πολ Νιούμαν»… Τον βλέπαμε στα περιοδικά, στο Ρομάτζο, το Ντομινό, το Φαντάζιο, το Θησαυρό, τη Βεντέτα… Όλα υπήρχαν στο κομμωτήριο. Μια μέρα μπήκε μέσα, λέει «μανικιούρ,  πεντικιούρ…»…

Ωραίος ήταν;
 Πολύ ωραίος!

Και του φτιάξατε εσείς τα νύχια! Πόσο χρονών ήσασταν τότε;
Δεκαεπτά πρέπει να ήμουν!

Ήταν βολικός, ιδιότροπος…
Βολικός, κι αυτός και όλοι.

Φιλοδώρημα άφηναν;
Φιλοδωρήματα άφηναν και βαρβάτα. Τα τρώγαμε στα σάντουιτς. Πολλές ώρες δουλειάς, ωράρια δεν υπήρχαν ήταν συνεχόμενα τότε. Πήγαινα και σε σπίτια που με ζητούσανε. Στην κ. Κωτιάδη, στη Μαρία την αδελφή του Ζίγδη… Μια φορά, στο κομμωτήριο του Γκραντ Οτέλ ήμουνα, με φωνάζουν από τη ρεσεψιόν, να πάω σε δωμάτιο να φτιάξω νύχια. Ήταν μια κυρία, μέσης ηλικίας, με πολύ κοντό μαλλί. Είδα, νύχια δεν είχε!  Απόρησα, σκεφτόμουν πώς να τη ρωτήσω… Της λέω, «συγνώμη, αλλά τι θα σας κάνω;»… Μου λέει, «τα πετσάκια…»…  Μου είπαν μετά ότι ήταν κατάσκοπος κατά των Γερμανών στον πόλεμο, κι όταν την έπιασαν της έβγαλαν τα νύχια. Μιλούσε επτά γλώσσες η γυναίκα αυτή.

Τότε οι κοπέλες που δεν προχωρούσαν με το σχολείο γίνονταν μοδίστρες και κομμώτριες, έτσι δεν είναι;
Και η δική μου η μητέρα μοδίστρα ήθελε να γίνω μιας και δεν ήθελα να συνεχίσω στο σχολείο. Πήγα να γίνω μοδίστρα και ούτε κι ως μοδίστρα ήθελα να συνεχίσω, κι αντί για μοδίστρα, έμαθα ποδήλατο. Έπαιρνα ένα ποδήλατο που είχε εκεί, κι έκανα βόλτες. Αθώα χρόνια…

Πώς ήταν τότε, πώς περνούσαν οι μέρες, τι γινόταν;
Στο Γκράντ Οτέλ έρχονταν βασιλιάδες, πρίγκιπες, Άραβες… Πώς αλλάξανε τα χρόνια… Η σεζόν άρχιζε το Μάρτιο, κι έφτανε μέχρι το τέλος Οκτώβρη. Στο Νιοχώρι που καθόμασταν, ερχόταν ο Τούρκος ο Αλή και μοίραζε το γάλα. Το ‘φερνε με ποδήλατο. Εκείνη την ώρα ξυπνούσαμε κι εμείς για το κομμωτήριο. Αυτός καθόταν στην Ψαροπούλα. Όταν ήμουν παιδί ο χώρος που έγινε το Γκράντ Οτέλ ήταν οικόπεδο και κάναμε εκεί γυμναστικές επιδείξεις. Μετά έρχονταν οι Αμερικανοί του Currier και στήνανε παράγκες και βάζανε μέσα μπύρες και διασκεδάζανε…  Πηγαίναμε που ήμασταν μικρά και βλέπαμε… Όταν μέναμε εμείς στην Ψαροπούλα, η σειρά των ξενοδοχείων δεν υπήρχε. Ήτανε  σπίτια αρχοντικά και κάποια Τούρκικα. Κι εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο «Κυπριώτης» ήταν όλα σπίτια που έμεναν μουσουλμάνοι της Ρόδου και είχανε τις κοτούλες τους… Πήγαιναν οι Ροδίτες, κι αγόραζαν αυγά. Ωραία ήτανε η Ρόδος τότε. Κατέβαινες στην παραλία της Ψαροπούλας, κι ήταν όλη δική σου, ούτε ομπρέλες ούτε τίποτα. Αθώα χρόνια.