Ωδή στον αγαπημένο  Στάθη Τριανταφύλλου

Ακόμα δεν έχουν στεγνώσει  τα δάκρυα, ακόμα δεν έχουν κοπάσει οι κραυγές  απόγνωσης των συγγενών και των φίλων του πολυαγαπημένου μας Στάθη, που τον κηδέψαμε χθές μέσα σε οδυρμούς, πόνο και δάκρυα  στην ιδαίτερή του πατρίδα, την Απολακκιά.

«Έλα τώρα χέρι μου δεξί.

κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το,

αλλά από πάνω  βάλτου 

το ασήμωμα της Παναγίας

που χουν τη νύχτα οι ερημιές

μες  στα νερά του βάλτου»

Οδυσσέας  Ελύτης: «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου».

Δυστυχώς τις άγιες ημέρες του αυγουστιάτικου Πάσχα, δύο μέρες  πριν την Κοίμηση της Θεοτόκου, εμείς κηδεύαμε τον αγαπημένο μας Στάθη.

Αγαπημένε μου ξάδελφε Στάθη:

«ο Θάνατός σου έφτασε σαν κεραυνός στ’ αυτιά μας

ο πόνος σου  είναι βαρύς μάτωσε η καρδιά μας».

Έφυγε  άδικα  ένας νέος  άνθρωπος, με ανοιχτή καρδιά, με χαμόγελο, με συναισθήματα πανανθρώπινα, ανεξίκακος, με διάθεση ανιδιοτελούς προσφοράς, έχοντας αφήσει πίσω του μια εξαιρετική οικογένεια, την πολυαγαπημένη του κόρη Νατάσα επιστήμονα, τη αξιαγάπητη σύζυγό του Μαρία,  την λατρεμένη του μητέρα Πόπη, τον πολυαγαπημένο του αδελφό Διαμαντή, τη Χρυσούλα, τις ανηψιές του Μαριάννα και Πόπη,  ξαδέλφια-ες, θείους –ες πολλούς συγγενείς και αναρρίθμητους φίλους.

Για ακόμα μια φορά μια «ματωμένη Παρασκευή», ακούσαμε τη θλιβερή είδηση του θανάτου : «Έφυγε ο Στάθης της Πόπης δεν το πιστεύω, δεν το αντέχω», σπάραζε η Ασημίνα.

 

«Θεέ μου τι δε μας περιμένει ακόμα;

Δαπανηρή ιδέα ο βίος

Ναυλώνεις έναν κόσμο

για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας…»

γράφει η Κική Δημουλά.

Η θλιβερή είδηση  του θανάτου του Στάθη έκανε το γύρο του κόσμου, από όλη τη Ρόδο τηλεφωνούσαν φίλοι, από τα νησιά  από την Αθήνα γνωστοί καλλιτέχνες έγραψαν γι’ αυτόν,  από την Αυστραλία έστειλαν συλλυπητήρια στους συγγενείς. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο Στάθης δεν κατέλαβε  δημόσια θέση, δε διαχειρίστηκε δημόσιο πλούτο, το μόνο που έκανε ήταν να προσφέρει αγάπη  στους συνανθρώπους του.

Γεννήθηκε στην Απολακκιά από έναν πατέρα γλυκό και καλλιτέχνη το Θείο Σάββα και μια μάνα την Πόπη  νοικοκυρά και αξιαγάπητη. ‘Έμαθε από μικρός να έχει το σπίτι  του και την αγκαλιά του ανοιχτή  και  να βοηθάει τους ανθρώπους, πάντα με το χαμόγελό  και τον ιδιαίτερο  τρόπο του χαρακτήρα του.

Αγωνίστηκε στη ζωή κάνοντας πολλές δουλειές μέχρι να στήσει το: «Πέρα- Βρέχει», τον «Ηριδανό», «τη  Μέθεξη» (ενσυναίσθηση), την παλιά και τη νέα, απ’ όπου  πέρασαν αναρίθμητοι καλλιτέχνες και άνθρωποι κάθε ηλικίας, έχοντας πάντοτε συμπαραστάτες την οικογένειά του και το Διαμαντή του. Πέραν όμως από την κάθε δραστηριότητα οικονομική κοινωνική ή πολιτική,  όλοι θα τον θυμόμαστε ως το καλό και χαμογελαστό παιδί το Στάθη, γιατί όλα αυτά τα χρόνια κατόρθωσε να   μπει στην ψυχή κάθε ανθρώπου, με το χαρακτήρα του, ώστε ο καθένας από εμάς, συγγενής ή φίλος να λέει «ο Στάθης μου».

Κατόρθωσε με τη σύζυγό του Μαρία να δημιουργήσουν μία εξαιρετική οικογένεια να  μεγαλώσουν  και να καμαρώσουν την αγαπημένη τους κόρη Νατάσσα πτυχιούχο Ψυχολογίας και μεταπτυχιακή φοιτήτρια.

Όμως αυτός που καθορίζει την πορεία καθενός ανθρώπου άλλα κελεύει.

«Κάπου κλαίνε και θολώνει  μεριές μεριές ο αέρας

Είναι κάτι φοβερά γεγονότα που όλο μου τα’αφαιρεί ο Θεός

και ο νους  όλο πάλι μου τα προσθέτει».(Ελύτης).

Έφυγε πολύ νωρίς τα ξημερώματα λίγο πριν το γλυκοχάραμα,

ξένοιαστος καβαλάρης …ποιο είναι άραγε το αίτιο και το αιτιατό; ποια είναι η αιτιώδης σχέση και συνάφεια μεταξύ της καρδιάς και του μακρινού και μη αναστρέψιμου ταξιδιού; Λίγη σημασία έχει.

«Ξημερώθηκα έχοντας διατρέξει την ιστορία του θανάτου της ιστορίας

 ή μάλλον την  ιστορία της Ιστορίας του Θανάτου»

«και στο κοτσάνι της νύχτας η σελήνη σπάραζε…

Κάθε όνομα φέγγει για λίγο  μες στα σκοτεινά

 κι ύστερα σβήνει και χάνεται.

Μάνα πού’ σαι να με δεις : όπως γεννήθηκα, έφυγα.

Όλα χάνονται του καθενός έρχεται η ώρα.

-Όλα μένουν. Εγώ φεύγω. Εσείς να δούμε τώρα.

(Ελύτης).

Ας επιστρέψουμε στο χρονικό …Παρασκεύη πρωί με τον Κώστα πήγαμε στο σπίτι, ήταν όλοι εκεί στον πόνο και στον καημό: Η Νατάσα, η Μαρία ο Διαμαντής,  η Χρυσούλα, ο Στάθης και ο Στάθης, η Ασημίνα, η Χρυσούλα η Ελευθερία,  ο Δημήτρης, η Ειρήνη,  ο Διαμαντής, τα κορίτσια,  πλήθος συγγενών και φίλων  ερχόταν να συμπαρασταθούν.

Σε μια στιγμή που η αγωνία του θανάτου σκίζει την ψυχή και  παρότι αυτή η αγωνία, είναι ψυχρή και  σιγοκαίει τα σπλάχνα, φτάνει με το Νεκτάριο και τη θεία Φροσύνη,  η χαροκαμένη μάνα η θεία η Πόπη, κρατώντας τη φωτογραφία του Στάθη προσπαθεί να ανέβει τις σκάλες του σπιτιού του-η κορύφωση της αρχαίας τραγωδίας- με οδύνη και σπαραγμό ψάχνει το Στάθη με απόγνωση παρακαλεί το Θεό: «Θεέ μου πάρε εμέ  και άφησε το Στάθη μου είναι πιο μεγάλος πόνος αυτός που μου έδωσες»,  την αγκαλιάζουν όλοι: η Μαρία, η  Νατασα, ο Διαμαντής, στιγμές απερίγραπτου πόνου.

Το δράμα εκτυλίσσεται ακόμη: Φτάνει ο Νικόλας και μετά  η Ασημίνα μου,  με το Θεόφιλό μου κραυγές πόνου αλλοφροσύνης ….πόση λύπη και πόση  αγάπη έχουμε μέσα μας για το Στάθη μας…πόση Θεέ μου ;

«Για  το φεγγάρι που πενθεί …

Πότιζε εσύ τη γλάστρα κι άσε να  κλαίω επειδή…

Γράψε πως κλαίω για τις μητέρες. (Κική Δημουλά)

Αφού ζήσαμε πιο δύσκολες   στιγμές   με το θείο και πατέρα Κώστα το Σάββατο  πρωί, στη συνέχεια το απόγευμα οδεύαμε στο Ρέκβιεμ, στην τελευταία πράξη:

Όλοι οι συγγενείς, οι συγχωριανοί και οι φίλοι, εμβρόντητοι αμίλητοι μέσα στη θλίψη, ωσάν τη Μεγάλη Παρασκευή αναμέναμε τη συνοδεία με το Στάθη.

Λίγο πριν τις πέντε έφτασε η πομπή. Σκηνές αρχαίου δράματος ζήσαμε: φωνές, οδύνη, λύπη και σπαραγμός η θεία η Γραμματική, ο Μανώλης, ο θείος   ο Κώστας, ο θειος ο Θεμιστοκλής, η θεία Κατερίνα, θεία Μαρία να οδύρονται όλοι μαζί με τους συγγενείς.

Πλήθος κόσμου συνόδευσε το Στάθη στο κοιμητήριο. Ώρες ατέλειωτες κράτησε ο ασπασμός του Στάθη. Η βασανισμένη μάνα η Πόπη με όση ψυχή της είχε απομείνει ταίριαζε μαντινάδες, μοιρολόγια θάλεγα.

Στο τέλος οι φίλοι του, όλοι   εξαιρετικοί καλλιτέχνες, μουσικοί και τραγουδιστές,  τραγούδησαν  με λυγμούς αγαπημένα τραγούδια του Στάθη :

«Φεγγάρι μάγια μου’ κανες και περπατώ στα ξένα, κι είναι το σπίτι αδειανό »

Μέσα σ’ένα σκηνικό θλίψης,  εφόσον γύρω από το κοιμητήριο ήταν όλα καμμένα από την πρόσφατη πυρκαγιά, η αγιασμένη γη της Απολακκιάς συμμετέχοντας και αυτή στον πόνο, με  το γκριζόμαυρο πέπλο της δέχτηκε στα σπλάχνα της στο άψυχο σώμα του Στάθη μας και το σκέπασε στη αιωνιότητα.

Και τότε ακούστηκε η φωνή του  Στάθη ( του Διαμαντή):

«Πού πας ρε Νηστικό που μας αφήνεις;»

Η ψυχή όμως του Στάθη μας,  ζει για να μας θυμίζει πως ο Στάθης δεν είναι αυτό το άψυχο σώμα αλλά είναι ο άνθρωπος,  οι πράξεις του,  η οικογένειά του, η διαδρομή του,  η πατρική του οικογένεια αλλά πάνω από όλα η αγάπη που πρόσφερε με την ψυχή του, απλόχερα σε όλους τους συνανθρώπους  του.

 Και όπως μας λέγει ο Απόστολος των εθνών Παύλος: « όλοι μας θα κριθούμε όχι από τα αξιώματα, τις θέσεις, τον πλούτο αλλά από την ποσότητα αγάπης που δώσαμε στους συνανθρώπους  μας».

Μήπως έχει δίκιο η Δημουλά που λέει:

«Πιο μακριά ο άνθρωπος

από αυτό  που φτιάχτηκε

δεν πάει».

Αλλά ο Σεφέρης μας δίνει μια ελπίδα:

«Αν γεννηθεί κάποιος,

 ο κύκλος θα πλατύνει

αν πεθάνει κάποιος

 ο κύκλος θα στενέψει

αλλά τόσο  λίγο, για  τόσο λίγο..»

Ο Άγιος Θεός ας αναπαύσει τη ψυχή του πολυαγαπημένου  μας και αξέχαστου αδελφού Στάθη.

Γράφει ο Δρ Ναπολέων Θ. Βλάσσης 
Συντονιστής Κολλεγίου Υπ/γος