«Σακίδια και... βραχιολάκια»

Γιατί, η Μύκονος και όχι η Ρόδος; Γιατί η Σαντορίνη και όχι η Ρόδος;

Ερωτήματα που διατυπώνονται καθημερινά από απλούς πολίτες, μέσα ενημέρωσης και, ενίοτε, τουριστικούς και πολιτικούς παράγοντες· πολύ εντονότερα σήμερα, καθώς στην τουριστική ατζέντα μπαίνει πια σαν ψέμα, και μάλιστα με επιτακτικό τρόπο, η επαναφορά της Ρόδου στον ποιοτικό τουρισμό, αφού η τραυματική εμπειρία με τα «βραχιολάκια», στις δύο τελευταίες δεκαετίες, επιβεβαίωσε ότι το all inclusive  δεν έσωσε τους ξενοδόχους, αλλά «έπνιξε» και την αγορά.

Γιατί, λοιπόν; Η απάντηση, κατά την ταπεινή άποψη μου, θα πρέπει να αναζητηθεί στις επιλογές, κατ’ αρχήν της άρχουσας τουριστικής τάξης των ξενοδόχων και της ποικιλώνυμης πολιτικής και οικονομικής ηγεσίας του τόπου.

Η Μύκονος δεν είναι, ένα νησί που συναρπάζει τον επισκέπτη. Δεν είναι καν ένα από τα καλύτερα και γραφικότερα κυκλαδίτικα νησιά, κατάφερε όμως να καταξιωθεί παγκοσμίως ως «ιδιαίτερος προορισμός» για επώνυμους και ανθρώπους του πλούτου.

Φήμη που απλώθηκε σιγά σιγά, πρώτα με τα ξέφρενα πάρτι, ομοφυλόφιλων και μη, του ελεύθερου έρωτα, και της ανέμελης ζωής αλλά και της ζωντάνιας που χαρακτηρίζουν τις μυκονιάτικες νύχτες.

Με λίγα λόγια, η Μύκονος απέκτησε με τον επαγγελματισμό των ανθρώπων της, τη δική της, ξεχωριστή, ταυτότητα, που μαγνητίζει τους επώνυμους ανά την υφήλιο.

Η Σαντορίνη, πάλι, σμίλεψε τη δική της «τουριστική ταυτότητα» στην αχλή του μύθου της Ατλαντίδας, ένας μύθος που την συνδέει από την εποχή του Πλάτωνα. Η έκρηξη του ηφαιστείου της (το 1500 π.Χ. περίπου) και η μοναδική, φανταστική «καλντέρα» της, σε συνδυασμό με το εντυπωσιακό χρώμα και φως του  νησιού, αποτελούν ανεξίτηλα στοιχεία αυτής της ταυτότητας, και δικαίως - μαζί με το μαγικό ηλιοβασίλεμα- κατατάσσεται στους πλέον ελκυστικούς προορισμούς .

Και εκεί, όπως στη Μύκονο, τουριστικοί παράγοντες και απλοί άνθρωποι, φυλάσσουν ως κόρην οφθαλμού τον θησαυρό, που απλόχερα τους χάρισαν, Φύση και Ιστορία. Σήμερα δέχεται εκατοντάδες χιλιάδες εύπορους τουρίστες, από τα πέρατα της Οικουμένης. Μόνο με τα κρουαζιερόπλοια την γνωρίζουν, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, περισσότεροι από 800.000 επισκέπτες - προσκυνητές της φήμης και του κάλλους της.

Και η Ρόδος μας;

Το, άλλοτε, «σμαραγδένιο νησί» της Μεσογείου έχει γίνει φτωχός συγγενής των προβεβλημένων προορισμών της.

Έχει, προ πολλού, απωλέσει την λαμπερή τουριστική ταυτότητα του παρελθόντος από λαθεμένες επιλογές των τουριστικών παραγόντων, από την ανικανότητα ή αδιαφορία των πολιτικών εκπροσώπων και από συμπεριφορές, υπαγορευμένες από τυχοδιωκτικές αντιλήψεις περί γρήγορου και εύκολου πλουτισμού.

Υποχώρησε σε στόχους, ξέμεινε από τόλμη και φαντασία, και,  μοιραία, πορεύεται πια στον αστερισμό του «σακιδίου».

Και είναι, τουλάχιστον, τουριστικό οξύμωρο κάθε χρόνο να την επισκέπτονται περισσότεροι τουρίστες και τα έσοδα να μειώνονται , αν πιστέψει κανείς το «μοιρολόι», πρωτίστως των ξενοδόχων .

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε το μέλλον του ροδιακού τουρισμού διαγράφεται ακόμα πιο ζοφερό.  Κάποιοι, πρωταίτιοι της τουριστικής παρακμής μας, παροτρύνουν τώρα για στροφή προς την ποιότητα.

Ποια ποιότητα όμως; Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό, να παραθέσω ένα περιστατικό που μου μετέφερε προ ημερών, νεαρή ροδιτοπούλα με εμπειρίες στο σύγχρονο τουριστικό μάρκετινγκ.

Στη Μύκονο, το περασμένο καλοκαίρι, γνώρισε δύο γυναίκες, μέλη της βασιλικής οικογένειας Al Thani του Κατάρ, με τις οποίες ανέπτυξε φιλικές σχέσεις · Τους μίλησε για τη Ρόδο, που ποτέ δεν είχαν επισκεφθεί, και τις προσκάλεσε να την γνωρίσουν. Οι δύο Skeikhas, όπως είναι ο επίσημος αυλικός τίτλος τους, ήρθαν φέτος στη Ρόδο- η μία με τον δεκάχρονο γιο της.

Αναζήτησαν σε τρία πεντάστερα ξενοδοχεία του νησιού, δύο πολυτελείς σουίτες και τότε δέχθηκαν την πρώτη ψυχρολουσία· Παγερά, αδιάφορα, αντεπαγγελματικά, δεν τις δέχθηκαν επειδή, όπως δήλωσαν οι υπεύθυνοι, δεν επιτρέπουν τη φιλοξενία παιδιών. Η δεύτερη ψυχρολουσία ήρθε από τον οδηγό του van που νοίκιασαν για τις περιηγήσεις τους στο νησί. Άξεστος, με αγγλικά της… κακομοίρας, βρώμικο το αυτοκίνητο, που υποτίθεται είναι για VIP.

Και η τρίτη ήρθε λίγο πριν αναχωρήσουν από το αεροδρόμιο με ιδιωτική πτήση, πέντε έξι υπάλληλοι για τις αποσκευές να πίνουν το φραπεδάκι τους στον υπαίθριο χώρο του μπαρ, να καπνίζουν.. αρειμανίως, να κάνουν χαβαλέ, να ρίχνουν χάχανα και φωνάρες και πού και πού να ρίχνουν κλεφτές ματιές στις δύο γυναίκες που, υποτίθεται, ήταν εκεί για να μεταφέρουν τις δεκαπέντε περίπου βαλίτσες τους, ενώ αυτές, επί είκοσι λεπτά περίπου, ψήνονταν στο αυγουστιάτικο λιοπύρι.

Γοητεύτηκαν όμως από τη Ρόδο και τις φυσικές ομορφιές της. Κι ένιωσαν το μεγαλείο του ροδιακού πολιτισμού, περπατώντας στα καλντερίμια της Μεσαιωνικής Πόλης, στο φεγγαρόφωτο, και ανεβαίνοντας στην Ακρόπολη της Λίνδου.

Έφυγαν, μα θα ξανάρθουν με άλλα μέλη της βασιλικής οικογένειας γιατί, όπως είπαν στη ροδιτοπούλα φίλη τους, πουθενά αλλού δεν έχουν δει τέτοιαν ακτινοβολούσα Πόλη.

Ναι, τα μοναδικά και ανεκτίμητα Μνημεία μας, ο πολιτισμός ετούτου του ευλογημένου τόπου έπρεπε να είναι η πυξίδα, ο προσανατολισμός του ροδιακού τουρισμού, αντί να κακοποιούνται βάναυσα από ανιστόρητους, χυδαίους πολιτικάντηδες, από βάρβαρους και κουρσάρους υπηρέτες του Μαμωνά, από πολίτες που αντιλαμβάνονται τα Μνημεία ως … σκέτες πέτρες. Υπάρχουν όμως κάποια σημάδια ελπίδας, από πρωτοβουλίες της Περιφέρειας και προσωπικά του περιφερειάρχη, σε αντίθεση, με τη δημοτική αρχή που συνεχίζει, παρά τη μαζική κατακραυγή να ψηφοθηρεί, και … ας πάει το παλιάμπελο, όπως λέει η λαϊκή σοφία.

Η Μύκονος και η Σαντορίνη, όσο όμορφα νησιά και αν είναι, δεν είναι Ρόδος, δεν έχουν την αίγλη που συνοδεύει το «σμαραγδένιο νησί», την «νύμφη του Ήλιου», στο διάβα των αιώνων.

Το νησί που μαγνητίζει τον κόσμο και κάποιοι άβουλοι, άχρηστοι και μοιραίοι καιροσκόποι το ξεπουλάνε στους «βραχιολάκηδες» και στα «σακίδια».

Γράφει ο Κώστας Λαμπριανός