Το γυμναστήριο  των προσκόπων  και οι κλέφτες

Παρακολουθούσα, στους ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ την ενόργανη Γυμναστική και αμέσως η σκέψη μου πήγε στο γυμναστήριο των προσκόπων. Εγώ ήμουν εκεί από 7 χρονών, γιατί το σπίτι μου απείχε περίπου  100 μέτρα. Το κτίριο, τον εξοπλισμό  του Γυμναστηρίου μας τον άφησαν οι Ιταλοί.

ΤΙ ΕΙΧΕ ΜΕΣΑ (όργανα γυμναστικής). Το ύψος του γυμναστηρίου ήταν πάνω από δέκα (10) μέτρα.

Στην μια πλευρά, είχε περίπου δέκα ωραιότατους στύλους  (σαν τα κατάρτια των παλιών σκαφών), όσο ήταν το ύψος του κτιρίου. Ενδιαμέσως αυτών των «στύλων»  υπήρχαν περίπου δέκα χοντρά σχοινιά, σαν αυτά που δένουν τα πλοία. Στο τέλος της πλευράς  αυτής, υπήρχαν δύο ανεμόσκαλες περίπου δέκα μέτρων.

Σε όλα αυτά έχω ανέβει και κατέβει, εκατοντάδες φορές.  Σχεδόν στο κέντρο του Γυμναστηρίου και πάνω σε ένα δοκάρι στερεωμένο με γερά σύρματα εναερίως για να μην εμποδίζεται η κίνηση μέσα στο χώρο, και πάνω σ’ αυτό. Είχε κρίκους και μονόζυγο.

Σε μια μεριά υπήρχε το παράλληλο δίζυγο και ο ίππος (που πηδούσαμε), σε κάποια άλλη πλευρά,  στον τοίχο, υπήρχαν δύο σκάλες καμπυλωτές, ύψους περίπου πέντε μέτρων, που στη μέση της σκάλας κάθετα υπήρχε ένα πλατύ ξύλο, για να ακουμπά η πλάτη του αθλητή και εκεί, σ’ αυτές τις σκάλες, γινόντουσαν πολλές ασκήσεις.

Στην άλλη πλευρά του κτιρίου, κρεμόταν από δοκάρια ένα πλαίσιο (όπως είναι ένα σταυρόλεξο), διαστάσεων 7Χ7  περίπου και πάνω σ’ αυτό κάναμε όλους τους ελιγμούς. Επίσης, υπήρχαν και τρία «ξύλα» ισορροπίας (ύψος 50 πόντοι και μήκος 10 μέτρων περίπου, στηριζόμενα  γερά στο δάπεδο (κινητά) που  εκεί πάνω, όπως είδα στους ολυμπιακούς αγώνες, οι αθλήτριες περπατώντας πάνω σ’ αυτά (πλάτους 10 (δέκα) πόντων, έκαναν διάφορες ασκήσεις και ανατροπές.
Υπήρχαν επίσης πλήρεις στολές ξιφασκίας και ξίφη.

Εγώ έλειψα στην Ιταλία για σπουδές  στις αρχές της  δεκαετίας του ’60 για κάποια χρόνια και ξαφνικά δεν υπήρχε  τίποτα από όλο αυτό τον εξοπλισμό και η νεολαία μας στερήθηκε αυτά, με όλα τα αρνητικά επακόλουθα.

Παρακαλώ, τους πρόσκοπους της απελευθέρωσης και τους μετέπειτα, να κάνουν γνωστό δημοσίως ό,τι γνωρίζουν γι’ αυτό το θέμα.

Του Βασίλη Μαυράκη