Για τον καθόλου «Πέρα Βρέχει» Στάθη της Μέθεξης

Ο Στάθης δεν ήταν φίλος μου. Με την έννοια της μοιρασιάς προσωπικών πραγμάτων εννοώ. Ήταν όμως πολύτιμος συνεργάτης κάθε φορά που χρειαζόταν να διευθετηθεί κάτι άμεσα. Ήταν παρών. «Είπαμε, ναιιιι… μην ανησυχείς», η απάντησή του.

Στην πρώτη «Μέθεξη» μοιράστηκα βραδιές, μεσημέρια και απογεύματα με όσους ήθελαν εκείνοι να βρεθούμε εκεί. Δεν ήταν σχεδόν ποτέ επιλογή μου η παλιά «Μέθεξη». Τον ένοιωθα χώρο πολύ κλειστό για μένα. Χωρίς αέρα. Εντούτοις ένα βράδυ πριν από 3 ή 4 χρόνια προτίμησα να πάμε εκεί με τον Γιώργο Κιμούλη, λέγοντάς του «Έλα να τσιμπήσουμε κάτι και να γνωρίσεις έναν τύπο που θα σ’αρέσει». Η κουζίνα είχε κλείσει. Ο Στάθης βρήκε λύσεις για όλα. Δεν ξέρω πώς, αυτό που ξέρω είναι ότι όλοι ήσαν ικανοποιημένοι.

Την παραλιακή «Μέθεξη» την προτιμούσα πάντα για όλα τα ραντεβού μου. Αδυναμία: κρασί το μεσημέρι με ένα πιατάκι παστές σαρδέλες και κρητικό ντάκο, πάντα σε κάποιο τραπέζι που χτυπούσε ο ήλιος, τον οποίον ήθελα απέναντί μου μέχρι τη δύση του. Εκεί με ‘‘βρήκα’’ πολύ.

Οι επαγγελματικές και φιλικές συναντήσεις μου ήταν εκεί χωρίς δεύτερη σκέψη. Ένοιωθα την ανοιχτωσιά, τον αέρα, τη ζεστασιά από τα μέσα του μαγαζιού. Από την δημιουργία της, βήμα-βήμα, πλακάκι –πλακάκι, όταν ο Στάθης ξεφόρτωνε πράγματα από την Γρίβα.

- Πώς το νοιώθεις;, ρωτούσα.
- Προσπαθώ να αφουγκραστώ το χώρο, απαντούσε.
Ένα χρόνο μετά, τόν ξαναρώτησα:

- Σε ‘‘βρήκες’’;
- Μμμμμ… όλο και περισσότερο…, ξανα-απάντησε.
Μου έμοιασε πολύ εξομολογητική η έκφρασή του. Σαν να νοσταλγούσε αυτό που του «έκλεψαν». Το παλιό του στέκι. Γιατί η «Μέθεξη» ήταν πρώτα απ’όλων των άλλων, το στέκι του Στάθη.

Ο Στάθης δεν ήταν φίλος μου, όπως εννοούμε τους φίλους. Υπάρχει ο κίνδυνος, λοιπόν, να γράφω πράγματα που δεν ισχύουν. Είναι όμως η δική μου αίσθηση: ο Στάθης κάθε βράδυ, κάθε φορά ένοιωθε την αγάπη της παρέας στην παραλιακή «Μέθεξη», αλλά η δική του ψυχή είχε μείνει στην παλιά, στα φανάρια της Γρίβα, ίσως μ'ένα παράπονο. Και στην μνήμη μου είναι χαραγμένο το βλέμμα του με ένα θλιμμένο μειδίαμα και μια φανταστική απάντησή του: «Ακόμα προσπαθώ να με βρω εδώ…».

Κι αν ο Βαγγέλης Παυλίδης σκίτσαρε το πρόσωπο του Στάθη για να συντροφεύει κάποιο χώρο,  θα το τοποθετούσα στην οδό Γρίβα. Δίπλα στην ταμπέλα του δρόμου. Γιατί το γωνιακό κτήριο θα είναι πάντα η Μέθεξη του Στάθη.

Εκεί που γνώρισα τον τύπο του «Πέρα Βρέχει» που κάθε άλλο παρά πέρα βρέχει τύπος ήταν. Αυτό το «πέρα βρέχει» είναι η άμυνα του βαθιά συναισθηματικού. Του φλού που δεν είναι καθόλου φλού. Του ανθρώπου που επιλέγει να μιλά στις πέτρες, να δίνει ψυχή στους άψυχους τοίχους. Ροή ενέργειας λέγεται αλλιώς. Η ενέργεια του Στάθη θα παραμείνει διάχυτη παντού. Ακόμα και σε μένα που δεν ήταν φίλος μου, όπως συνήθως εννοούμε τους φίλους. Και πώς τελικά ορίζουμε τους φίλους μας; Ε;

Α… ο αριθμός του τηλεφώνου του θα παραμείνει στη συσκευή μου. Γιατί; Δε γνωρίζω.

Της Τζίνας Δαβιλά στο iporta.gr