Τ3 ορμόνη και καρδιοπάθειες

Ο θυρεοειδής αδένας είναι ένας από του σπουδαιότερους αδένες στο ανθρώπινο σώμα. Ρυθμίζει τον μεταβολισμό, τη καρδιακή λειτουργία, τη θερμοκρασία και η οποιαδήποτε υπερλειτουργία του ή υπολειτουργία του, τον επηρεάζει άμεσα. Οι ορμόνες, από την άλλη μεριά, τόσο του θυρεοειδούς όσο και άλλων αδένων,  είναι μόρια που επιδρούν άμεσα στις κυτταρικές μεμβράνες των κυττάρων διαφόρων ιστών, επηρεάζοντας τη λειτουργία τους. Σε κάθε περίπτωση είναι απαραίτητες για τη γενικότερη φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού.

Οι ορμόνες του θυροειδούς αδένα είναι η θυροξίνη (Τ4), τη τριιδωθυρονίνη (Τ3) και η καλσιτονίνη. Όλες οι θυρεοειδικές ορμόνες ρυθμίζονται από τη ΤSH και αναγράφονται κιόλας σε κάθε σχετική  εξέταση και θα πρέπει να λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη.

Τ3 και καρδιοπάθειες
Η Τ3, ως ορμόνη και γενικά σαν μόριο, για να δράσει μέσα στο σώμα θα πρέπει να συνδεθεί με τη κυτταρική μεμβράνη των κυττάρων των ιστών. Ένας από αυτούς τους ιστούς είναι και ο μυϊκός. Ο μυϊκός ιστός, με τη σειρά του, διαιρείται στο σκελετικό μυϊκό ιστό, στο λείο μυϊκό ιστό και στο καρδιακό μυϊκό ιστό. Η οποιαδήποτε ορμόνη συνδέεται με τους υποδοχείς που είναι αρμόδιοι για τη συγκεκριμένη ορμόνη.

Για παράδειγμα, μία πολύ γνωστή ορμόνη, η ινσουλίνη συνδέεται με τους υποδοχείς ινσουλίνης, έτσι και η Τ3 ασκεί μια άμεση επίδραση στο καρδιακό μυϊκό κύτταρο συνδεόμενη με τους πυρηνικούς υποδοχείς της, επηρεάζοντας έτσι την έκφραση γονιδίων της καρδιάς.

Η καρδιά, ως γνωστόν συστέλλεται μόνιμα προκειμένου να εξασφαλίσει τη παροχή αίματος στο σώμα. Η παροχή αίματος της καρδιάς (cardiac output/CO) εξαρτάται από δύο κύριους παράγοντες, τον όγκο παλμού (stroke volume/SV) και τη καρδιακή συχνότητα (heart rate/ HR). Ο όγκος παλμού είναι ουσιαστικά, η ποσότητα αίματος που «βγαίνει» από τη καρδιά σε κάθε χτύπο (σφίξη) ενώ η καρδιακή συχνότητα είναι οι σφίξεις της καρδιάς στο λεπτό. Η ρύθμιση της καρδιακής συχνότητας επηρεάζεται από δύο υποσυστήματα του νευρικού συστήματος, το συμπαθητικό και παρασυμπαθητικό σύστημα.

Η T3 μπορεί να επηρεάσει την ευαισθησία του συμπαθητικού συστήματος. Κατόπιν αυτού είναι σε θέση να επηρεάσει τη καρδιακή συχνότητα σε βραδυκαρδία ή ταχυκαρδία αντίστοιχα.
H T3 οδηγεί σε αιμοδυναμικές μεταβολές στην περιφέρεια που οδηγούν σε αυξημένη καρδιακή πλήρωση και  της καρδιακής συστολής.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι συνάδελφοι καρδιολόγοι ζητούν εξετάσεις θυρεοειδούς σε υπάρχουσες εμμένουσες ή περιστασιακές αρρυθμίες, καρδιακή ανεπάρκεια, στεφανιαία νόσο, μυοκαρδιοπάθειες κ.α. Ο συγκεκριμένος αδένας σχετίζεται άμεσα με την γενικότερη καρδιακή λειτουργία σε σημείο που και στα νεογέννητα γίνονται εξετάσεις Τ3.

Σε περίπτωση που η συγκεκριμένη ορμόνη είναι μη φυσιολογική χορηγείται φαρμακευτική αγωγή προκειμένου να υπάρχει ισορροπία.
Η οποιαδήποτε μη ισορροπημένη Τ3 μπορεί να οδηγήσει σε παραποίηση μορφολογίας του μυός της καρδιάς (μυοκάρδιο).

Αυτό με πολύ απλά λόγια, σημαίνει παραμόρφωση του μυοκαρδίου, δυσκολία στη φυσιολογική λειτουργία και αυξημένη πιθανότητα μέλλουσας καρδιοπάθειας. Ουσιαστικά αυτό που συμβαίνει θα μπορούσε να περιγραφεί σαν μία διάταση της καρδιάς, που σχηματίζεται από ινώδη ιστό και αύξηση υγρών. Αυτό σαφώς μπορεί να περιοριστεί με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή.

Συμπέρασμα
Η καρδιακή λειτουργία όσο αυτόνομη είναι, τόσο εξαρτώμενη είναι επίσης. Ο θυρεοειδής αδένας την επηρεάζει άμεσα και μόνιμα. Αυτό σημαίνει ότι ο συνεχείς και σταθερός έλεγχος τόσο των ανδρών σε ηλικίες 40 και άνω όσο και των γυναικών σε ηλικίες 50 και άνω είναι προληπτικά σωτήριες. Οι γυναίκες δε λόγω της εμμηνόπαυσης και της αποδιοργάνωσης των ορμονών, στη φάση αυτή, επιβάλλεται να παρακολουθούνται περισσότερο.

Σε κάθε περίπτωση η πρόληψη είναι καλύτερη από τη θεραπεία. Αυτό μπορεί αν επιτευχθεί με την κλινική άσκηση, τη σωστή διατροφή, τη συχνή παρακολούθηση και έναν γενικά προληπτικό και υγιεινό τρόπο ζωής. Το πόσο εύκολο είναι να γίνει πράξη, είναι αποκλειστικά θέμα του τρόπου ζωής του κάθε ενός και πόσο διατεθειμένος είναι να τον αλλάξει προς το καλύτερο.

Πηγή: iator.gr