Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου

Γράφει
ο Αντώνης Ν. Βενέτης

 

Χρόνια τώρα ανήμερα της Παναγίας (ξανα)διαβάζω τον “Ρεμβασμό του Δεκαπεντάγουστου” του Σκιαθίτη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Αυτός «ο φιλέρημος γέρων» («ως πενήντα πέντε ετών») του κοσμοκαλόγερου, πικραμένος είχε αποτραβηχτεί από τ’ ανθρώπινα και μόναζε στο εκκλησάκι της Παναγίας της Πρέκλας, ρέμβαζε και αναπολούσε…

Τώρα, εις τους τελευταίους χρόνους, είχε γνωρίσει ακόμη και την οικονομικήν στενοχωρίαν, το παράπονο της ξεπεσμένης αρχοντιάς, τας πιέσεις και τας απειλάς των τοκογλύφων (…) Επί τέσσαρας ενιαυτούς ήτο αφορία, αι ελαίαι δεν εκαρποφόρησαν· ο καρπός είχε προσβληθή από άγνωστον ασθένειαν, διά τας αμαρτίας των ιδιοκτητών. Είχαν κιτρινίσει και μαυρίσει αι ελαίαι και ήσαν γεμάται από βούλες, και είχαν πέσει άκαιρα. Τόσα “υποστατικά”, τόσα “μούλικα”, τόσο “βιος”, αγύριστα κτήματα, σχεδόν τσιφλίκια ηπειλούντο να περιέλθουν εις χείρας των τοκογλύφων – εγέννα ή όχι η γη, εκαρποφόρουν ή όχι τα δένδρα, ο τόκος δεν έπαυε. Τα κεφάλαια “έτικτον” έπαυσε να τίκτη η γόνιμος (όπως λέει ο Άγιος Βασίλειος), αφού τα άγονα ήρχισαν κ’ εξακολούθον να τίκτουν…

“Ανελογίζετο αυτά, κ’ έκλαιεν η ψυχή του”.

“Εκύκλωσαν αι του βίου με ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…”.

Και κλείνει τον πικρό τον ρεμβασμό ο γέρω – Φραγκούλας.

“Κ’ επεκαλείτο μεγάλη τη φωνή ‘τον γλυκασμόν των Αγγέλων, των θλιβομένων την χαράν’ όπως έλθη εις αυτόν βοηθός και σώτειρα

‘αντιλαβού μου και ρύσαι,

των αιωνίων βασάνων’.

Πόσο επίκαιρα είναι τα πικρά λόγια του γέρω – Φραγκούλα. Πώς θα ξεφύγει η χώρα από τη θηλιά των δανειστών της; Από την ταπείνωση και τον ξεπεσμό που την έσυραν άφρονες πολιτικοί;

Έτσι η χώρα και ο λαός πληρώνει την αβελτηρία, την ανικανότητα και τον πολιτικαντισμό “πολιτικών”, κομματικών προδιαγραφών και οριζόντων, που τους επώασε το κλίμα της μεταπολιτευτικής κουλτούρας που θεωρούσε ότι ο χώρος της πολιτικής είναι ένας χώρος… ευχάριστου περίπατου.

Έτσι δεκαετίες τώρα η συμπεριφορά και αντίδραση του πολιτικού κόσμου στα προβλήματα της χώρας και της κοινωνίας, θύμιζε τον Καβαφικό Νέρωνα, όταν ο δελφικός χρησμός τον προειδοποιούσε για τα επερχόμενα δεινά.

«Βαθειά κοιμάται ο Νέρων, ασυνείδητος, ήσυχος κι ευτυχής».

Ακόμα θεωρεί ο πολιτικός κόσμος ότι οι θυσίες είναι για τους άλλους, όχι για τους ίδιους και έτσι δεν προχώρησε ούτε στη μείωση του πολυτελούς, για τη χώρα, αριθμού των 300 βουλευτών.

Είναι λοιπόν δυνατόν να πορευτή η χώρα με την -καταστροφική- κουλτούρα της μεταπολίτευσης και τον πολιτικό κόσμο που γαλουχήθηκε με τα νάματά της;

Πού είσαι νεαρέ και όμορφε Σελευκίδη

πρίγκιπα που εξόριστος στη Ρώμη από

την προσφιλή σου Συρία, αγανακτούσες.

«σαν ένιωθε που όμως πάντα υπήρχε μια κρυφή

ολιγωρία για τις δυναστείες τες ελληνίζουσες·

που ξέπεσαν, που για τα σοβαρά έργα δεν είναι»,

[…]

«…κι όμνυε

που όπως τα θαρρούν διόλου δεν θάναι·

ιδού που έχει θέλησιν αυτός.

Θ’ αγωνισθεί, θα κάμει, θ’ ανυψώσει

κι’ όλη την δύναμιν που έχει

μες στην ψυχήν του, όλην την ορμήν

αυτή θα μεταδώσει στον λαό».

Άμποτες να έλθη ένας τέτοιος “πρίγκιπας” να ξαναδώση στο λαό και στη χώρα του, τη χαμένη τιμή της, την αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια που της ταιριάζει.

Γερο – Φραγκούλα στις προσευχές σου ικέτευε να έλθει «αρωγός και σώτειρα» στη χώρα μας η Παναγία…

Κι εσύ μικρέ “Πρίγκιπα” να ξαναδώσεις στη χώρα και στο λαό, την παλιά ορμή, εκείνη την αξιοπιστία της χώρας και την υπερηφάνεια του λαού, που την κλέψανε φαύλοι πολιτικοί.

Γιατί αυτή η χώρα στην οποίαν επί δεκαετίες κυριάρχησε ο μέχρι υστερίας λαϊκισμός, που απομακρύνθηκε τόσο από τον ορθό λόγο, την κοινή λογική, ακόμα και από το αυτονόητο «…σχεδόν δεν μοιάζει σαν πατρίς του,

Αυτή είναι η χώρα του Ηρακλείδη και του Βάλα…».

Και ξανακάμε αυτή τη χώρα πάλι,

«σαν οπτασία τόπου ωραίου, σαν όραμα
ελληνικών πόλεων και λιμένων».