Υπάρχουν σήμερα, στα Δωδεκάνησα, «Ψευτοθόδωροι» που να πουλούν σε αφελείς το κτήριο της Βουλής;

Γράφει ο πολιτευτής Δωδεκανήσου
Ηλίας Κ. Κυπραίος

 

Είναι γνωστή η αληθινή ιστορία του αφελούς επαρχιώτη που έφτασε τη δεκαετία του 1880 στην Αθήνα, φορτωμένος με ένα σακί γεμάτο χρυσές λίρες, για να τις επενδύσει σε προσοδοφόρα ακίνητα.

Για κακή του τύχη, συνάντησε έναν ευγενέστατο και φαινομενικά πλούσιο Αθηναίο, ο οποίος, αφού πληροφορήθηκε το σκοπό της άφιξής του στην Αθήνα, προθυμοποιήθηκε να τον εξυπηρετήσει και να του υποδείξει αρκετά προς επένδυση ακίνητα.

Τελικά επειδή έγιναν φίλοι και τον συμπάθησε, προσφέρθηκε να του πωλήσει, σε χαμηλή και συμφέρουσα τιμή, ένα από τα πολλά ακίνητα που δήθεν διέθετε και την επομένη τον ξενάγησε σε ένα υπέροχο νεοκλασικό κτήριο, το οποίο δεν ήταν άλλο από  το μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, στην οδό Σταδίου, όπου σήμερα στεγάζεται το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Κατάφερε έτσι να αποσπάσει από τον αφελή επαρχιώτη ολόκληρο το προς «επένδυση» ποσό που μετέφερε και με την πρόφαση της επείγουσας ολιγοήμερης απουσίας του από την Αθήνα, έσπευσε να εξαφανιστεί.

Περιχαρής ο «πονηρός βλάχος» που βρήκε μπόσικο και έπιασε κορόϊδο και «κότσο» τον ψευτοθόδωρο, εγκατέλειψε  το φτηνοξενοδοχείο όπου διέμενε και πήγε να εγκατασταθεί, μαζί με τα καλάθια  και τα άλλα συμπραγκαλά του, σε ένα φαινομενικά άδειο δωμάτιο του νέου πολυτελούς σπιτιού του, αφού τα άλλα δωμάτια υποτίθεται ότι ήσαν μισθωμένα και μάλιστα με υψηλό μίσθωμα.

Όταν εκδιώχθηκε κακήν κακώς από τη φρουρά της Βουλής, τότε αντελήφθη όχι μόνον το μέγεθος της αφέλειας, αλλά  και των συνεπειών φιλαργυρίας του, διότι από τσιγκουνιά δεν θέλησε να συμβουλευτεί και να πληρώσει έναν δικηγόρο για τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας.

Θα φανεί εκπληκτικό και όμως υπάρχουν σήμερα στην εποχή μας και ψευτοθόδωροι και αφελή θύματα.

Με τη διαφορά ότι τα θύματα δεν είναι ούτε επαρχιώτες του 1880 – οι οποίοι σήμερα είναι κυριολεκτικά σαϊνια – ούτε «αμερικανάκια» της δεκαετίας του 1950, αλλά δυστυχώς «κουτόφραγκοι» Ευρωπαίοι.

Χωρίς να συμμετέχει στο σκάνδαλο και ούτε κατά κεραία  να ευθύνεται η ίδια και προφανώς κηδόμενη του κύρους και της καλής φήμης της Ελλάδας, η Ελληνική Αστυνομία καταβάλλει πράγματι τεράστιες φιλότιμες προσπάθειες, προκειμένου να αποτραπεί ο σάλος που  πρόκειται να ξεσπάσει όταν αποκαλυφθεί η ταυτότητα κάποιου επώνυμου Άγγλου, θύματος σύγχρονων «ψευτοθόδωρων», στον οποίο, εν αγνοία μου, πούλησαν το πατρικό μου σπίτι στη Σύμη.

Διαφορετικά δεν εξηγείται το γεγονός ότι στις πάμπολλες εξώδικες προσκλήσεις και διαμαρτυρίες μου, η Αστυνομία απάντησε ότι «μένουν κάτι ξένοι οι οποίοι έρχονται μόνον τα καλοκαίρια», όταν, συνεπεία των ανατριχιαστικών και αποτρόπαιων τρομοκρατικών χτυπημάτων, όλα τα κράτη της ΕΕ και περισσότερο οι Βρυξέλλες, έχουν μεταβληθεί κυριολεκτικά σε φρούρια, με  αστυνομικούς και στρατιώτες να κυκλοφορούν με βαρύτατο οπλισμό στους δρόμους.

Την εθνικότητα, όχι όμως και τα στοιχεία του «αγοραστή», πληροφορήθηκα από ευϋπόληπτο επιστήμονα και άλλοτε συμμαθητή μου, κάτοικο του  νησιού.

Έχω το μοναδικό προνόμιο το ότι η ληξιαρχική πράξη της γέννησής μου υπογράφεται από τον εκτελούντα και χρέη ληξιάρχου Δήμαρχο Σύμης πατέρα μου, στην οποία αναφέρεται επακριβώς το σπίτι που γεννήθηκα, καθώς και η τοποθεσία του.

Οι δε έγγραφοι ισχυρισμοί της αστυνομίας ότι δεν δύναται να εντοπίσει το σπίτι και τα στοιχεία της ταυτότητας των ξένων «αγοραστών», συνιστούν όχι μόνον απρέπεια προς το πρόσωπό μου, ως απλού πολίτη και ως πολιτευτή Δωδεκανήσου, αλλά και κατάφωρη προσβολή του στοιχειώδους και θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος που είναι η Ιδιοκτησία, της οποίας η προάσπιση και προστασία  είναι καταρχήν καθήκον και υποχρέωση πρωτίστως της Αστυνομίας.

Η Ελληνική Αστυνομία σήμερα, το 2016, διαθέτει εξαιρετικά έμπειρο και υψηλής στάθμης δυναμικό, καθώς και τον απαραίτητο σύγχρονο  εξοπλισμό που να της επιτρέπει να εντοπίζει ευχερώς όχι πλέον σαλταδόρους του 1880, αλλά  σημερινά «λαμόγια με πτυχία».