Οι Αλευρόμυλοι κι η μυλωνού στη Διμυλιά της Ρόδου!

Η δύναμη του νερού που κινούσε την πέτρα και άλεθε το σιτάρι να το κάνει αλεύρι!
Οι μυλόπετρες που αγκομαχούσαν ν΄ ανταπεξέλθουν μα η επιτυχία ήταν εξασφαλισμένη και το αλεύρι συστατικό πρώτης ανάγκης για να ζήσει η οικογένεια.
 Ώρες περίμεναν τη σειρά τους οι χωρικοί για να φορτώσουν  τα γαϊδουράκια τους και να ρθουν πάλι πίσω στην Ελεούσα, ν΄ αλέσουν  κι άλλο σιτάρι, να κάνουν την κουμπάνια τους, η οικογένεια ήταν μεγάλη και το ψωμί την έτρεφε.
Από μικρή στ΄ αλεύρια  η Μαρία Θυριάκη, μέχρι και σήμερα που τον παραδοσιακό πετρόμυλο αντικατέστησε ο σύγχρονος κυλινδρόμυλος, εξ ου και «Τα Διμύλια» , το εργαστήρι  που συνεχίζει με σύγχρονα μέσα και παραδοσιακό τρόπο να τροφοδοτεί με αλεύρι, χυλοπίτες, πλιγούρι, τους νοσταλγούς της παράδοσης.
Σ ΄αυτό τον κόσμο θα «χαθούμε» σήμερα, με τη γιαγιά του Παναγιώτη Χατζημανέττα να ανασύρει μνήμες και να μας μαθαίνει την τέχνη του τραχανά, κοιτώντας  με βλέμμα ζωηρό κι έχοντας  μιάν ακμάδα που διακρίνει όλους όσοι δούλεψαν σκληρά στη ζωή τους και οι νέοι τρόποι δουλειάς σήμερα τους φαίνονται παιχνιδάκι…


Πόσους νερόμυλους είχε κάποτε η Διμυλιά;
Παλιά είχε στη Διμυλιά τέσσερις νερόμυλους που κινούσαν με τη δύναμη του νερού τις πέτρες στον αλευρόμυλο. Ο ένας ήταν του Αντώνη Μπαρδακά, ο άλλος του Μανόλη Τσαφή, ο τρίτος ήταν της Παναγιάς της Ελεούσας που τον δούλευαν διάφοροι που τον νοίκιαζαν κάθε φορά, κι ένας ακόμα που ανήκε σε Σορωνιάτη. Έρχονταν με τα γαϊδουράκια τους από τα γύρω χωριά, κι αλέθασι το σιτάρι. Έρχονταν από τη Σορωνή, από τις Φάνες, την Αρχίπολη, τη Σάλακο, τα Πλατάνια… Ξημερώνονταν εκεί με τα γαϊδουράκια τους γιατί ο νερόμυλος άλεθε αργά, δεν είχε δύναμη.

Πώς άλεθε ο νερόμυλος εκείνα τα χρόνια το σιτάρι;
Είχασι την κοφινία, όπως το λέγανε το μεγάλο χωνί που ρίχναν μέσα το σιτάρι. Έπεφτε το σιτάρι λίγο-λίγο στην πέτρα που είχε μία οπή στη μέση, κι έπεφτε το σιτάρι λίγο-λίγο μέσα στις δύο πέτρες και με την τριβή γινόταν αλεύρι.

Το νερό ποιο ρόλο είχε;
Το νερό αυτές τις δύο μεγάλες πέτρες τις γυρνούσε σιγά-σιγά. Για ένα τσουβάλι σιτάρι μπορεί να έκανε και δύο ώρες ν΄ αλέσει και να γίνει αλεύρι. Το παίρνανε το αλεύρι,, ζυμώνανε το ψωμί της εβδομάδας και ξανάρχονταν όταν τους τελείωνε το τσουβάλι. Το κάθε σπίτι έσπερνε σιτάρι τότε για να έχει την κουμπάνια του. Το άλεσμα γινόταν Ιούνιο-Ιούλιο, αλλά και όλο το χρόνο έρχονταν στον αλευρόμυλο.

Πότε ανοίξατε στο χωριό  τον πρώτο πιο εξελιγμένο αλευρόμυλο;
Το 1958 η μαμά μου άνοιξε στην Ελεούσα το μύλο που δούλευε πια με το πετρέλαιο, με μοτόρι και όταν ήρθε το ρεύμα στο χωριό το 1965-66 τον κάναμε ηλεκτροκίνητο. Δεν είχε νερά πολλά πια στην περιοχή και σταμάτησαν να λειτουργούν οι νερόμυλοι. Όταν έγινε ο ηλεκτροκίνητος από τις δύο ώρες που χρειαζόταν ο νερόμυλος για να αλέσει το τσουβάλι το σιτάρι χρειαζόταν πια μισή ώρα και ο κόσμος δεν καθυστερούνταν. Έρχονταν, αλέθασι και φεύγασι κι από τ΄ Απόλλωνα, κι από τ΄ Αφάντου, κι απ΄ όλα τα χωριά, παρόλο που στ΄ Αφάντου ήταν ο Αλευρόμυλος του Βενετοκλή και στον Αρχάγγελο είχε πολλούς μύλους. Έρχονταν κι αλέθασι στην Ελεούσα.

Οι δημιουργοί του πρώτου μύλου, Βαρβάρα και Παναγιώτης ΘυριάκηΟι δημιουργοί του πρώτου μύλου, Βαρβάρα και Παναγιώτης Θυριάκη


Πιο επαγγελματικά πότε ξεκινήσατε τη δουλειά;
Απ΄ όταν πέθανε η μάνα μου κι ο πατέρας μου, κι ανέλαβα εγώ με τον άντρα μου, κι εφορτώναμε το τρακτέρ με αλεύρια και πήγαινε ο άντρας μου Αφάντου, Ψίνθο και Έμπωνα και έπαιρνε και έδινε  τις παραγγελίες. Η μια του έλεγε «θέλω 50 κιλά αλεύρι», η άλλη «θέλω 10 κιλά»…  Το 1990 πήραμε μηχανή που καθάριζε το σιτάρι και ο κόσμος έφερνε το σιτάρι του, τους το καθάριζε η μηχανή και τους το αλέθαμε. Πληρώνανε δίνοντας αλεύρι, δίνοντας το «δίκιο μας» που λέγαμε. Δεν είχε ο κόσμος χρήματα τότε και το παίρναμε αλεύρι. Λεγόταν «διαλέστρι» η διαδικασία αυτή πληρωμής. Ακόμα μέχρι και σήμερα ορισμένοι λένε «πάρ΄ το αλεύρι  την πληρωμή σου…»…

Εσείς στον αλευρόμυλο είχατε και δικό σας σιτάρι;
Κι εμείς ως αλευρόμυλος αγοράζαμε σιτάρι από τους αγρότες και κάθε καλοκαίρι Ιούνιο-Ιούλιο το κάναμε βουνό και βουτούσαν και τα εγγόνια μου ακόμα μέσα. Σαν να ήταν πισίνα πέφτανε μέσα στο σιτάρι και το μαζεύανε με κουβάδες και το ρίχνανε στη μηχανή για καθάρισμα. Μετά συσκευαζόταν σε σακιά, φυλαγόταν στις αποθήκες για να αλεστεί όλο το χρόνο και να γίνει αλεύρι. Έτσι μεγάλωσαν και τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου.

 Και συνέχισε  η επόμενη γενιά τη δουλειά, η κόρη σας η Καθολική!
Από το 2003 ανέλαβε η κόρη μου η Καθολική Θυριάκη και τα πρώτα χρόνια συνεχίσαμε να δουλεύουμε με τον ίδιο τρόπο. Κουβαλούσαμε τα τσουβάλια το σιτάρι στις αποθήκες. Από μπροστά ήταν το σπίτι μας και δίπλα ήταν ο μύλος. Έβαζα στα παιδιά μου μπροστά τους το σινί και ρίχναμε το σιτάρι πάνω και το καθαρίζαμε για να το αλέσουμε που δεν είχε μηχανήματα. Έτσι μάθαν και τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου τη δουλειά. Όταν ανέλαβε η κόρη μου πήρε μια επιδότηση για γυναικεία επιχειρηματικότητα και μπήκαν δύο σιλό αποθήκευσης, κι ένα πιο σύγχρονο καθαριστικό. Από τότε η δουλειά έγινε πιο εύκολη και η παραγωγή αυξήθηκε. Λειτουργούσαμε τον παλιό πετρόμυλο και αγοράσαμε και άλλους δύο πετρόμυλους που ήταν σε αχρηστία απ΄ τα γύρω χωριά, τους φτιάξαμε και τους χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα.

Τραχανά και πλιγούρι από πότε ξεκινήσατε να κάνετε;
Από το 2002, κι αυτό γιατί μας τα ζητούσε ο κόσμος. Πάντα στα χωριά μας, κυρίως το καλοκαίρι φτιαχνόταν ο τραχανάς και τον απλώνανε στα δώματα. Ξέρεις τι είναι τα δώματα; Είναι οι ταράτσες που λέμε σήμερα.

Πώς φτιαχνόταν ο τραχανάς τότε στα σπίτια, από ποια υλικά;
Από το γάλα της κατσίκας πιο πολύ ή και της αγελάδας αν είχες αγελάδες. Το αφήναμε και ξίνιζε 8-10 μέρες και μετά το κοχλάζαμε στην κατσαρόλα και έπηζε. Είχαμε το χοντρό αλεύρι έτοιμο και όπως ήταν καυτό το γάλα το ρίχναμε και το ανακατεύαμε και το ζυμώναμε. Το σκεπάζαμε τη νύχτα για ν’ ανεβεί  και το πρωί τον απλώναμε στο δώμα, σε βόλους. Μετά από 3-4 ώρες παίρναμε τον κόρδινο (μεγάλο αραιό κόσκινο) και το τρίβαμε και γινόταν σαν ρύζι, κι έπεφτε από κάτω το ψιλό. Τον αφήναμε 5-10 μέρες στον ήλιο και ξεραινόταν και μετά ήταν έτοιμος.

Στο εργαστήριό σας με τον ίδιο τρόπο φτιάχνετε τώρα τον τραχανά;
Με τον ίδιο τρόπο, αλλά τον ξεραίνουμε με ξηραντήριο σύγχρονο και τρίβεται με μηχάνημα. Συνεχίζουμε να φτιάχνουμε με πιο επαγγελματικό τρόπο τραχανά, πλιγούρι, χυλοπίτες…

Ο μύλος υπάρχει σήμερα; Λειτουργεί;
Βεβαίως και υπάρχει και λειτουργεί. Από το 2011 τον μεταφέραν τα παιδιά μου από την Ελεούσα στη Διμυλιά, με τη βοήθεια μιας επιδότησης του ΕΣΠΑ που  πήρε η κόρη μου, μαζί με τον εγγονό μου τον Παναγιώτη Χατζημανέττα.  Φτιάξαμε ένα σύγχρονο κτήριο 200 τ.μ όπου μέσα βάλαμε καινούργιο κυλινδρόμυλο που κάνει αλεύρι, κι εκεί που ήθελε μισή ώρα το τσουβάλι, τώρα θέλει πέντε λεπτά για να γίνει το σιτάρι αλεύρι. Ο εγγονός μου σπούδασε γεωπονία και πήρε κατεύθυνση τη χημεία τροφίμων και έκανε πρακτική στην Αλατίνη. Το πτυχίο του είναι  πάνω στο σιτάρι και το αλεύρι.

Τρεις γενιές συνεχίζουν  την παράδοση χρησιμοποιώντας σύγχρονα μέσα Τρεις γενιές συνεχίζουν την παράδοση χρησιμοποιώντας σύγχρονα μέσα


Τι αλεύρι βγάζετε σήμερα;
Βγάζουμε το μαλακό το άσπρο,  από μαλακό σιτάρι, βγάζουμε το ολικής αλέσεως από σκληρό σιτάρι που το σκληρό σιτάρι μόνο στη Ρόδο χρησιμοποιείται για να κάνουμε το χωριάτικο ψωμί, γι αυτό είναι και τόσο νόστιμο… Βγάζουμε το κίτρινο αλεύρι από το σκληρό σιτάρι που είναι δηλαδή χωρίς το πίτουρο, αλλά έχει το σιμιγδάλι του. Και κρίθινο αλεύρι που το χρησιμοποιούν για κριθαροκουλούρες. Αλλά και σικάλεως αλεύρι, καλαμποκάλευρο και αλεύρι ζέας. Ο εγγονός μου θέλει να βγάλει όπου να ΄ναι και αλεύρι πολύσπορο. Κάναμε κι ένα πιο μικρό κτήριο και φτιάξαμε τους τρεις πετρόμυλους και τους βάλαμε μέσα και βγάζουμε μ΄ αυτούς το κοσκινισμένο αλεύρι του πετρόμυλου, αλλά και το παλιό το ακοσκίνιστο, το ολικής με πίτουρο που το προτιμούν και μας το ζητούν πολλοί.

Είναι μεγάλη τώρα η παραγωγή σας;
Ξεκινήσαμε με 50 τόνους σιτάρι και φτάσαμε τους 400 και 500 τόνους το χρόνο που παίρνουμε από Ροδίτες αγρότες.

Από πού αγοράζετε το σιτάρι σας, έχει αρκετές καλλιέργειες η Ρόδος;
Από τα έξω χωριά. Και βέβαια έχει. Από την Απολακκιά, τη Μεσαναγρό, την Κατταβιά, κι από την Κάμειρο όλο το σιτάρι το μαζεύουμε. Στη Νότια Ρόδο πάρα πολλοί παραγωγοί φέτος, οι άνθρωποι με την ανομβρία δεν πήγε καλά η χρονιά τους, και πολύ σιτάρι τους κάηκε και στη φωτιά. Εμείς βέβαια την κουμπάνια μας την κάναμε.

Πού τη διαθέτετε την παραγωγή σας;
Δίνουμε σε φούρνους, σε σούπερ μάρκετ, σε μικρά μαγαζιά, σε εστιατόρια, αλλά πουλούμε και λιανική στο μύλο στη Διμυλιά. Έχει άλλους τρεις η Ρόδος. Ο Παναγιώτης ο εγγονός μου έχει σκοπό να κάνει και μια νέα μονάδα παραγωγής ζυμαρικών. Οι νέοι τώρα πήραν τη δουλειά στα χέρια τους, η κόρη μου, ο γαμπρός μου ο Μιχάλης, ο εγγονός μου, κι εγώ βοηθώ ό,τι μπορώ με τον άντρα μου το Γιάννη γιατί είμαστε πια μεγάλοι άνθρωποι.

Πολύ καλά είστε. Έμαθα ότι ακόμα το τσουβάλι το σηκώνετε με άνεση…
Εγώ παιδί μου, σήκωνα 50 κιλά το τσουβάλι το αλεύρι να το φορτώνω στα γαϊδουράκια… Τώρα πια έρχονται με τ΄ αυτοκίνητα… Κι έκανα κι άλλες δουλειές, είχαμε αγελάδες, ν΄ αρμέγουμε με τα χέρια και να σπέρνουμε και θερίζαμε με τα χέρια και τέσσερα παιδιά έκανα σε έξι χρόνια μέσα… Δόξασι ο Θεός με τη δύναμή Του γίναν όλα.