Ο Αστυνομικός Σταθμάρχης Σαλάκου, Δημήτρης Ταραβήρας

Αγαπητή Ροδιακή, ειλικρινά είμαι λυπημένος. Ανοίγοντας τον Η/Υ και πηγαίνοντας όπως κάνω-σχεδόν- κάθε μέρα στη λέξη «Ροδιακή» για να διαβάσω τα όσα γίνονται εκεί κάτω σε σας, ευχάριστα ή και δυσάρεστα -αυτό παντού συμβαίνει- έπεσε το μάτι μου στη θλιβερή είδηση του θανάτου (21-8-2016) ενός παλιού δικού μου συναδέλφου, του Δημήτρη Ταραβήρα.

Θα μου επιτραπεί  μέσω εσού να πω γι’ αυτόν τον αγαπητό συνάδελφο κι εγώ δυο λόγια:

Ήρθαμε στη Ρόδο στις 29  Μαρτίου του έτους 1947. Στις 31 του ίδιου μήνα-πολύ γνωστό αυτό- ο Ναύαρχος Ιωαννίδης παρέλαβε από τον Άγγλο Αξιωματικό τα Δωδεκάνησα. Εμείς-εννοώ τα Αστυνομικά όργανα- παραλάβαμε από τους Άγγλους συναδέλφους μας τα Αστυνομικά Τμήματα Πόλεως και Χωριών σε συνολικό διάστημα δέκα πέντε περίπου ημερών.

Ο Δημήτρης Ταραβήρας -άν θυμάμαι καλά- ήταν τότε Ενωμοτάρχης και η υπηρεσία τον τοποθέτησε ως Αστυνομικό Σταθμάρχη, νομίζω στη Σάλακο,  ενώ εγώ  ως απλός χωροφύλακας  παρέμεινα στην πόλη της Ρόδου, ως τροχονόμος.

Δεν είχα πολλά πάρε-δώσε με τον Ενωμοτάρχη Ταραβήρα. Πολλές φορές και περιοδικά, τον έβλεπα όταν κατέβαινε στη Ρόδο, τον χαιρετούσα στρατιωτικά, μου ανταπέδιδε τον χαιρετισμό και τίποτα περισσότερο. Κοίταζε και κοίταζα τη δουλειά μου και η ζωή όλων ημών των Αστυνομικών, κύλαγε όμορφα μεταξύ συναδέλφων και νομοταγών πολιτών.

 Τα χρόνια πέρασαν, τα λευκά μαλλιά στην κεφαλή μας κι όσα  μας απέμειναν λευκάνθηκαν, οι αυστηροί κανονισμοί πειθαρχίας ανάμεσά μας   πήραν και εκείνοι πιο ανθρώπινη μορφή σε μικρούς και μεγάλους βαθμούς επειδή με την πάροδο των χρόνων γνωριστήκαμε  περισσότερο και, μπορώ να πω, πως ανάμεσά μας δημιουργήθηκε  και οικογενειακή φιλία.

 Όχι, εγώ δεν υπήρξα φίλος του Δημήτρη Ταραβήρα, τον σεβόμουνα, τον εκτιμούσα και τον αγαπούσα σαν συνάδελφο, αλλά δε γνώριζα πολλά για εκείνον και την οικογένειά του επειδή ποτέ δεν συνυπηρετήσαμε, αλλού βρισκόταν εκείνος και αλλού εγώ.

Κάποτε, και ως πολίτης (συνταξιούχος της Χωροφυλακής) πλέον, βρέθηκα στη Ρόδο και περιδιαβαίνοντας τους δρόμους που ως τροχονόμος αλώνιζα χωρίς  τότε να νιώθω κόπωση, πέρασα και από  κάποιο ξενοδοχείο κοντά στο ενυδρείο.

 Δε θυμάμαι αν ως συνταξιούχος εργαζόταν εκεί ο Δημήτρης Ταραβήρας. Όμως, δεν ξεχνώ πως μόλις με είδε, αισθάνθηκε τόση μεγάλη χαρά, που με αγκάλιασε και με οδήγησε  σε κάποια ισόγεια  αίθουσα στην οποία μου πρόσφερε και του «πουλιού το γάλα», όπως λένε στο χωριό μου!

Έτσι φιλότιμοι ήταν οι τότε άνδρες της Χωροφυλακής. Τηρούσαν τα προσχήματα, βάδιζαν σύμφωνα με τα γράμμα των όποιων Κανονισμών χωρίς όμως αυτοί οι Κανονισμοί να τους εμποδίζουν  στο να μορφώνουν γνώμη  περί της αξίας του κάθε συναδέλφου και ανάλογα έπρατταν.

 Αγαπημένε μου συνάδελφε Δημήτρη, σεβαστέ Ενωμοτάρχη  της τότε εποχής. Έφυγες πλήρης ημερών  αλλά δεν θα εξετάσω την ηλικία σου. Ο σύζυγος, ο πατέρας, ο παππούς, ακόμη και ο προ-πάππος, όσα χρόνια και άν έχει στη ράχη του  για τους δικούς του ανθρώπους, είναι  προσφιλές και αγαπημένο πρόσωπο. Οι δικοί σου άνθρωποι,  δικαιολογημένα είναι λυπημένοι και  στη δική τους λύπη  τους παρακαλώ να μου επιτρέψουν να συμμετάσχω και  εγώ.

Πήγαινε Φίλε μου στο καλό, περπάτα στη δική σου στράτα που δυστυχώς δεν έχει γυρισμό, φτάσε όμως στην όμορφη Παραδεισένια κοιλάδα για να ξεκουραστείς. Και έσω βέβαιος πως  οι δικοί σου συγγενείς και οι  συνάδελφοί σου με τους οποίους  μαζί για πρώτη φορά πατήσατε την αιματοβαμμένη Δωδεκανησιακή  Γη(29-3-1947), δεν θα σε ξεχάσουν ΠΟΤΕ.

ΑΙΩΝΙΑ ΣΟΥ Η ΜΝΗΜΗ

Του Σεραφείμ Αθανασίου