Πρέπει να διαμορφωθεί ένα διεκδικητικό  “πατριωτικό μέτωπο”

«Όλες οι επιχειρήσεις βράζουν στο καζάνι της κρίσης και της αστοχίας των κυβερνητικών μέτρων» επισημαίνει ο γνωστός επιχειρηματίας κ. Γιάννης Σπανός, στην, άκρως ενδιαφέρουσα, συνέντευξη που ακολουθεί.

Ταυτόχρονα προειδοποιεί ότι η τοπική οικονομία παραλύει, νεκρώνει, λόγω της ληστρικής εισβολής των πολυεθνικών καθώς το 70%-80% της καταναλωτικής δαπάνης φυγαδεύεται στις χώρες προέλευσής τους και δεν επανεπενδύεται στον τόπο μας.

Υπογραμμίζει ακόμα ότι οι αναφορές στη νησιωτικότητα είναι παραμύθι για μικρά παιδιά ή αφελείς. «Νησιωτικότητα σημαίνει για μένα δέσμη αναπτυξιακών κινήτρων σε όλους τους τομείς και όχι αντικίνητρα, όπως είναι τα μέτρα των τελευταίων κυβερνήσεων» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Τέλος, ο κ. Γιάννης Σπανός, με τη μακράν εμπειρία του, αφού υπήρξε ο πρωτοπόρος των σούπερ μάρκετ στη Ρόδο, μαζί με τον αδελφό του Γιώργο Σπανό, προτάσσει, στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε, την ανάγκη διαμόρφωσης ενός διεκδικητικού «πατριωτικού μετώπου» σε όλα τα επίπεδα, πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτιστικό, ξεπερνώντας προσωπικές και πολιτικές σκοπιμότητες.

Κύριε Σπανέ, κάθε μέρα και πιο έντονα εκπρόσωποι του εμπορικού κόσμου εκφράζουν την αγωνία τους για το μέλλον των επιχειρήσεών τους. Ο «θάνατος του εμποράκου» φαίνεται πια ως βέβαιο γεγονός. Η δική σας άποψη ποια είναι;
- Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο εμπορικός κόσμος διέρχεται τη χειρότερη περίοδό του. Επτά χρόνια βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, με κύριο χαρακτηριστικό τη βίαιη ανατροπή των συνθηκών ζωής των πολιτών, είναι πολύ φυσικό να προκαλούν ανάλογη ανατροπή και στις συνθήκες της αγοράς.
Ήδη, αρκετές επιχειρήσεις έχουν βάλει λουκέτο και αν δεν υπάρξει σύντομα, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, η πολυσυζητημένη ανάκαμψη της οικονομίας, τη μοίρα τους θ’ ακολουθήσουν κι άλλες.

Κατά την άποψη επιχειρηματιών, απ’ όλους τους τομείς της οικονομίας, η ακολουθουμένη πολιτική από την κυβέρνηση είναι εσφαλμένη και καταστροφική για την επιχειρηματικότητα γενικά. Εσείς τι λέτε;
- Σίγουρα έχουν δίκιο. Τα μέτρα που έχουν ληφθεί, κυρίως στα τρία τελευταία χρόνια, έχουν διαμορφώσει ασφυκτικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις και γενικά την ιδιωτική πρωτοβουλία. Η δραστική συρρίκνωση του εισοδήματος μισθωτών, στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, των συνταξιούχων, σε συνδυασμό με την καλπάζουσα ανεργία, έχει οδηγήσει την αγοραστική ικανότητα των καταναλωτών στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων τριάντα χρόνων, με επακόλουθο την ανάλογη πτώση του τζίρου των επιχειρήσεων.
Από την άλλη η υπερφορολόγηση των επιχειρήσεων, η αλματώδης αύξηση του Φ.Π.Α., σε όλα σχεδόν τα προϊόντα, και, τελευταία, τα capital controls     είναι μέτρα, που δίνουν την χαριστική βολή. Και απορώ πως, στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, δεν αντιλαμβάνονται ότι τα όρια φοροδοτικής     ικανότητας μισθωτών, συνταξιούχων, εργαζομένων και επιχειρήσεων έχουν εξαντληθεί προ πολλού.
Έτσι, όμως, «σκοτώνουν» και τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις.        

Στον κλάδο των τροφίμων πώς έχει η κατάσταση; Είναι καλύτερη ή χειρότερη σε σχέση με τις άλλες εμπορικές επιχειρήσεις;
- Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι όλες οι εμπορικές επιχειρήσεις βράζουν στο καζάνι της κρίσης και της αστοχίας των κυβερνητικών μέτρων. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καλύτερα ή χειρότερα.
Ο κλάδος των τροφίμων γενικά, για έκτη συνεχή χρονιά, γνωρίζει αισθητή μείωση η οποία για φέτος εκτιμάται ότι θα υπερβεί το 9%. Και θα συμπιέζεται συνεχώς, όσο περιορίζεται το εισόδημα, δηλαδή η αγοραστική δυνατότητα των καταναλωτών.
Οι καιροί άλλαξαν, η καθημερινή ζωή των νοικοκυριών έγινε πολύ πιο δύσκολη και μαζί άλλαξαν και οι συνήθειες των καταναλωτών, οι οποίοι περιορίζονται στα απολύτως βασικά και αναγκαία αγαθά, ακόμα και στα τρόφιμα.

Και όμως πλανάται ακόμα η εντύπωση ότι ο κλάδος σας αντέχει, ως ένας από τους λίγους κλάδους που αντέχουν στην κρίση.
- Πλανάται απλώς. η αλήθεια είναι διαφορετική, όπως μαρτυρά η πτώση του ομίλου Μαρινόπουλου, ο οποίος εθεωρείτο κολοσσός, και φυσικά θα παρακολουθείτε τις αναταράξεις που προκάλεσε στον χώρο, αλλά και τις επιπτώσεις, επώδυνες για τις προμηθεύτριες εταιρείες, το τραπεζικό σύστημα, την απασχόληση, καθώς 13.000 εργαζόμενοι ζουν αυτήν την περίοδο τον εφιάλτη της ανεργίας, και, εν τέλει, στην εθνική οικονομία.

Να μείνουμε στην κατάρρευση της «Μαρινόπουλος Α.Ε.» η οποία, πράγματι, προκάλεσε ισχυρό σοκ, τόσο στον κλάδο σας, και γενικότερα στον επιχειρηματικό κόσμο, όσο και στην ελληνική κοινωνία. Υπάρχει ελπίδα να σταθεί ξανά στα πόδια της;
- Η ελπίδα -λένε- πεθαίνει πάντα τελευταία. Προσωπικά, ωστόσο, το βλέπω εξαιρετικά δύσκολο, διότι πρόκειται για υπόθεση εξαιρετικά σύνθετη και περίπλοκη, στην οποία εμπλέκονται πολλοί παράγοντες, όπως είναι οι δανείστριες τράπεζες, οι προμηθευτές της εταιρείας, το ίδιο το κράτος και οι ασφαλιστικοί φορείς του.
Η όποια λύση προβλέπει εξ αρχής την αντιμετώπιση του τεράστιου χρέους της εταιρείας. Οι προμηθευτές δεν φαίνονται διατεθειμένοι, αυτήν τη στιγμή τουλάχιστον, να δεχθούν ένα γενναίο κούρεμα των οικονομικών απαιτήσεών τους, οι τράπεζες δεν φαίνονται πάλι πρόθυμες να αναλάβουν το ρίσκο μιας νέας γιγάντιας δανειοδότησης και, τέλος, το κράτος θα πρεπε να βρει λύση στο ζήτημα των οφειλόμενων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που, όπως έχει γίνει γνωστό από τα μέσα ενημέρωσης, υπολογίζονται περίπου στα τετρακόσια εκατομμύρια. Όπως αντιλαμβάνεστε είναι δύσκολος γρίφος, μακάρι όμως να βρεθεί λύση για ν’ αποφευχθεί το ντόμινο κατάρρευσης και άλλων επιχειρήσεων.

Αναφερθήκατε σε σοβαρές αναταράξεις στον κλάδο σας. Μπορείτε να γίνετε πιο συγκεκριμένος;
- Αναπόφευκτα, η κατάρρευση της «Μαρινόπουλος Α.Ε.» έχει κάνει περισσότερο ασφυκτικό το περιβάλλον για τις ομοειδείς επιχειρήσεις της χώρας. Οι τράπεζες είναι τώρα πολύ επιφυλακτικές απέναντι τους, οι προμηθευτές, και αναφέρομαι στους πολυεθνικούς ομίλους, ακολουθούν ένα πολύ αυστηρό πλαίσιο συνεργασίας με τις ελληνικές επιχειρήσεις, με ελάχιστα χρονικά και ποσοτικά πιστωτικά όρια, στοιχεία που εντείνουν την ασφυξία τους. Μέσα σ’ αυτό το ιδιαιτέρως αρνητικό κλίμα, οι ελληνικές επιχειρήσεις είτε μεταφέρουν τις έδρες τους σε άλλες χώρες, όπως η Βουλγαρία για παράδειγμα, αναζητώντας ένα καλύτερο φορολογικό καθεστώς, κυρίως οι υγιείς, διότι διαφορετικά θα γίνουν και αυτές προβληματικές, είτε αναζητούν συνεργασίες μεταξύ τους ή με ομίλους του εξωτερικού προκειμένου να επιβιώσουν.

 


Υπάρχουν τέτοια παραδείγματα;
- Θα αναφερθώ μόνο στον δικό μας κλάδο. Η εταιρεία «Βασιλόπουλος» έχει υπαχθεί στον βελγικό όμιλο Delhaize Group εδώ και χρόνια, η «Βερόπουλος» έχει γίνει τώρα «My Market», η «Μαρινόπουλος Α.Ε.» είχε γίνει «Μαρινόπουλος Carrefour”.
Μιλάμε για τους μεγάλους παίκτες της χώρας. Όμως αυτός ο αφελληνισμός των επιχειρήσεων έχει ολέθριες συνέπειες για την ίδια την οικονομία της χώρας, αλλά οι κυβερνώντες, και αναφέρομαι και στους προηγούμενους, δεν το βλέπουν - δυστυχώς. Διότι τζίροι δισεκατομμυρίων κάθε χρόνο διοχετεύονται σε άλλες χώρες. Αυτό, δυστυχώς, συμβαίνει και στην περιοχή μας. Τώρα έχουμε και την Praktiker, μια γερμανική εταιρεία που χρεοκόπησε πριν από δύο χρόνια στη χώρα της, αλλά στην Ελλάδα βρήκε τον παράδεισό της.

Αυτό σημαίνει ότι ο ανταγωνισμός θα γίνεται ολοένα και πιο έντονος;
- Μα φυσικά... Αν καταγράψετε τους πολυεθνικούς ομίλους που λειτουργούν στη Ρόδο και πόσα πολυκαταστήματα έχουν ιδρύσει θα αντιληφθείτε το μέγεθος του προβλήματος. Και αυτό συμβαίνει, όχι μόνο στον τομέα των τροφίμων αλλά σε όλο το επιχειρηματικό φάσμα, δηλαδή στον ρουχισμό, στα οικιακά σκεύη, στα αθλητικά είδη, στις ηλεκτρονικές συσκευές, στα έπιπλα παντού. Είναι κάτι που η τοπική αγορά, η τοπική οικονομία το έχει πληρώσει ήδη πολύ ακριβά.

Αν σας ερμηνεύουμε σωστά αναφέρεστε προφανώς στην τεράστια φυγή κεφαλαίων από την τοπική οικονομία.
- Αυτό ακριβώς. όταν το 70%-80% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης πηγαίνει στα ταμεία των πολυεθνικών κάνει …φτερά από την τοπική οικονομία. Με άλλα λόγια δεν επανεπενδύεται στον τόπο, δεν δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, που πάει να πει ότι η τοπική οικονομία μέρα τη μέρα παραλύει, νεκρώνει.

Αναφερθήκατε προηγουμένως στους κυβερνώντες λέγοντας ότι δεν αντιλαμβάνονται προφανώς το μέγεθος του προβλήματος, δηλαδή του αφελληνισμού των επιχειρήσεων. Σε μια ελεύθερη ανταγωνιστική οικονομία τι θα μπορούσαν να κάνουν;
- Πολύ σωστό το ερώτημά σας. Όμως ελεύθερη αγορά δεν σημαίνει ασύδοτη αγορά. Η ίδια η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία, και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ελεύθερη ανταγωνιστική αγορά έχουν. Αυτό όμως δεν τις εμποδίζει να βάλουν περιοριστικούς όρους στη δράση των μεγάλων πολυεθνικών ομίλων, προκειμένου να προστατέψουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις τους, διότι γνωρίζουν ότι οι τελευταίες δεν θα μπορέσουν να αντέξουν στον ανταγωνισμό  και άρα θα εξαφανιστούν από τον χάρτη της αγοράς με τραγικές συνέπειες για την εθνική οικονομία, την κοινωνία και την απασχόληση. Το μεγάλο ψάρι τρώει, πάντα, το μικρό, είναι κανόνας αυτός. Δυστυχώς, η χώρα μας δεν το έχει κάνει αυτό και σήμερα μια μια οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις σβήνουν. Αντιθέτως, μάλιστα. Ενώ οι ελληνικές επιχειρήσεις υπερφορολογούνται οι πολυεθνικοί όμιλοι μέσα από έναν λαβύρινθο ενδοσυναλλαγών (τριγωνικές συναλλαγές) με τις θυγατρικές τους, καταφέρνουν και δεν δίνουν δεκάρα στο ελληνικό κράτος.
Πώς θ’ αντέξουν, λοιπόν;

Θα μπορούσε, προς αυτήν την κατεύθυνση κάτι να γίνει, τουλάχιστον για τις νησιωτικές περιοχές;
- Βεβαιότατα. Μόνο που η νησιωτικότητα έχει καταντήσει παραμύθι για μικρά παιδιά ή αφελείς. Νησιωτικότητα για μένα σημαίνει ειδικά αναπτυξιακά κίνητρα, ειδικά προγράμματα επενδύσεων, ειδικά φορολογικά μέτρα κοινωνικής προστασίας προκειμένου να υπερκαλυφθούν τα μειονεκτήματα του νησιωτικού χώρου σε σχέση με τη χερσαία Ελλάδα.
Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Καταργήθηκαν οι μειωμένοι συντελεστές Φ.Π.Α., αύξησαν τον Φ.Π.Α. στις μεταφορές στο 24% με συνέπεια την υπέρμετρη αύξηση του κόστους ζωής, αύξησαν τη φορολογία των επιχειρήσεων, καταργώντας ταυτόχρονα κάποιες φορολογικές ελαφρύνσεις, στα μικρότερα νησιά.
Με άλλα λόγια, στα τελευταία δύο χρόνια, το κόστος διαβίωσης έχει αυξηθεί κατά 20% τουλάχιστον, στα νησιά, αλλά συνεχίζουν να μας παραμυθιάζουν.
Νησιωτικότητα - κουραφέξαλα δηλαδή.  

Δεν έχετε άδικο, αλλά τι είναι εκείνο που σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, σας πληγώνει περισσότερο;
- Πρώτα απ’ όλα με πληγώνει που βλέπω συμπολίτες μας να υποφέρουν γιατί δεν μπορούν πια να τα βγάλουν πέρα. Η Ρόδος, στα τελευταία 40 χρόνια δεν ήξερε τι πάει να πει φτώχεια και τώρα έχει γεμίσει νεόφτωχους, δυστυχισμένους ανθρώπους. Με πληγώνει ακόμα η αφροσύνη, η αναλγησία των κυβερνώντων, διότι βλέπουν τα νησιά ως παχιές αγελάδες για άρμεγμα. Σήμερα η Κρήτη, η Ρόδος, η Κέρκυρα, και ορισμένα άλλα νησιά με οικονομική ευρωστία, έχουν γίνει προτεκτοράτα των πολυεθνικών ομίλων φτωχοποιώντας τις τοπικές οικονομίες, με τη φυγή δισεκατομμυρίων ευρώ στις χώρες προέλευσής τους.
Η κυβέρνηση, αν πραγματικά νοιάζεται για τις νησιωτικές οικονομίες θα πρέπει εδώ και τώρα να τροποποιήσει τον υφιστάμενο νόμο ως προς τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πολυκαταστημάτων, στο πρότυπο των ευρωπαϊκών χωρών που προανέφερα. Είναι αδιανόητο σ’ έναν περιορισμένο χώρο όπως είναι το τρίγωνο Ιαλυσός - Ρόδος - Κοσκινού να συνωστίζονται δεκάδες πολυκαταστήματα πολυεθνικών, και το ίδιο συμβαίνει στο Ηράκλειο, στα Χανιά, στην Κέρκυρα, και αλλού.
Θα πρέπει, επιτέλους, να μπει φρένο στη ληστρική επέλασή τους.   

Να κλείσουμε με μια ευχή σας;
- Εύχομαι, κατ’ αρχήν, να μην έρθουν τα χειρότερα που κάποιοι, δυστυχώς, προβλέπουν.
Εύχομαι ακόμα να ξεκινήσει να διαμορφώνεται στον τόπο μας ένα πατριωτικό κίνημα σε όλα τα επίπεδα, πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό διότι, πιστεύω, έτσι μόνο η κεντρική εξουσία θα νιώσει το βάρος των τεράστιων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι νησιωτικές οικονομίες και κοινωνίες.
Σ’ αυτό μπορούν να έχουν ηγετικό ρόλο το επιμελητήριο, η Ένωση Ξενοδόχων, το Εργατικό Κέντρο, ο Δήμος Ρόδου και η Περιφέρεια, ξεπερνώντας τις όποιες προσωπικές και πολιτικές διαφορές τους.
Θέλω, τέλος, με την ευκαιρία που μου δίνετε να ευχαριστήσω όλους εκείνους τους καταναλωτές που στηρίζουν τις τοπικές επιχειρήσεις, επειδή έχουν πλήρη συνείδηση ότι το ευρώ που ξοδεύουν μένει στον τόπο και επανεπενδύεται. Σε ό,τι μας αφορά, ως επιχειρηματικό όμιλο, έχουμε πίσω μας μια μακράν ιστορία στήριξης και εμπιστοσύνης εκ μέρους του κοινού, πράγμα που μας ώθησε στη δημιουργία της «Δωδεκάνησος Ναυτιλιακή» η οποία σήμερα αποτελεί κύριο μοχλό ανάπτυξης των νησιών μας.
Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς η αλληλοστήριξη πολιτών και τοπικών επιχειρήσεων είναι μονόδρομος για την υπέρβαση της κρίσης.