Φράνζεν και κατσίκια στη Σύμη

Η Σύμη είναι μικρή και ζεστή. Ή μάλλον να το θέσω αλλιώς: μικρή δεν είναι αλλά δεν κατοικείται ολόκληρη.

Ο βασικός οικισμός είναι ένας, η Χώρα, το λιμάνι. Χτισμένο αμφιθεατρικά με σπιτάκια δωδεκανησιακά, πολλά από αυτά αρχοντικά, σε χρώματα παστέλ. Υπάρχει ειδική παλέτα στο νησί και υποχρεούσαι, αν θέλεις να βάψεις το σπίτι σου, να χρησιμοποιείς μόνο αυτήν – έτσι σώζονται οι παραδοσιακοί οικισμοί, αλλά δυστυχώς ως κράτος το καταλάβαμε αργά.

Η Σύμη έχει και ένα περίφημο μοναστήρι, τον Πανορμήτη, μακριά από τη Χώρα. Να φανταστείτε εγώ μικρή, όταν πηγαίναμε με καραβάκι από τη Ρόδο νόμιζα ότι ο Πανορμήτης και η Σύμη είναι δύο διαφορετικά νησιά!

 

Η παραλία της Αγίας Μαρίνας. Αυτή είναι η πιο περιποιημένη, της ΣύμηςΗ παραλία της Αγίας Μαρίνας. Αυτή είναι η πιο περιποιημένη, της Σύμης

 

Οσον αφορά τη ζέστη, αυτή είναι παροιμιώδης. Καλοκαίρι μεσημέρι στο λιμάνι δεν την παλεύεις. Θυμάμαι από εκείνα τα παιδικά ταξίδια τον ιδρώτα να τρέχει ποτάμι όταν καθόμασταν να φάμε.

Το πρόγραμμα λοιπόν στο νησί, αν πας διακοπές εκεί, ορίζεται από τη ζέστη – πώς θα της ξεφύγεις μέχρι το απόγευμα. Ο τρόπος είναι απλός και ένας: φεύγεις για μπάνιο με τα καραβάκια. Δροσίζεσαι στη διαδρομή και μετά βουτάς.

Οι παραλίες στη Σύμη είναι 4-5 και τα καραβάκια αρκετά και κάνουν δρομολόγια ανά μισάωρο. Ξεκινάνε από το πιο κεντρικό σημείο στο λιμάνι και σε πηγαίνουν όπου θέλεις. Εμείς κάθε μέρα πηγαίναμε και σε άλλη παραλία. Κάθε μία είχε και από μία ταβέρνα και κάθε ταβέρνα είχε μερικές σεζλόνγκ για τις οποίες δεν πλήρωνες τίποτα. Απλά κάποια στιγμή κάτι θα έτρωγες. Οι υπάλληλοι σε όλες τις ταβέρνες πήγαιναν το πρωί με το πρώτο καραβάκι και έφευγαν το βράδυ με το τελευταίο.

 

Το δωμάτιό μας, ήταν πάνω από εδώ. Κοντά βρίσκεται και η προτομή του Γιώργου Γεννηματά (ήταν Συμιακός). Τα βράδια, ανοίγαμε το παράθυρο και ακούγαμε το νερό. Το πρωί παίρναμε πρωινό στα τραπεζάκια κάτω από το δέντρο. Μετά τη θάλασσα πίναμε κι ένα ποτό, κάτω στο μπλε πεζούλι, εκεί που είναι δεμένες οι βάρκεςΤο δωμάτιό μας, ήταν πάνω από εδώ. Κοντά βρίσκεται και η προτομή του Γιώργου Γεννηματά (ήταν Συμιακός). Τα βράδια, ανοίγαμε το παράθυρο και ακούγαμε το νερό. Το πρωί παίρναμε πρωινό στα τραπεζάκια κάτω από το δέντρο. Μετά τη θάλασσα πίναμε κι ένα ποτό, κάτω στο μπλε πεζούλι, εκεί που είναι δεμένες οι βάρκες

 

Ολες παραλίες είναι κάπως πρωτόγονες, με εξαίρεση την Αγία Μαρίνα η οποία έχει ένα κατά κάποιο τρόπο κυριλέ εστιατόριο. Το λειτουργούσε τότε ένας Γάλλος και σέρβιρε μύδια αχνιστά, γαριδάκι συμιακό και τέτοια πράγματα, πολύ νόστιμα.

Αμμο δεν θυμάμαι να είδαμε. Βότσαλα, μικρά και μεγάλα. Νερά πεντακάθαρα. Και κατσίκια, αγριοκάτσικα δηλαδή. Το θέμα έχει ως εξής: οι παραλίες αυτές βρίσκονται σε απόμερα σημεία που δεν κατοικούνται και είναι περίκλειστες από βουνά. Τα βουνά είναι ξερά, με θυμαριές και άλλα θαμνάκια μυρωδικά.

 

τσι; Και δίπλα η ταβέρναΤο βλέπετε το κατσίκι έτσι; Και δίπλα η ταβέρνα

 

Εκεί λοιπόν βόσκουν ξέμπαρκα κατσίκια. Αυτά αφού φάνε τα χορταράκια τους κατεβαίνουν στη θάλασσα και βολτάρουν ανάμεσα στις ομπρέλες. Αν αφήσεις κανένα φρούτο έξω, δεν θα το βρεις μετά από λίγο – να εξηγούμαστε. Αλλά είναι τόσο χαριτωμένα και φιλικά. Κάθονται από πάνω σου εκεί που χαλαρώνεις και σε περιεργάζονται. Ρίχνουν κι ένα βέλασμα και μετακινούνται παρακάτω σε άλλο λουόμενο. Βουτάνε τα πόδια τους στο νερό, πίνουν λίγο και ξαναφεύγουν. Μετά πάνε στην ταβέρνα και κάθονται έξω από τον φράχτη. Δεν θέλουν φαγητό, απλώς κοιτάζουν.

Αυτή λοιπόν ήταν η μία ατραξιόν στις παραλίες. Υπήρχε και η άλλη – ο Φράνζεν. Μόλις είχε εκδοθεί το παγκοσμίως πολυανμενόμενο μυθιστόρημά του, η «Ελευθερία» και είχε αμέσως μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Ο Τζόναθαν Φράνζεν, είναι σούπερ σταρ της ποιοτικής αμερικανικής λογοτεχνίας, γράφει με χιούμορ και σασπένς, θέμα του συνήθως είναι οι οικογένειες και πάντα είναι καυστικός απέναντι στο περίφημο αμερικανικό όνειρο.

 

Το βράδυ στο νησί η ζέστη υποχωρεί. Και τότε το ευχαριστιέσαι! Η Σύμη έχει καλό φαγητό. Το απαιτούν οι τουρίστες. Οι εστιάτορες τους ρωτάνε κι αν δεν τους αρέσει κάτι, το λένε στα ίσια – το άκουσα να συμβαίνει αρκετές φορές. Βέβαια πληρώνουν τιμές ΑθήναςΤο βράδυ στο νησί η ζέστη υποχωρεί. Και τότε το ευχαριστιέσαι! Η Σύμη έχει καλό φαγητό. Το απαιτούν οι τουρίστες. Οι εστιάτορες τους ρωτάνε κι αν δεν τους αρέσει κάτι, το λένε στα ίσια – το άκουσα να συμβαίνει αρκετές φορές. Βέβαια πληρώνουν τιμές Αθήνας

 

Κάθε μέρα λοιπόν στις παραλίες, μετρούσα τις «Ελευθερίες». Σε όλες τις γλώσσες. Αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, γερμανικά, εβραϊκά… Μου άρεσε αυτό, με έκανε να νιώθω ωραία, διότι αισθανόμουν ότι ο κόσμος στο νησί είναι καλός. Οτι έχει φινέτσα. Πράγματι είχε.

Ποιοτικός τουρισμός, που λένε. Μέτραγα κάθε μέρα 10, 15. Μη φανταστείτε ότι ήταν και μεγάλες οι παραλίες, άντε να είχαν από 30 ομπρέλες η κάθε μία. Φυσικά, για τους έλληνες ταξιδιώτες λουόμενους, δεν έχω να πω και πολλά. Θα το πω με 4 λέξεις: «50 αποχρώσεις του γκρι». Είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά, το ίδιο καλοκαίρι.

Γράφει η Κιάρα Σουγκανίδου στο protagon.gr