Μια καταδίκη για διακίνηση προσφύγων  και το μπέρδεμα με τις καταθέσεις

Του
Δημήτρη Αγγελίδη
από την Εφημερίδα
των Συντακτών

Η καταδίκη του Μπερντ Κέλερ σε δεκαέξι χρόνια κάθειρξη, τον Φεβρουάριο του ’15, για μεταφορά πέντε Σύρων από την Τουρκία στη Σύμη με αμοιβή βασίστηκε σε τέσσερις καταθέσεις που δόθηκαν, υποτίθεται, στο Λιμενικό την ημέρα της σύλληψής του, με τη διερμηνεία από τα γερμανικά και τα αγγλικά να την αναλαμβάνουν τα ίδια τα στελέχη του Λιμενικού.

Οι δύο καταθέσεις, η δική του και της γυναίκας του, αμφισβητήθηκαν από τους ίδιους την επομένη στον ανακριτή. Οι άλλες δύο, που διαφέρουν μεταξύ τους μόνο στα ονόματα των προσφύγων που φέρονται να τις υπογράφουν και κατά τα άλλα είναι γραμμένες αυτολεξεί, δεν επιβεβαιώθηκαν στο δικαστήριο, καθώς ούτε καν κλήθηκαν ως μάρτυρες οι πρόσφυγες.

Καθώς δεν έχει παρατηρηθεί στη ζωή το φαινόμενο να εκφέρουν αυθορμήτως τις ίδιες ακριβώς λέξεις στην ίδια σειρά δύο άνθρωποι που καταθέτουν σε διαφορετική χρονική στιγμή, οι δύο αυτολεξεί καταθέσεις προξενούν το ερώτημα πώς, αντί να οδηγήσουν σε ριζική αμφισβήτηση της προανακριτικής διαδικασίας, μπόρεσαν να σταθούν στο δικαστήριο, να στηρίξουν την κατηγορία και τελικά να οδηγήσουν σε τόσο εξοντωτική ποινή.

Δεν είναι όμως η πρώτη απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που καταδικάζει σε εξοντωτική ποινή ανθρώπους που τυγχάνει να υποδεικνύονται σαν διακινητές.
Αντιθέτως, οι εξοντωτικές ποινές και η πλημμελής διερεύνηση αποτελούν τα συνήθη χαρακτηριστικά των υποθέσεων που έχουν να κάνουν με διακίνηση προσφύγων.

Είναι χαρακτηριστική η καταδίκη του 23χρονου Σύρου σε περισσότερα από 134 χρόνια φυλακή για το ναυάγιο στο Φαρμακονήσι, τη στιγμή που μπήκε στο αρχείο η διερεύνηση της ποινικής ευθύνης του Λιμενικού, μέχρι τις υποθέσεις των δύο ανήλικων κρατούμενων προσφύγων, που ανέδειξε το ντοκιμαντέρ της Μαριάννας Οικονόμου «Ο πιο μακρύς δρόμος».

Οσο κι αν είναι καταδικαστέα και απεχθής η οικονομική εκμετάλλευση προσφύγων, οι συστηματικές πλημμέλειες των αρχών δείχνουν πως είναι μάλλον διαφορετικός ο στόχος: θεωρούνται ανεπιθύμητοι, εχθρικοί εισβολείς οι πρόσφυγες που φτάνουν στην Ελλάδα και αν δεν μπορούν να καταδικαστούν οι ίδιοι, γιατί τους προστατεύει η Σύμβαση της Γενεύης και το διεθνές δίκαιο, πρέπει να καταδικαστούν με κάθε αυστηρότητα οι διακινητές, ο μόνος τρόπος που έχουν για να έρθουν στην Ελλάδα, καθώς κρατά κλειστή κάθε ασφαλή και νόμιμη δίοδο η Ε.Ε.

Αυτό είναι το ένα μάθημα που πήρε ο γερμανικής υπηκοότητας Μπερντ Κέλερ στη φυλακή, όπου έχει περάσει τα δύο τελευταία από τα 69 χρόνια της ζωής του, αρχικά προφυλακισμένος και στη συνέχεια εκτίοντας την ποινή που του επέβαλε πρωτοδίκως τον Φεβρουάριο του 2015 το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου.

Το άλλο μάθημα έχει να κάνει με τη χαρακτηριστική καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Ενάμιση χρόνο μετά την καταδίκη του δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα η ημερομηνία εκδίκασης της έφεσής του από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου.

Ο ίδιος δεν αρνείται πως πράγματι στις 14 Σεπτεμβρίου 2014 μετέφερε πέντε Σύρους από το Μποντρούμ της Τουρκίας στη Σύμη με το ιδιόκτητο σκάφος του, το οποίο είχε μόλις επισκευάσει, όπως ισχυρίζεται, για να μπορεί να ταξιδεύει μαζί με τη γυναίκα του τα χρόνια της σύνταξής του.

«Τους βοήθησα»
«Λίγο πριν από την αναχώρησή μας, ο Τούρκος υπάλληλος του ναυπηγείου, με τον οποίον είχαμε αποκτήσει φιλικές σχέσεις, μου έδειξε μια εξαθλιωμένη οικογένεια Σύρων προσφύγων, οι οποίοι έμεναν στην άκρη του δρόμου και περίμεναν καρτερικά επί ημέρες να περάσουν στις απέναντι ευρωπαϊκές ακτές προς αναζήτηση καλύτερης τύχης και μου ζήτησε να τους πάρω μαζί μου και να τους αποθέσω οπουδήποτε στη Σύμη, όπου και θα κατευθυνόμουν στην αρχή.

Ιδιαιτέρως με συγκίνησε η εικόνα των δύο πεινασμένων και εξαντλημένων ανήλικων παιδιών της οικογένειας, εις τρόπον ώστε να κάμψει κάθε αντίστασή μου και να θεωρήσω υπέρτερο ηθικό μου καθήκον τη σωτηρία τους, καθώς ουδείς νόμος υπέρκειται της σωτηρίας της ανθρώπινης ζωής», αναφέρει στο απολογητικό του υπόμνημα στον ανακριτή την επομένη της σύλληψής του.

Ως προς αυτά που φέρεται να κατέθεσε την προηγουμένη στο Λιμενικό, ότι δηλαδή η μεταφορά έγινε έναντι συνολικού τιμήματος 2 χιλιάδων ευρώ, ποσό που βρέθηκε επάνω του, και πως είχε ξανακάνει έναντι αμοιβής το συγκεκριμένο δρομολόγιο, τα αρνείται κατηγορηματικά.
Ισχυρίζεται πως, αν σκοπός του ήταν η διακίνηση, δεν θα περιόριζε τις καμπίνες του σκάφους από έξι σε τρεις, ούτε θα περιόριζε τους εξωτερικούς χώρους για να κατασκευάσει μπαρ.

«Εγώ είπα στην προανάκριση ότι είχα έρθει στο Πέδι της Σύμης πριν από ένα μήνα όχι για να μεταφέρω λαθρομετανάστες, έγινε λάθος στη μετάφραση, ο διερμηνέας δεν μιλούσε καλά γερμανικά.
Δεν συμφώνησα με το κείμενο της κατάθεσης αυτής, και μετά μου έφεραν άλλο έγγραφο, διορθωμένο», είπε στην απολογία του, ενώ στον ανακριτή σημείωσε ότι «στην επίμονη προσπάθειά μου να ζητήσω συνήγορο μέσω της γερμανικής πρεσβείας με διαβεβαίωσαν ότι δεν χρειαζόμουν και με ανάγκασαν να υπογράψω χωρίς να λάβω γνώση των εγγεγραμμένων».