Συμιακό  γαριδάκι, σκάρος, σουπιά: ένα αλφαβητάρι των αγαπημένων μας θαλασσινών

Το υγρό στοιχείο τροφοδοτούσε ανέκαθεν με την ποικιλία και την αφθονία του τους κατοίκους  της νησιωτικής Ελλάδας. Η άμεση γειτνίαση μεγάλου τμήματος της πατρίδας μας με τη θάλασσα, τα καθαρά και όχι ιδιαίτερα βαθιά νερά και τα πολυάριθμα είδη ψαριών, μαλακίων και οστρακοειδών, καθιστούν ευνόητη την αγάπη μας για τα θαλασσινά. Ποια είναι όμως η ιστορία των ονομάτων τους ;

Γαριδάκι Συμιακό : πήρε το όνομά του  φυσικά από την περιοχή όπου  αλιεύεται, τη Σύμη. Η μικρή αυτή γαρίδα (επιστημονικά Plesionika narval) μοιάζει με γόνο. Δεν μεγαλώνει σχεδόν καθόλου  και διατηρεί μήκος μόλις 4-7 εκατοστών. Ετυμολογικά, όπως και η κανονική γαρίδα ,οφείλει την ονομασία της στην αρχαία λέξη καρίς (αιτιατική καρίδα) που σημαίνει μαλακό οστρακόδερμο .

Μπαρμπούνι : η ονομασία του προέρχεται από τη βενετική λέξη barbon, που ετυμολογείται από το λατινικό  barba (=γενειάδα), επειδή το ψάρι έχει στο χείλος του λεπτό τρίχωμα που μοιάζει με γενειάδα. Στην αρχαιότητα το μπαρμπούνι ονομαζόταν τρίγλη.

Γόπα : η αρχική ονομασία του ψαριού ήταν «βόωψ» (βούς+ώψ) δηλαδή ψάρι που έχει μάτι σαν του βοδιού. Στην συνέχεια η ονομασία του ήταν «βόπα» , για να καταλήξει στο σημερινό γόπα.

Λαβράκι : από το  λαβράκιον  , υποκοριστικό  του αρχαίου  λάβραξ, που παράγεται από το επίθετο  λάβρος= το ψάρι που κινείται με μεγάλη ορμή ,το ασυγκράτητο, το επιθετικό.

 Αθερίνα : προέρχεται από τη λέξη αθήρ, -έρος (= άκρη, κορυφή) , προφανώς επειδή κινείται συνήθως στα ρηχά και μάλιστα κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας .

Σουπιά : στην αρχαιότητα ονομάζονταν σηπία. Η λέξη, παράγεται από το ρήμα σήπομαι  ( σαπίζω, δηλητηριάζω). Αυτή η  σημασία της δόθηκε  λόγω της μελάνης που εκλύει , για την οποία στην αρχαιότητα πίστευαν ότι περιέχει ασθενές αναισθητικό.

Ροφός : από την αρχαία ονομασία ορφώς ή ορφός. Η ρίζα  της βρίσκεται στη λέξη  όρφνη= σκοτάδι, ορφνός= σκοτεινός , λόγω του ότι είναι σκουρόχρωμο ψάρι.

 Ξιφίας : είναι λέξη της αρχαίας ελληνικής. Ετυμολογείται από το ξίφος  λόγω της μορφής του και πιο συγκεκριμένα του πάνω σαγονιού του που έχει σχήμα ξίφους.

 Τσιπούρα : μεσαιωνική λέξη (πιθανώς ιππούρα), που προέρχεται από τον αρχαίο ίππουρος ( < ίππος + ουρά),είδος θαλάσσιου ψαριού. Παλιότερα ήταν γνωστή ως χρύσοφρυς.

 Μελανούρι: προέχεται από το μεσαιωνικό μελανούριον <  μέλας + ουρά = αυτό που έχει μια μαύρη γραμμή στην ουρά.

Σαρδέλα: το επιστημονικό της όνομα είναι σαρδίνη. Προέρχεται  από το ιταλικό sardella και αυτό από το λατινικό  sardus, που σημαίνει  από τη Σαρδηνία, επειδή εκεί αλιευόταν  το συγκεκριμένο είδος ψαριού σε μεγάλες ποσότητες.

Λυθρίνι : αρχικά λεγόταν ερυθρίνος  λόγω του κοκκινωπού χρώματος του. Στην συνέχεια έγινε ερυθρίνιον>ρυθρίνι>λυθρίνι.

Γαύρος : από το  έγγραυλις =μικρό ψάρι  δημιουργήθηκε η λέξη εγγραύλος>γραύλος >γαύρος.

Σολομός : από την γαλατικής προέλευσης ονομασία salmo , πέρασε  στα ιταλικά ως salmone και στη γλώσσα μας ως σολομός .

Κουτσουμούρα : από το κουτσή+μούρη .Ονομάστηκε έτσι από το απότομο κόψιμο της καμπύλης του μπροστινού μέρους του κεφαλιού του.

Σκάρος : από το ρήμα σκαίρω =χοροπηδώ , σπαρταρώ  λόγω των γρήγορων κινήσεων του στο νερό.

Σπάρος : από το αρχαίος  σπάρος= ο νωθρός ,ο βαριεστημένος  εξαιτίας των αργών κινήσεων του. Συγγενής ετυμολογικά και η λέξη σπαρίλα =Η  ανία, η βαρεμάρα, η  έλλειψη κινήτρου και όρεξης για οποιαδήποτε κίνηση ή μετακίνηση.

Τόννος: προέρχεται από το ιταλικό tonno, το οποίο – μέσω του λατικού thynnus – συνδέεται με το ουσιαστικό της αρχαίας ελληνικής θύννος (= είδος ψαριού της Μεσογείου). Ο θύννος ετυμολογείται από το ρήμα θύννω (= κινούμαι γρήγορα) εξαιτίας της ταχείας του κίνησης.

Πέρκα: οφείλει το όνομα της στο σκοτεινό  χρώμα της. Στα αρχαιοελληνικά ονομαζόταν «πέρκη» ,το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το επίθετο περκνός =ο σκοτεινόχρωμος .

Πέστροφα : το όνομα της «κρύβεται» στο ρήμα επιστρέφω καθώς  είναι ένα «ανάδρομο» ψάρι. Αυτό σημαίνει πως  κολυμπά ανάποδα στη ροή του ποταμού και επιστρέφει  στις πηγές ,όπου γεννήθηκε και η ίδια, για να αφήσει τα αυγά της.

Σαλάχι ή σελάχι : είναι το αρχαίο σελάχιον, υποκορ. του σέλαχος . Η λέξη ετυμολογείται από τη λέξη  σέλας (= λάμψη, λαμπρό φως) με την έννοια ότι ορισμένα από τα ψάρια της κατηγορίας αυτής εκπέμπουν φωσφορίζουσα ακτινοβολία.

Συναγρίδα : σύνθετη λέξη από το συν (μαζί) +αγρίς <άγρα (το κυνήγι) ,επειδή καθώς μεγαλώνει, αρέσκεται να κυνηγά ομαδικά ώστε να έχει πλεονέκτημα απέναντι στα θηράματα του.

Φαγκρί : από το αρχαίο φαγρίον .Θεωρείται υποκοριστικό του αρχαίου φάγρος =η ακόνη, λόγω των κοφτερών δοντιών του ψαριού.

Μύδι: από το ρήμα μύω =κλείνω (από κει μυωπία και μύωψ= αυτός που έχει την τάση να κλείνει τα μάτια για να δει καθαρότερα), καθώς έχει την  τάση να κλείνει το όστρακο του για να προστατευθεί.

Αστακός: από το οστακός το οποίο προέρχεται από τη λέξη οστό = το κόκκαλο. Άρα αστακός σημαίνει ή αυτός που είναι γεμάτος κόκκαλα ή σκληρός σαν κόκκαλο.

Γερμανός : είναι ένα από τα ψάρια που ήρθαν από την Ερυθρά Θάλασσα πριν από χρόνια και σήμερα αποτελεί γευστικότατο έδεσμα . Πήρε το όνομά του από τους Γερμανούς κατακτητές, αφού ανακαλύφθηκε την περίοδο της Κατοχής. Ανήκει στην κατηγορία των "λεσσεψιανών μεταναστών".  Οι λεσσεψιανοί μετανάστες πήραν το όνομά τους από τον κατασκευαστή της διώρυγας του Σουέζ, Γάλλο διπλωμάτη και μηχανικό, Φερδινάνδο Λεσσέπς.

Χάννος ή χάνος = από το ρήμα χαίνω ,εξαιτίας της συνήθειας του ψαριού να κρατά το στόμα του πολλή ώρα ανοιχτό.

Σφυρίδα: το αρχικό της όνομα ήταν σφυρίς που προέρχεται από το σπυρίς =είδος καλαθιού-κοφινιού που χρησιμοποιούσαν οι ψαράδες.

Μαρίδα: η γνωστή σε όλους μας μαρίδα (γνωστή και ως μαριδάκι ή μαριδούλα) προέρχεται από το μεσαιωνικό σμαρίδα, εξέλιξη της λέξης της αρχαίας ελληνικής σμαρίς, -ίδος = «σμικρόν ιχθύδιον θαλάσσιον».

Γράφει ο Αλέξανδρος Κατσαράς
Φιλόλογος