Ευχαριστίες στη στήλη “Φλας στο Παρελθόν”

Εύχομαι κι ελπίζω, τη στήλη «Φλας στο παρελθόν», να μην έχει μόνον αναγνώστες κάποιας ‘περασμένης ηλικίας’, αλλά και νεότερους, για να γνωρίσουν το «Χθες» και να το συγκρίνουν με το υλιστικά προσανατολισμένο και τεχνολογικά προηγμένο «Σήμερα». Αν αξιολογήσουν σωστά τόσο τις ‘επιτεύξεις’ όσο και τα προβλήματα, θα κατανοήσουν ίσως, τι μπορούμε να θεωρούμε ‘επιτυχία’ και σε τελική ανάλυση, τι σημαίνει και προπαντός, πως μπορούμε να νιώθουμε ευτυχισμένοι.

Σε πρόσφατο φύλλο της ΡΟΔΙΑΚΗΣ, η τόσο αγαπητή στήλη «Φλας στο παρελθόν», αναφερόταν στο Αμερικανικό πλοίο «COURIER», από όπου μεταδίδονταν ‘ενημερωτικές’ εκπομπές σε αραβικές διαλέκτους για χώρες της Εγγύς και Μέσης Ανατολής. Τότε, πριν από 55 και πλέον χρόνια, δεν υπήρχε ακόμα ο επίγειος ραδιοφωνικός σταθμός «Φωνή της Αμερικής» στην παραλία Αφάντου και η «Φωνή της Αμερικής» εξέπεμπε από το πλοίο «Courier».

Να θυμηθούμε εμείς οι παλαιότεροι και να γνωρίσουν οι νεότεροι, ότι στη Ρόδο, υπήρχε μόνον ένας μικρός εθνικός ραδιοφωνικός σταθμός, μικρού βεληνεκούς κι ακόμα τα τηλέφωνα ήταν ελάχιστα, ενώ συχνά-πυκνά κόβονταν οι ‘γραμμές’ ιδιαίτερα όταν είχαμε κακοκαιρία, κι έπεφταν οι κεραίες. Ούτε στα πιο τολμηρά όνειρά μας, δεν περνούσε από το μυαλό μας η τηλεόραση και για να δούμε τον καιρό, παρακολουθούσαμε τις κινήσεις του πλοίου «Courier».

Όταν προβλεπόταν Βοριάς, το Courier, βρισκόταν ‘αρόδο’ κοντά στο κεντρικό μας λιμάνι. Όταν πάλι το βλέπαμε να φεύγει για να ελλιμενιστεί στον κόλπο των Τριαντών, περιμέναμε Νοτιά.

Το χειμώνα από τους ισχυρούς ανέμους είχαμε διακοπές ρεύματος, τηλεφώνου (ελάχιστοι είχαν τηλέφωνα στα σπίτια τους), έπεφτε και η κεραία του ραδιοφωνικού σταθμού και δεν είχαμε καμιά ενημέρωση, αεροπλάνα δεν μπορούσαν να πετάξουν, ούτε και πλοία βέβαια μπορούσαν να προσεγγίζουν.

Η αίσθηση της απομόνωσης και η έλλειψη επικοινωνίας με τον κορμό της Πατρίδας, μας έκανε να νιώθουμε λίγο άβολα.  Όταν ξεκίνησε η  αεροπορική σύνδεση με τη «Μητέρα Ελλάδα» πετούσαν ντακότες, και αργότερα τετρακινητήρια. Για να προσελκύσουν μάλιστα περισσότερους επιβάτες, σε κάθε πτήση, γινόταν και κάποια κλήρωση με τους αριθμούς των εισιτηρίων. Πότε κληρωνόταν ένα δωρεάν εισιτήριο, πότε ένα ζευγάρι πολυτελείς παντόφλες, ακόμα και γαλλικά αρώματα ή ρολόγια. 

Στις γιορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων, τα δώρα ήταν περισσότερα. Κατά τη διάρκεια του Χειμώνα, οι Νοτιάδες κυρίως, ήταν συχνό φαινόμενο όπως και σήμερα, κι έτσι οι κάτοικοι της Ρόδου, βρισκόμασταν εντελώς αποκομμένοι από την υπόλοιπη Ελλάδα. Αυτή η απομόνωση, δεν ήταν ευχάριστο συναίσθημα κι ας μην επιζητούν κάποιοι αδαείς και ‘με ελαφρά τη καρδία’ παρόμοιες καταστάσεις αποκοπής από τον κορμό της Πατρίδας.

Παρ’ όλ’ αυτά, η ζωή ήταν πιο απλή και συντροφευμένη απ’ ότι σήμερα. Μαζευόμασταν σε συγγενικά, φιλικά ή γειτονικά σπίτια, και περνούσαμε θαυμάσια, έστω και γύρω από μία λάμπα πετρελαίου όταν κοβόταν το ρεύμα, συζητώντας ή παίζοντας «πινάκλ» με στραγάλια αντί για μάρκες ή χρήματα και φρόντιζε ο κάθε παίκτης να τρώει από τα στραγάλια του διπλανού του!

Θυμάμαι με νοσταλγία, την ζεστή προσωπικότητα του Αρχαγγελίτη Διευθυντή της Ιονικής Τράπεζας Γιώργου Κλαδογένη και την εξίσου αξιαγάπητη σύζυγό του, χαμογελαστή και ήρεμη Μαρία, την ευγενική κι αριστοκρατική Συριανή ζωγράφο Ρηνούλα Βενίτη και τον Καστελλοριζιακής καταγωγής σύζυγό της Παντελή, που αντιπροσώπευε κάποιες τράπεζες που δεν είχαν ακόμα υποκαταστήματα στη Ρόδο, τον  γνήσιο Ροδίτη Φαρμακοποιό Αντώνη Αγαπητίδη, τον Επιθεωρητή της Καπνοβιομηχανίας Ευθύμιο Ζήσιμο και τόσους άλλους, που με τις ιστορίες των τόπων που γεννήθηκαν, το χιούμορ τους και τα έξυπνα πειράγματά τους, φώτιζαν την ατμόσφαιρα περισσότερο από τις λάμπες πετρελαίου ή τα κεριά, όποτε είχαμε διακοπή ρεύματος. Οι περισσότεροι φίλοι, είχαν παιδιά που έρχονταν μαζί μας στις συναντήσεις μας τα Σαββατο-Κύριακα.

Το ‘παιδομάνι’ 12-14 αγόρια και κορίτσια 8-12 ετών, μαζευόταν σε ξεχωριστό δωμάτιο, όπου ο πεθερός του αείμνηστου Γιώργου Κλαδογένη,  συνταξιούχος δάσκαλος, τους διηγόταν ιστορίες από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, ιστορίες από τον  αρχαίο Αιγυπτιακό Πολιτισμό, καθώς υπήρξε Δάσκαλος στην Αλεξάνδρια για πολλά χρόνια.

Συνήθως μαζευόμασταν στο παραδοσιακό Ροδίτικο σπίτι με τον τεράστιο καταπράσινο κήπο του Γιώργου και της Μαρίας Κλαδογένη, όπου σήμερα βρίσκεται το ξενοδοχείο «Ακάντια». Αξίζει να σημειωθεί, πως όταν σκάβονταν τα θεμέλια για την ανέγερση του ξενοδοχείου, ανακαλύφθηκε μια αρχαία τριήρης, καθώς σε αυτό το σημείο, υπήρχε ένα από τα κανάλια που ένωναν τα τέσσερα λιμάνια της Ρόδου, έτσι που όταν άλλαζε ο καιρός να βρίσκουν καταφύγιο σε άλλο λιμάνι, πλέοντας μέσα από κανάλια. Δυστυχώς, τότε, η Αρχαιολογική μας Υπηρεσία, δεν είχε τα μέσα να διατηρήσει την τριήρη, και βγάζοντάς την στην ατμόσφαιρα διαλύθηκε, όπως άλλωστε αναμενόταν.

Ο πλωτός ραδιοφωνικός σταθμός «Φωνή της Αμερικής», που εξέπεμπε από το πλοίο «Courier», είχε κι έναν ιατρό-Παθολόγο, με το βαθμό του Καπετάνιου. Ήταν Ελληνικής καταγωγής, με άψογα ελληνικά και προπαντός με ελληνική συνείδηση. Πολλοί Ροδίτες, κατέφευγαν στο Courier, για προβλήματα υγείας, και κείνος πάντα με χαμόγελο τους προσέφερε τις γνώσεις του και την αγάπη του, μαζί με δωρεάν φάρμακα όποτε χρειάζονταν.

Ονομαζόταν Παναγιώτης Ανεστόπουλος, ήταν παντρεμένος με Γερμανο-Αμερικανίδα και είχε τρεις γιούς. Τα δύο του μεγαλύτερα παιδιά ήταν ήδη βαφτισμένα Ορθόδοξα στην Αμερική. Ο τρίτος γιος του, ήταν σχεδόν μωρό και αναζητούσε νονά ή νονό. Τον βάφτισα στον Ευαγγελισμό δίνοντάς του δύο ονόματα: Ηλία-Μάξιμο.

Οι εγκαταστάσεις του επίγειου σταθμού της Φωνής της Αμερικής στ’ Αφάντου, έκαναν πλέον περιττή την παρουσία του πλοίου Courier, που απέπλευσε για άλλους προορισμούς. Οι αναμνήσεις αφυπνίστηκαν, με τα δημοσιεύματα της ΡΟΔΙΑΚΗΣ.  Αξίζει να σημειωθεί και μια κυριολεκτικά απίστευτη σύμπτωση.

Ένα ζευγάρι Αμερικανών που εργάζονταν στη Φωνή της Αμερικής, ήταν και ο Γκάμπη και Μπέτυ Μαλίντης. Εύλογα παρατήρησα ότι το  ‘Μαλίντης’,  ήταν ελληνικό επίθετο, κι εκείνος απάντησε: «Ναι είναι ελληνικό, διότι ο πατέρας μου ήταν Έλληνας, η μητέρα μου Ιρακινή, γνωρίστηκαν στη Βαγδάτη και παντρεύτηκαν.

Γεννήθηκα στη Βαγδάτη, όπου μεγάλωσα και σπούδασα φιλολογία. Στη Βαγδάτη γνώρισα και τη γυναίκα μου Μπέτυ, η οποία ήταν Γραμματέας στην Αμερικανική Πρεσβεία. Παντρευτήκαμε, ζήσαμε ένα χρόνο παντρεμένοι στη Βαγδάτη και μάλιστα συχνάζαμε στην Ελληνική Λέσχη ‘Acropolis Club’, μέχρι που ήρθαμε με τη Φωνή της Αμερικής στη Ρόδο»!

Το εκπληκτικό ήταν, πως συνυπήρχαμε στη Βαγδάτη και στην Ελληνική μας Λέσχη επί ένα ολόκληρο χρόνο, και όμως ποτέ δεν είχαμε γνωριστεί. Έμελλε, να συναντηθούμε μετά από χρόνια στη Ρόδο, και μάλιστα όταν ενοικίασαν το σπίτι απέναντι στο δικό μου.

Σήμερα, θεωρούμε ως δεδομένο να έχομε ‘κινητό τηλέφωνο’ και μάλιστα τελευταίο μοντέλο για να στέλνομε και e-mails, να βιντεοσκοπούμε, ν’ ακούμε μουσική ή να μπαίνομε στο internet. Θεωρούμε αυτονόητο να επιλέγομε τον ραδιοφωνικό σταθμό που μας εκφράζει, νιώθουμε ‘ασφυκτικό το αγκάλιασμα’ του κράτους και εν κατακλείδι, γκρινιάζομε για ό,τι δεν μας βολεύει ή νομίζομε ότι δεν μας συμφέρει. Τότε, παρά τις όποιες δυσκολίες, υπήρχαν οι ζεστές ανθρώπινες σχέσεις, η χαρά της συναναστροφής, το αίσθημα της πληρότητας που μόνον οι ειλικρινής σχέσεις μπορούν να σου δημιουργήσουν. 

Οι ανθρώπινες σχέσεις βασίζονταν στην αγάπη, στην ειλικρίνεια, στην ανιδιοτέλεια. Υλοποιούσαν τότε οι συμπολίτες μας, το λεχθέν από τον Φρ. Ρούσβελτ: «Αν ο πολιτισμός πρόκειται να επιζήσει, πρέπει να καλλιεργήσουμε την επιστήμη των ανθρωπίνων σχέσεων και την ικανότητα των λαών κάθε κατηγορίας, να ζήσουν από κοινού ειρηνικά στον ίδιο κόσμο». Τότε, η κοινωνία της Ρόδου, ήταν ανθρωποκεντρική. Και σήμερα ακόμα είναι ‘ανθρωποκεντρική’, αλλά μόνον σε ορισμένες κοινωνικές τάξεις.

Γράφει η Μαίρη Παπανδρέου