H γωνιά της γλώσσας  μας:  Αστραπές, βροντές, κεραυνοί

Από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα η μελέτη των καιρικών συνθηκών ήταν καθοριστική για την ζωή των ανθρώπων.

Επηρέαζε τις αποφάσεις  τους σε καίρια θέματα όπως το που θα κατοικήσουν, αν θα προχωρήσουν στην πραγματοποίηση μιας μάχης ή ενός ταξιδιού,  τις καλλιέργειες τους κτλ. Σήμερα λοιπόν αρκετοί μετεωρολογικοί όροι προέρχονται από την αρχαιότητα ,μαζί βέβαια με άλλους που προστέθηκαν στα νεότερα χρόνια.

Μετεωρολογία: προέρχεται  από την αρχαία ελληνική λέξη μετέωρα (που σημαίνει  οτιδήποτε βρίσκεται στον ουρανό) +το ρήμα λέγω =μιλάω για τα φαινόμενα του ουρανού.

Παγετός: προέρχεται φυσικά από τη λέξη πάγος που ετυμολογείται από το αρχαίο ρήμα πήγνυμι = σταθεροποιώ, στερεώνω .Ο  πάγος λοιπόν αρχικά σήμαινε  κάτι το  στερεωμένο, το σκληρό, τον  βράχο (εξ’ ου και Άρειος Πάγος= ο πετρώδης λόφος). Σήμερα βέβαια έχει περιοριστεί στο να δηλώνει τη  στερεά μορφή του νερού ύστερα από την ψύξη του.

Ηλιοφάνεια: από τη λέξη ήλιος+φαίνομαι. Στη Ρόδο ο ήλιος λατρεύτηκε ως θεός, ως  Άλιος (άλς=η θάλασσα) και προς τιμήν του οποίου τελούνταν και μεγάλη γιορτή, τα Αλίεια. Αρχικά λοιπόν ονομαζόταν  άλιος  αστήρ ,δηλαδή το ουράνιο σώμα που αναδύεται από τη θάλασσα. Όταν  αποβλήθηκε ως αυτονόητο το αστήρ, παρέμεινε σκέτο το άλιος  που εξελίχθηκε ως ήλιος.

Κεραυνός: προέρχεται από ρίζα κέρα- που σήμαινε «σπάζω, θραύω, καταστρέφω», επομένως κεραυνός= αυτός που σπάει, θραύει, καταστρέφει. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα κεραύνω   το οποίο χάθηκε, αφού όμως πρώτα έδωσε το ουσιαστικό.

Αστραπή: η λέξη  αποτελεί νεότερο σχηματισμό. Ο  αρχαϊκός τύπος είναι αστεροπή. Η λέξη είναι σύνθετη από το αστήρ+όψ(η όψη). Άρα  ἀστεροπή = αυτό που έχει την όψη, την λάμψη ενός  άστρου, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην εκδήλωση της αστραπής.

Βροντή: από το ρήμα βρέμω = κάνω ισχυρό θόρυβο.

Κυκλώνας: από την αγγλική λέξη cyclone, η οποία όμως προέρχεται από την ελληνική λέξη κύκλος , που δηλώνει την κυκλική κίνηση του θυελλώδους αυτού  ανέμου.

Υετός : από το αρχαίο ρήμα ύω = βρέχω . Η λέξη δηλώνει την ραγδαία ,αιφνίδια και μικρής διάρκειας βροχή .

Όμβρος: η  συνεχής και ασταμάτητη  βροχή.

Νεροποντή: ονομάζεται η καταρρακτώδης βροχή (από το νερό +ποντίζω =βυθίζω) ενώ εφόσον συνοδεύεται από βροντές και ισχυρούς ανέμους ονομάζεται καταιγίδα< από το αρχαίο ρήμα καταιγίζω= κατεβαίνω με ορμή. Η σημασία της λέξης προέρχεται από την ασπίδα του Δία, που παριστανόταν ως αιγίδα, ένα χιτώνα από δέρμα κατσίκας και πιστευόταν ότι, όταν την έσειε δυνατά, προκαλούσε θύελλα.

Ψεκάδες ή ψακάδες: η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι πρόγονοι μας για την ελάχιστη βροχή με συνώνυμη τη λέξη ψιχάλες (από το αρχαίο ψιξ-ψιχός=  το ψίχουλο).

Μπόρα: αποτελεί αντιδάνειο από την βενετική λέξη bora = βορειοανατολικός άνεμος στην Aδριατική  με τις  ρίζες  αυτής να προέρχονται από την αρχαία λέξη  Βορέας(βοριάς). Ήταν γιος του Αστραίου και της Ηούς και αδελφός του Νότου και του Ζέφυρου. Κατοικούσε στη Θράκη, στην περιοχή του Στρυμόνα. Στην Αττική τον λάτρευαν, γιατί πίστευαν ότι αυτός κατέστρεψε ένα μέρος του στόλου του Ξέρξη.

Χαλάζι: από την αρχαία λέξη χάλαζα = μικροί κόκκοι πάγου που πέφτουν από την ατμόσφαιρα στο έδαφος.

Αλκυονίδες Μέρες: ονομάζονται οι μέρες εκείνες του Ιανουαρίου, οι οποίες έχουν καλό καιρό και ηλιοφάνεια. Πρόκειται για αρχαία ελληνική ονομασία, που προέρχεται απ' τον Αριστοτέλη. Οι ημέρες αυτές έλαβαν το όνομά τους ("αλκυόνιαι") από το μύθο του θαλάσσιου πτηνού Αλκυόνη, που σχετίζεται με τον  ομώνυμο αστέρα Αλκυόνη των Πλειάδων.

Μουσώνες: είναι γνωστοί ισχυροί εποχικοί άνεμοι που δημιουργούνται κυρίως στον Ινδικό Ωκεανό και στη Νότια Σινική θάλασσα (νοτιοανατολική Ασία), καθώς και σε άλλες περιοχές της Γης. Το όνομα τους προέρχεται από την αραβική λέξη «μονσούν», που σημαίνει αυτός που συμβαίνει σε ορισμένη εποχή του  χρόνου.

Μελτέμια ή Ετησίες: είναι εποχικοί βορειοανατολικοί άνεμοι που κάνουν την εμφάνισή τους το καλοκαίρι. Μεταφέρουν ψυχρές αέριες μάζες και διαμορφώνουν το κλίμα στα νησιά του Αιγαίου μετριάζοντας τη ζέστη του καλοκαιριού. Η ονομασία τους προέρχεται από την τουρκική λέξη "μελτέμ" που σημαίνει "εποχικός άνεμος", η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ιταλική φράση "Mal Tempo", που σημαίνει κακοκαιρία. Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν το μελτέμι  Ετήσιο (Ἐτησίαι)

Τυφώνας: Στην μυθολογία ο Τυφώνας  ήταν ένας από τους Γίγαντες και θεωρούνταν ο πατέρας των ανέμων. Η πιθανότερη ετυμολογία της λέξης είναι από το αρχαίο ρήμα «τύφω» που σημαίνει σηκώνω καπνό , στροβιλίζω.
Άνεμος: Πιθανότερη ετυμολογία από το αρχαίο ρήμα άω = πνέω  από το οποίο δημιουργήθηκε η λέξη άεμος και στην συνέχεια άνεμος. Οι Λατίνοι, την χρησιμοποίησαν για να δηλώσουν οτιδήποτε το έμψυχο. Έτσι  η λέξη  άνεμος μετατράπηκε σε animal = το έμψυχο ζώο, animus = η ψυχή κτλ. Ο άνεμος προσδιορίζει το ρεύμα του ατμοσφαιρικού αέρα και διακρίνεται από τον λέξη «αέρας» (προσδιορίζει, κυρίως, τα κατώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας) και τη λέξη «αιθέρας» (προσδιορίζει, κυρίως, τα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας).

Ανεμοστρόβιλος ή αεροδίνη: η λέξη δηλώνει τον κατακόρυφο ή κεκλιμένο στροβιλισμό του αέρα που διαρκεί από μερικά δευτερόλεπτα μέχρι λίγα λεπτά της ώρας. Η λέξη είναι σύνθετη από τις λέξεις άνεμος+ στρόβιλος η οποία παράγεται από την αρχαία λέξη στρόβος που σημαίνει στην περιστροφή, την δίνη (από το ρήμα στρέφω).

Αίθριος καιρός: το αίθριος παράγεται από το αρχαίω ρήμα αίθω = καίω, φωτίζω και δηλώνει την φωτεινή και ζεστή μέρα.

Kαύσωνας: από το αρχαίο ρήμα καίω  δημιουργήθηκαν οι λέξεις καύσων και καύμα. Εδώ έχουν τις ρίζες τους  η ιταλική λέξη calma, η αγγλική calm και το νεοελληνικό καλμάρω οι οποίες δηλώνουν την ηρεμία, την εξάντληση που δημιουργείται λόγω της έντονης ζέστης, του καύσωνα.

Ζέστη: από το αρχαίο ρήμα ζέω= βράζω, κοχλάζω

Xιόνι: από την αρχαία ελληνική λέξη χιών που προέρχεται από το ουσιαστικό χειμών = ο χειμώνας

Kλίμα: από το ρήμα κλίνω σήμαινε αρχικά «κλίση», «κατωφέρεια εδάφους». Στην συνέχεια απέκτησε και την σημασία «περιοχή», «τόπος», για να καταλήξει στην σημερινή σημασία των καιρικών συνθηκών που επικρατούν σε μια περιοχή. Οι αρχαίοι απέδιδαν τις καιρικές συνθήκες στην κλίση της Γης προς τους πόλους.

Θύελλα: η  θύελλα συνδέεται ετυμολογικά με το ρήμα θύω /θύνω = εφορμώ, κάνω θόρυβο  ή κρότο, μαίνομαι, φυσώ, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την εκδήλωση μιας θύελλας.

Μποφόρ: Η ένταση του ανέμου προσδιορίζεται με την ανεμομετρική κλίμακα Μποφόρ (Beaufort). Η μέθοδος αυτή μετρά την ταχύτητα του ανέμου(m/sec).  Η κλίμακα ( 0 – 17) πήρε το όνομα του δημιουργού της Sir  Francis  Beaufort (1774 – 1857) Άγγλου ναύαρχου και διευθυντή της υδρογραφικής υπηρεσίας της Αγγλίας.

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
Φιλόλογος