Δυσλεξία-Μαθησιακές δυσκολίες ή μήπως Σύνδρομο Meares-Irlen-Σκοτοψίας;

Γράφει η Ειρήνη Κατσουράκη
Οπτομέτρης www.katsouraki.gr     
    

 

Τι είναι το Σύνδρομο Meares-Irlen;
Πρόκειται για μια οπτικο-αντιληπτική διαταραχή που επηρεάζει –πολύ ή λίγο, ανάλογα με τη βαρύτητά της- την ικανότητα του ατόμου για σωστή ανάγνωση) και γραφή, τις μαθηματικές του δεξιότητες, τις επιδόσεις στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις και στην οδήγηση.

Τι το προκαλεί;
Ο λόγος που εμφανίζεται το Σύνδρομο είναι η ευαισθησία που παρουσιάζει το άτομο σε συγκεκριμένες ακτινοβολίες του φυσικού φωτός, τις οποίες έχει και το φως φθορίου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη γίνεται σωστή επεξεργασία των πληροφοριών από τον εγκέφαλο. Να υπογραμμιστεί πως δεν γίνεται λόγος για πρόβλημα όρασης, καθώς το άτομο βλέπει φυσιολογικά, αν και μπορεί να συνυπάρχει με ορισμένα προβλήματα όρασης, όπως μυωπία κ.ά., χωρίς αυτά να αποτελούν την αιτία ύπαρξής του.

Ποια είναι τα συμπτώματα ενός ατόμου με Σύνδρομο Irlen;
Εφόσον τα οπτικά σήματα που λαμβάνει ο εγκέφαλος δεν είναι σωστά επεξεργασμένα, το άτομο αντιλαμβάνεται τον κόσμο διαφορετικά από τους άλλους, αλλοιωμένο. Πιο συγκεκριμένα, αντιμετωπίζει ορμονική ανισορροπία (λόγω του έντονου στρες) και τις ακόλουθες δυσκολίες:

1.Ευαισθησία στο φως
Ένα άτομο που πάσχει από το Σύνδρομο ενοχλείται από τα φώτα φθορίου, από το φυσικό φως της ημέρας και τις έντονες λάμψεις-λαμπερές επιφάνειες. Κάθε πάσχων που εργάζεται ή περνά κάποιο χρόνο σε τέτοιου είδους φωτισμούς, νιώθει δυσφορία και δυσκολία να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του.

2.Δυσκολίες στην ανάγνωση
Είναι η κατηγορία με τα περισσότερα και πιο εμφανή συμπτώματα του ατόμου. Τα εν λόγω συμπτώματα δεν εμφανίζονται πάντα άμεσα. Ανάλογα με το βαθμό σοβαρότητας του Συνδρόμου, μπορεί να εμφανιστούν στα πρώτα 5’, 15’, 40’ ή ακόμα και 1 ώρα ανάγνωσης.

Τα προβλήματα αφορούν την ευκρίνεια και τη σταθερότητα του κειμένου ή/και του λευκού φόντου. Το άτομο κουράζεται εύκολα και γρήγορα και τότε εμφανίζεται πονοκέφαλος, ενόχληση στα μάτια (τσούξιμο, δάκρυα, πόνος, κάψιμο, κοκκίνισμα ή/και αίσθηση ξηρότητας), ναυτία ή/και υπνηλία.

Συνεπώς, αυτό που παρατηρείται στο άτομο όταν διαβάζει είναι να τρίβει, να γουρλώνει, να ανοιγοκλείνει συχνά, να μισοκλείνει ή ακόμη και να αλληθωρίζουν  τα μάτια του, να κινείται κοντύτερα ή πιο μακριά από το κείμενο, να συνοφρυώνεται και να κάνει διάφορες εκφράσεις με το πρόσωπό του, να κάνει συχνά διαλείμματα και να προτιμούν να διαβάζουν με χαμηλό φωτισμό.

Κατά την ανάγνωση το άτομο πραγματοποιεί επιπόλαια λάθη, καθώς χάνει συχνά το σημείο του (για αυτό και προτιμά πάντα να χρησιμοποιεί το δάχτυλό του ή κάποιο στυλό για να μην μπερδεύεται), προσπερνούν λέξεις του κειμένου.

Ίσως χρειαστεί να διαβάσει ξανά και ξανά μια παράγραφο ή ολόκληρο το κείμενο, καθώς δυσκολεύεται να θυμηθεί ή να κατανοήσει αυτό που μόλις διάβασε κι αυτό οφείλεται στην υπερπροσπάθεια που καταβάλλει για να διαβάσει σωστά το κείμενο και να καταπολεμήσει τα συμπτώματά του. Ακόμη, όσο η ώρα περνά και τα συμπτώματα αυξάνονται, το κείμενο τροποποιείται για τον αναγνώστη, υφίσταται παραμορφώσεις.

Αυτό σημαίνει πως φαίνεται στο άτομο να κινείται το κείμενο ή να ενώνονται οι λέξεις/οι γραμμές, να δημιουργούνται «ποταμάκια», να μεγεθύνεται ή να απομακρύνεται το κείμενο, να δημιουργούνται σκιές ή θολούρες. Όλα αυτά που αναφέρθηκαν δημιουργούν δυσαρέσκεια του ατόμου προς το διάβασμα και πολύ συχνά το αποφεύγει.

3.Φυσικά συμπτώματα
Το άτομο μπορεί να πάσχει από πονοκεφάλους και ημικρανίες όχι μόνο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, καθώς μπορεί να εργάζεται κάτω από φώτα φθορίου ή έντονο φωτισμό. Μπορεί ακόμη να έχει ενοχλήσεις στο στομάχι (στομαχόπονους, ναυτίες), νευρικότητα, ανησυχία και υπερκινητικότητα, υπνηλία, ενοχλήσεις στα μάτια χωρίς κάποια ιατρική αιτία.

4.Έντονη κόπωση
Η αίσθηση εξάντλησης και ανεξήγητης πολλές φορές κούρασης οδηγεί σε φτωχή απόδοση στις επαγγελματικές/σχολικές και όχι μόνο υποχρεώσεις του ατόμου. Αυτό αιτιολογεί και την ανεπαρκή προσοχή και συγκέντρωση σε κάτι που οφείλουν να παρακολουθήσουν ή να διεκπεραιώσουν προσεκτικά. Έτσι, τα παιδιά πολλές φορές απογοητεύονται από τους βαθμούς που παίρνουν στο σχολείο, καθώς δεν αντιπροσωπεύουν την προσπάθεια που έχουν καταβάλλει.

5.Φτωχή αντίληψη βάθους
Το άτομο με το Σύνδρομο δυσκολεύεται να υπολογίσει τις αποστάσεις με σχετική ακρίβεια ή και τις αναλογίες του χώρου. Αυτός είναι και ο λόγος που μπορεί να χαρακτηριστεί και ως αδέξιο το άτομο αυτό ή απρόσεκτο. Η δυσκολία του αυτή φαίνεται εντονότερα στα παιχνίδια με την μπάλα, στις σκάλες (κυλιόμενες ή μη) και στην οδήγηση για τους ενήλικες.

Πώς θα τα υποψιαστούμε αυτά στα παιδιά, εφόσον δεν είναι σε θέση να μας εξηγήσουν με ακρίβεια τι αισθάνονται;
Στα παιδιά το κυριότερο σημάδι είναι η ανησυχία, υπερκινητικότητα, νευρικότητα, άρνηση και η έλλειψη συγκέντρωσης που παρουσιάζουν όταν χρειάζεται να κάνουν τις ασκήσεις του σχολείου ή να διαβάσουν και να μάθουν το μάθημά τους για την επόμενη ημέρα.

Νιώθουν τη δυσφορία, σε ποικίλους βαθμούς ανάλογα τη βαρύτητα του Συνδρόμου, αλλά δεν μπορούν να την εκφράσουν και να την εξηγήσουν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα παιδιά να μη δείχνουν ενδιαφέρον και να μην έχουν κίνητρο για μάθηση και να είναι αντιδραστικά και δύσκολα την ώρα του διαβάσματος. Φανερά είναι αυτά τα συναισθήματα και στην ανάγνωση (αργή, κομπιαστική-συλλαβιστή) και στη γραφή τους (ανορθόγραφη, ανοργάνωτη, ακατάληπτη).

Ωστόσο, πολλά παιδιά καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια για να επιτύχουν το καλύτερο αποτέλεσμα και καλούς βαθμούς και βρίσκουν τρόπους, ώστε να αντιμετωπίσουν την ανεξήγητη για αυτά δυσφορία τους και τα συμπτώματά τους.

Έτσι, πολλά παιδιά καταφέρνουν να διατηρούν καλούς βαθμούς και ακόμη να σπουδάσουν. Όμως, ακόμη και αυτά τα παιδιά νιώθουν ανικανοποίητα και απογοητευμένα, επειδή οι βαθμοί τους και τα λόγια των δασκάλων/καθηγητών δεν αντιπροσωπεύουν την προσπάθεια που έχουν καταβάλλει.

Οι περισσότερες από αυτές τις δυσκολίες που εμφανίζονται στο Σύνδρομο είναι ίδιες με τις μαθησιακές δυσκολίες, για αυτό και οι ειδικοί θεραπευτές, εκπαιδευτικοί, αλλά και οι γονείς που δε γνωρίζουν το εν λόγω Σύνδρομο το μπερδεύουν με τις μαθησιακές δυσκολίες.

Πως αντιμετωπίζεται το Σύνδρομο Meares-Irlen;
Το σύνδρομο ανάλογα με τη βαρύτητα του αντιμετωπίζεται με χρωματικά επικαλύμματα ή φίλτρα. Η διάγνωση γίνεται από ειδικευμένο άτομο. Η Μέθοδος Irlen δεν αντικαθιστά την ανάγκη για θεραπευτική παρέμβαση, αλλά αποσύρει τα εμπόδια που δυσχεραίνουν τη μάθηση.

Συνεπώς, με την αντιμετώπισή του επιτυγχάνεται:
Καλύτερη κατανόηση
Αύξηση ταχύτητας της ανάγνωσης
Βελτίωση της ακρίβειας στην ανάγνωση
Μείωση της κόπωσης εξαιτίας του έντονου φωτισμού και του διαβάσματος
Αύξηση κινήτρων και ενδιαφέροντος για μάθηση
Ενίσχυση αυτοπεποίθησης
Βελτίωση της επίδοσης στις σχολικές ή επαγγελματικές –αντίστοιχα- επιδόσεις.