Κώστας Καραμανλής  και Γεώργιος Α. Παπανδρέου

Κάθε αντικειμενικός παρατηρητής που παρακολουθεί την πορεία της πολιτικής και οικονομικής της χώρας μας, με λύπη και σοβαρό σκεπτικισμό διαπιστώνει, ότι τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερο βαίνουμε, δυστυχώς, προς το χειρότερο.

Συγκαταλέγομαι μεταξύ εκείνων, που πιστεύουν πως η κατάσταση δεν θα έπαιρνε την παρούσα επιζήμια πορεία, εάν από καιρό λαμβάνονταν έγκαιρα και μεθοδευμένα τα κατάλληλα προς τούτο μέτρα, όπως έκαμαν άλλα κράτη, μεταξύ αυτών και η Κύπρος.

Στα προαναφερθέντα πλαίσια θεώρησα επιβεβλημένο να αναδημοσιεύσω σήμερα άρθρο μου, που καταχωρήθηκε στον τοπικό τύπο στις 7.11.2006. Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του άρθρου.

«Την περασμένη εβδομάδα και συγκεκριμένα στις 3 τρέχοντος μηνός, με πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού κ. Κώστα Καραμανλή διεξήχθηκε στη Βουλή συζήτηση προς Ημερησίας Διατάξεως για την εξωτερική πολιτική της Χώρας, ιδιαίτερα για την πορεία των ελληνοτουρκικών.

«Ο Πρωθυπουργός τόσο στο άνοιγμα, όσο και στο κλείσιμο της διεξαχθείσας συζήτησης επανέλαβε τη σταθερή βούληση της Κυβέρνησης να μην ακολουθήσει, τουλάχιστον, στον ευαίσθητο, από κάθε άποψη, αυτόν Εθνικόν τομέα, πρακτικές που γυρίζουν πίσω τη χώρα, ως και άγονες επιθέσεις και αντιπαραθέσεις, δεδομένου μάλιστα, ότι και τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας έχουν την ίδια τακτική επί του προκειμένου υποστηρίζοντας σθεναρά την ευρωπαϊκή της χώρας, με τη βασική, βέβαια, προϋπόθεση, ότι η τελευταία θα ανταποκριθεί στις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από την Ευρωπαϊκή Ενωση για την ευρωπαϊκή της προοπτική.

«Πράγματι από τη συζήτηση διαπιστώθηκε πλήρως, ότι η πολιτική που ακολουθείται στον εξωτερικό τομέα είναι ενιαία οι δε διαφορές είναι αδιόρατες και μάλλον φραστικού περιεχομένου.

«Παραταύτα, ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ο κ. Γεώργιος Α. Παπανδρέου, δεν απέφυγε τις αντιπολιτευτικές κορώνες, με αποτέλεσμα να πολωθεί υπέρμετρα το κλίμα κατά τη συζήτηση. Ο κ. Καραμανλής στη δευτερολογία του και απευθυνόμενος στον Αρχηγό της Αντιπολίτευσης τόνισε, μεταξύ των άλλων:

«...Θέλετε να δημιουργείτε ένταση, εντυπώσεις, εικόνα σοβαράς διαφωνίας. Η αλήθεια είναι, ότι αυτές οι “κορώνες” γίνονται για να συσκοτίσουν μια απλή πραγματικότητα: ότι κατά βάση συμφωνούμε στις καίριες στρατηγικές επιλογές».

«Ωστόσο, στη μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού, που δεν έχει “εμβολιαστεί” από τα πολιτικά πάθη και πιστεύει στην ειλικρινή συναίνεση στην πολιτική ζωή του τόπου, η όξυνση αυτή, έστω και πλασματική, είναι καταδικαστέα.

«Είναι, δε, γεγονός ότι η κατηγορία αυτή των Ελλήνων πολιτών, όταν τον Ιανουάριο του 2004 ο κ. Γ. Α. Παπανδρέου αναλάμβανε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ προσδοκούσε ότι μαζί με τον Κώστα Καραμανλή θα άνοιγαν καινούργια σελίδα συμπεριφοράς και συνεργασίας στην πολιτική σκηνή της χώρας, κάτι που θα ήταν πρωτόγνωρο στην πολυκύμαντη πολιτική ιστορία της Πατρίδας.

«Την επαύριο των εκλογών της 7.3.2004, από αυτήν εδώ τη στήλη σχολιάζοντας το εκλογικό αποτέλεσμα τονίζαμε, μεταξύ των άλλων: «...Ο ελληνικός λαός επέλεξε με τη ψήφο του την πολιτική παράταξη εκείνη, ως την ενδεδειγμένη να διαχειριστεί τις τύχες τους κατά την επόμενη τετραετία, 2004-2008.

Ανεξάρτητα από την πολιτική τοποθέτηση του καθενός, η δημοκρατική δεοντολογία επιβάλλει την προσαρμογή και το σεβασμό στην εκφρασθείσα λαϊκή βούληση. Είναι, δε, γεγονός, ότι άλλαξε εκ βάθρων το πολιτικό σκηνικό, που ίσχυε από τη Μεταπολίτευση κι εδώ. Αυτά, για να μην είμαστε εκτός τύπου και χρόνου.

 Τώρα στην πολιτική σκηνή της Χώρας βρίσκονται δύο νέοι Άνδρες, ο Κώστας Καραμανλής και ο Γεώργιος Α. Παπανδρέου, οι οποίοι ενσαρκώνουν άλλες πολιτικές. Φυσικά, δεν μπορούν να επιμεριστούν ισόβαρα οι ευθύνες της κυβέρνησης με τις ευθύνες της αντιπολίτευσης. Πάντως ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: το εκλογικό σώμα έστειλε προς κάθε κατεύθυνση το μήνυμα των καιρών, το μήνυμα της αλλαγής, το οποίο μεταφράζεται, ότι ένας καινούργιος τρόπος σκέψης και δράσης είναι απαραίτητος, αν πρόκειται να προχωρήσουμε ως λαός ορθολογικά και αναπτυξιακά σε όλους τους τομείς, την επόμενη δεκαετία.

«Δυστυχώς, παρά τις αρχικές διακηρύξεις του, ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης άλλαξε πορεία, έστω και φραστικά και επίμονα διετραγωδεί κάθε κυβερνητική πρωτοβουλία, ισχυριζόμενος πως όλα πάνε από το κακό στο χειρότερο.

«Τα προβλήματα όμως, που άρχισαν να δρομολογούνται τα τελευταία 2,5 χρόνια αποτελούν για τη σημερινή κυβερνητική ηγεσία κληρονομιά και επιπλέον, παρά τη βαρύτητά τους για την πρόοδο της Χώρας, εκκρεμούν επί δεκαετίες. Και ως φαίνεται ο κ. Γ. Α. Παπανδρέου με ευκολία και την επιβαλλόμενη αυτοκριτική αντιπαρέρχεται το γεγονός ότι και ο ίδιος επί οκταετία και πάνω ήταν βασικό στέλεχος των κυβερνήσεων που επί 20ετία από το 1981 κι εδώ βρίσκονταν στην εξουσία. Και παρά το επείγον αντιμετώπισής τους αυτά τα προβλήματα παρέμεναν εν πολλοίς ανέπαφα.

«Θα αποτελούσε, εν τούτοις, μεγάλη υπηρεσία στον τόπο, εάν υπό τις τωρινές συνθήκες που περνάει η χώρα και τα διαιωνιζόμενα υπάρχοντα προβλήματα δεν αντέχουν πλέον, σε συγκρούσεις οι δύο υπεύθυνοι Πολιτειακοί παράγοντες να μη μιλούν την ίδια γλώσσα, καθόσον αμφότεροι συμφωνούν, ότι η κατάσταση δεν πάει άλλο και, ως εκ τούτου, κάτι πρέπει να γίνει. Δηλαδή, με συναίνεση να προχωρήσεις στις επιβαλλόμενες μεταρρυθμίσεις σε βασικούς Εθνικούς τομείς, όπως για παράδειγμα την Παιδεία, το ασφαλιστικό, την αναθεώρηση του Συντάγματος, το νοικοκύρεμα της οικονομίας, την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων κ.λπ.

Είναι, δε, γνωστό ότι οι μεταρρυθμίσεις θα ωθήσουν στην οικονομική αναδιάταξη, με αποτέλεσμα την ορθολογική ανάπτυξη. Για παράδειγμα, η κατάργηση των κλειστών επαγγελμάτων, σύμφωνα με Μελέτη του ΟΟΣΑ, θα επιτάχυνε τον ρυθμό ανάπτυξης κοντά μία ποσοστιαία μονάδα και θα αύξανε την απασχόληση κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες. (“Η Καθημερινή”, 5.11.2006). Επίσης, οι επενδύσεις ξένες και εγχώριες θα κατέβαλαν σε μονοψήφιο το ποσοστό της ανεργίας που τώρα στη χώρα μας ξεπερνά το 27% περίπου.

Προσωπικά πιστεύουμε συνειδητά, ότι θα είναι κρίμα, όπως έγραφε και ο έγκριτος σχολιαστής Αλέξης Παπαχελάς: «...δύο νέοι Πολιτικοί Ηγέτες να χάσουν την ευκαιρία να συνδέσουν τις θητείες τους με κρίσιμες μεταρρυθμίσεις.. Εάν το πράξουν, με βεβαιότητα η ιστορία, ανεπιφύλακτα θα τους αναγνωρίσει την Εθνική αυτή προσφορά».

Τωρινή σημείωση του ίδιου συγγραφέα του άρθρου, Κ.Ι.Φ.: Σήμερα, αντίθετα με το 2006, η Αντιπολίτευση είναι αυτή που ζητά αναπτυξιακά μέτρα, ενώ η κυβερνητική παράταξη προσκολλημένη σε πολύ μεγάλο βαθμό σε “αριστερίστικες ιδεοληψίες” δεν προχωρά στις ενδεδειγμένες επενδύσεις και απωθεί τους ενδιαφερόμενους ξένους επενδυτές. Είναι, δε, ενδεικτικά και τα παρακάτω στοιχεία, τα οποία κατέγραψε δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Έτσι, το 41% πιστεύει, ότι οι αποφάσεις που ελήφθησαν στο πρόσφατο Eurogroup είναι αρνητικές για την Ελλάδα και μόλις το 7,5% θεωρεί ότι είναι καλές. Το 72% θεωρεί, ότι με τη διαπραγματευτική της τακτική η κυβέρνηση καθυστέρησε ζημιώνοντας τη Χώρα (εκτίμηση που υιοθετεί και το 54% των   ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ). Υπό αυτό το πρίσμα δεν εκπλήσσει ότι το 80,5% θεωρεί πως στο τέλος της τετραετίας η Κυβέρνηση Τσίπρα δεν θα έχει κατορθώσει να βγάλει τη Χώρα από το Μνημόνιο (το 9,5% θεωρεί ότι θα το πετύχει». (“Η Καθημερινή” 28.5.2016).

Κοντολογίς: Αποστολή της Οικονομικής και Κοινωνικής Πολιτικής είναι η αύξηση του Εθνικού Εισοδήματος και η δίκαιη διανομή του. Δεν είναι η στατική ισορροπία. Η δε αύξησης του Εθνικού Εισοδήματος είναι δυνατή μόνο με μίαν αδιάκοπη ενέργεια επενδύσεων, της οποίας η απόδοση πρέπει να είναι μεγαλύτερη από την αύξηση του πληθυσμού.

Γράφει ο  Κυριάκος Ι. Φίνας