«Οι Αθηναίοι» ξανά στη Ρόδο ύστερα από πενήντα χρόνια!

Πενήντα χρόνια μετά τις αξέχαστες εμφανίσεις τους στην Ρόδο, οι «Αθηναίοι» βρίσκονται και πάλι στην Ρόδο, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Φίλιππου Παπαθεοδώρου, του πιανίστα των «Αθηναίων», «Οι μουσικές διαδρομές.... μπροστά και πίσω απο τα φώτα».

Ο ίδιος, μίλησε στη «Ροδιακή» για τα χρόνια που έζησε το συγκρότημα στη Ρόδο, για την τότε εποχή, για το βιβλίο του και για την λαμπρή καριέρα που έκαναν οι «Αθηναίοι» τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Μαζί του, στην Ρόδο βρίσκονται και δύο ακόμη μέλη των Αθηναίων, ο Γιώργος Πετσίλας και ο Κώστας Τρούπσιος.

Κύριε Παπαθεοδώρου, θα μας πείτε λίγα λόγια για το βιβλίο «Μουσικές διαδρομές, .... μπροστά και πίσω απο τα φώτα»;

Το βιβλίο αυτό χωρίζεται σε δύο μεγάλα κομμάτια, το πρώτο αφορά τα πρώτα 20 χρόνια που ήμουν μπροστά από τα φώτα σαν μέλος του Τρίο Κανσόνε και των Αθηναίων, εισέπραττα και το χειροκρότημα, και τα άλλα 20 χρόνια που ήμουν πίσω, σαν παραγωγός των τραγουδιστών. Μαρινέλλα, Βοσκόπουλος, Χατζής, Πασχάλης και πάρα πολλοί άλλοι. Αυτά είναι τα δύο μεγάλα κομμάτια.

Οι διαδρομές μου είναι 5 με 6, είναι η αρχική με το Τρίο Κανσόνε, μετά με τους Αθηναίους, με τη Μούσχουρη στο εξωτερικό, μετά η δισκογραφία, στη συνέχεια που έκανα εγώ μια δισκογραφική εταιρεία και τελευταία  μου διαδρομή ήταν που οργάνωσα μια εκδοτική εταιρεία μουσικών βιβλίων. Αυτές είναι οι διαδρομές μου, αυτό είναι λίγο πολύ το βιβλίο μου.

Από τις δύο λοιπόν μεγάλες περιόδους, αυτή μπροστά απο τα φώτα και αυτή πίσω απο τα φώτα, ξεχωρίζετε κάποια απο τις δύο;

Ήταν η κάθεμια απο αυτές τις περιόδους είχε τις αντίστοιχες επιτυχίες, ευτυχισμένες στιγμές, πίκρες πολλές φορές, όπως και η δεύτερη. Γιατί όταν ασχολείσαι με τη μουσική, δεν μπορείς πάντοτε να είσαι σίγουρος ότι θα έχεις επιτυχίες.

Θα υπάρξουν αποτυχίες αρκεί να ξέρεις τις αποτυχίες να τις διαχειρίζεσαι σωστά, να μη σε παίρνει από κάτω η αποτυχία, να τη μετατρέπεις σε επιτυχία.

Λένε οτι αν δεν αποτύχεις ποτέ στη ζωή σου, ποτέ δεν μπορείς να πετυχαίνεις στη ζωή σου. Και η μια περίοδος λοιπόν αλλά και η άλλη περίοδος, ήταν γεμάτες απο πολύ ωραίες στιγμές, με όλα τα καλά και με όλα τα στραβά.

Στο βιβλίο σας αναφέρεστε αρκετά στη Ρόδο, τι σηματοδότησαν οι τρείς αυτές σεζόν που ήρθατε στο νησί;

Η Ρόδος για τους Αθηναίους ήταν η αφετηρία της όλης μας δραστηριότητας. Από εδώ ξεκινήσαμε, από τη Ρόδο. Επειδή μας αγκάλιασε ο κόσμος με πολύ μεγάλο ενθουσιασμό και αγάπη, ήρθαμε και τη δεύτερη χρονιά και ήρθαμε και μια ακόμη χρονιά τέσσερα χρόνια μετά.

Εκεί ξέραμε οτι είχαμε φίλους που μας αγαπούσαν, μας θαύμαζαν, υπήρχε δηλαδή ένα κλιμα εδώ στη Ρόδο υπέρ μας, πάρα πολύ σημαντικό που δεν μπορούσαμε να το αγνοήσουμε.

Το συγκρότημα ήταν ιδιαίτερα αγαπητό. Ποιές ήταν οι αναμνήσεις σας;

Παρα πολύ ωραίες. Τη Ρόδο θα τη θυμόμαστε πάντοτε σαν μια περίοδο απο τις καλύτερες για τη δική μας καριέρα.

Αφήσατε εποχή στην Ρόδο εκείνη την περίοδο.

Νιώσαμε αυτή την επιτυχία σε μεγάλο βαθμό γιατί γινόταν χαμός κάθε φορά που εμφανιζόμασταν. Αυτή την επιτυχία που είχαμε εδώ, δεν μπορώ να πω ότι την είχαμε σε κάθε μέρος που παίζαμε. Ήταν 100% επιτυχία. Μας άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Τη θυμόμαστε τη Ρόδο για ότι καλύτερο είχαμε στην καριέρα μας.

Στη φωτογραφία οι κ.κ. Κώστας Τρούπσιος, Γιώργος Πετσίλας και Φίλιππος ΠαπαθεοδώρουΣτη φωτογραφία οι κ.κ. Κώστας Τρούπσιος, Γιώργος Πετσίλας και Φίλιππος Παπαθεοδώρου

Είχατε φανατικό κοινό, είχατε όμως και... «εχθρούς» όταν ερχόσασταν στο νησί. Υπήρχε κόσμος που δεν ήθελε να γεμίζετε το μαγαζί.

Το 1962 και 1963 με τις επιτυχίες που κάναμε, το έμαθαν οι άλλες ορχήστρες και ενώ ήμασταν τρείς ορχήστρες στα μαγαζιά που δουλεύαμε στην Ρόδο, όταν επιστρέψαμε ξανά το 1966 και αφού είχαν μάθει για την επιτυχία μας, ήρθαν και άλλες ορχήστρες απο την Αθήνα. Τότε, ήταν 11 συγκροτήματα εδώ σε διάφορα μαγαζιά.

Μας περίμεναν πως και πως, έτοιμοι να μας «κατασπαράξουν» (γέλια). Δυστυχώς για αυτούς συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Πάλι κάναμε επιτυχία, πάλι το «Θέρμαι» ήταν κάθε βράδυ γεμάτο και δυστυχώς τα μαγαζιά έκλειναν το ένα μετά το άλλο. Το λέω με πόνο αυτό.

Από τη Ρόδο το καλοκαίρι του 62 πήγατε κατευθείαν στην Ευρώπη. Περιμένατε τέτοια επιτυχία τόσο στην Ρόδο, στο κατάμεστο «Θέρμαι», όσο και στην Ευρώπη;

Είχαμε κάποιες επιφυλάξεις. Όταν έγινε αυτός ο θρίαμβος τότε, αυτός που μας είχε κλείσει το «Θέρμαι», πήρε τον ιδιοκτήτη ενός κέντρου στο Άμστερνταμ, το πρώτο κλαμπ που υπήρχε εκεί, και του ζήτησε να έρθει στην Ρόδο να μας ακούσει για να μας κλείσει για το μαγαζί του. Έτσι και έγινε. Μας άκουσε, ενθουσιάστηκε και μας έκλεισε δύο μήνες να πάμε στο Άμστερνταμ. Έτσι ξεκινήσαμε την καριέρα στο εξωτερικό. Δεν περιμέναμε τέτοια επιτυχία, με το Ευρωπαϊκό κοινό ήταν η πρώτη φορά που ερχόμασταν σε επαφή, αλλά κύλησαν τα πράγματα πολύ ευχάριστα. Περάσαμε πάρα πολύ ωραία.

Εκείνη την εποχή στην Ευρώπη γενικά κινούνταν οι Ιταλικές ορχήστρες οι οποίες έπαιζαν τα δικά τους τραγούδια κ.λπ. Εμείς ήμασταν κάτι άλλο. Καταρχήν ήμασταν πέντε φωνές, τραγουδούσαμε 4-5 γλώσσες, Ελληνικά, Εβραίικα, Αγγλικά, Ιταλικά, Γαλλικά, κάτι που δεν έκαναν οι άλλοι.

Μάλιστα, στη μέση του προγράμματος κάναμε ένα πρόγραμμα, ένα «σόου», με στολές που είχαμε ράψει, με μπουζούκι κ.λπ., επειδή εκείνη την εποχή είχε γίνει η επιτυχία με τον Ζορμπά, κάναμε μεγάλη επιτυχία και με το τραγούδι αυτό. Κάναμε μεγάλη επιτυχία, την οποία δεν περιμέναμε.

Άμστερνταμ, Ζυρίχη, Κοπεγχάγη, Στοκχόλμη, Γενεύη, Μόναχο, ξανά Ελλάδα, Αθήνα, Ρόδο... Οι αναμνήσεις σας από εκείνη τη διαδρομή;

Πολύ όμορφες. Εκείνη την εποχή δεν ήταν εύκολο κάποιος να φεύγει στο εξωτερικό και εμείς είχαμε την ευκαιρία να φεύγουμε απο τη μια χώρα και να πηγαίνουμε στην άλλη, να γνωρίζουμε τον πολιτισμό της κάθε χώρας.

Τα πέντε χρόνια που δουλέψαμε  στο εξωτερικό, στην Ευρώπη φέραμε τα πάνω κάτω, περνάγαμε δύο και τρεις φορές απο το ίδιο μέρος γιατί οι καταστηματάρχες μας ζητούσαν και την επόμενη χρονιά. Και ήταν πολύ σπουδαίο αυτό για εμάς. Αυτά τα πέντε χρόνια ήταν αξέχαστα.

Η καριέρα σας απογειώθηκε όμως με τη συνεργασία σας με τη Νάνα Μούσχουρη.

Βασικά όχι η δική μας. Εμείς ως Αθηναίοι είχαμε πιάσει κορυφή στην Ευρώπη. Όταν πήγαμε με τη Νάνα, αλλάξαμε τελείως το ύφος της ορχήστρας και ξαναπήραμε τις κιθάρες σαν «Τρίο Καντσόνε», με τη συμπλήρωση του Σπύρου του Καζάνα με το ντράμς. Κάναμε μια καινούργια σύνθεση, κουαρτέτο ήμασταν.

Η Νάνα εκείνη την εποχή, προσπαθούσε να κάνει καριέρα στην Γαλλία αλλά δεν τα κατάφερνε. Ήταν μέτρια και οι πωλήσεις των δίσκων της το ίδιο. Η Νάνα μέχρι τότε, το μεγαλύτερο νούμερο που είχε κάνει σε πωλήσεις ήταν 40 χιλιάδες, ήταν μια μετριότητα, άλλαξε τελείως το ύφος της, γιατί μέχρι τότε τη συνόδευαν συγκροτήματα γαλλικά που απλώς διεκπεραίωναν τη δουλειά.

Με τη συνοδεία μας και με τις κιθάρες άλλαξε τελείως ύφος, οι εφημερίδες μετά τη συνεργασία μας έγραφαν «Η Νάνα Μούσχουρη και οι Αθηναίοι, όπως τα πέντε δάχτυλα του χεριού». Αυτό μας ακολουθούσε. Όταν λοιπόν κάναμε τον πρώτο δίσκο με τη Νάνα, 200 χιλιάδες οι πωλήσεις κατευθείαν.

Ήταν τέτοιος ο θρίαμβος, δεν προλαβαίναμε να μπαίνουμε και να βγαίνουμε στη σκηνή όπου εμφανιζόμασταν.

Μιλήστε μας και για τις άλλες σημαντικές συνεργασίες που είχατε μετά.

Όταν συνεργαζόμασταν με τη Νάνα Μούσχουρη, είχαμε 6 προγράμματα στο BBC, σε κάθε πρόγραμμα είχαμε και ένα γκεστ πολύ μεγάλο, είχαμε την Αmalia Rodrigues, Donovan, κ.λπ. κάποια στιγμή λοιπόν λέω στον υπεύθυνο οτι θέλω να φωνάξω και μια Ελληνίδα που αυτή τη στιγμή είναι το Νο 1 στην Ελλάδα, τη Μαρινέλα. Και ήρθε λοιπόν σαν γκεστ, ξαναβρεθήκαμε πάλι.

Μου λέει έλα στην Αθήνα, έχουμε να κάνουμε ωραία πράγματα μαζί. Και μου γίνεται πρόταση να αναλάβω τη διεύθυνση παραγωγής της Polygram τότε και γύρισα στην Ελλάδα για να συνεργαστώ με τη Μαρινέλα, τον Κώστα Χατζή, τον Καλογιάννη, Βοσκόπουλο, Μητροπάνο, Πασχάλη, Ελπίδα, Μπέσυ Αργυράκη, Τσανακλίδου, ποιόν να σου πρωτοπώ. Υπήρξε μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα περίοδος για εμένα, ίσως αυτή να ήταν πιο ενδιαφέρουσα διότι εκεί ήμουν μόνος, ότι έκανα, η οποιαδήποτε επιτυχία ήταν 100% δική μου, δεν τη μοιραζόμουν με κανέναν άλλο.

Ως απόφαση το να σταματήσετε από το συγκρότημα ήταν εύκολη;

Ήταν πολύ σοβαρή απόφαση, αλλά έπρεπε να την πάρω. Την πήρα με πόνο ψυχής. Στον πρώτο που το είπα ήταν ο Κώστας Τρούπσιος, ήμουν στο αυτοκίνητο μέσα, ανεβαίναμε απο τη Νότια Γαλλία στο Παρίσι, του λέω «Κώστα αποφάσισα να αφήσω το συγκρότημα», μου λέει «τι είναι αυτό που μου λες;». Σταματάω το αυτοκίνητο, κατεβαίνω κάτω και αρχίζω να κλαίω σαν μωρό παιδί. Απο τη μια μεριά δεν ήθελα να φύγω αλλά απο την άλλη μεριά δεν θα μπορούσα να μείνω μόνιμα.

Είχα ήδη κάνει δύο παιδιά, είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, τα πράγματα δεν μπορούσαν να συνεχιστούν. Και επειδή είχα αυτή την πρόταση, ούτε λίγο ούτε πολύ τα τελευταία χρόνια με τη Νάνα κάναμε και παραγωγή.

Εμείς διαλέγαμε τα τραγούδια, εμείς τα φτιάχναμε, το ήξερα το αντικείμενο πολύ καλά. Και όταν ήρθα στην Αθήνα, οι παραγωγοί ήταν άσχετοι. Εγώ είχα σπουδάσει μουσική, έπαιζα πιάνο, κιθάρα, ήξερα να γράφω φωνές, είχα ένα πλεονέκτημα απέναντι όλων των άλλων που ασχολούνταν με τη δισκογραφία. Για αυτό και πέτυχα. Το λέω έτσι με παρρησία αλλά, πέτυχα, πραγματικά.

Είχατε ξαναέρθει Ρόδο μετά την επιτυχία της δεκαετίας του 60;

Όχι, πενήντα χρόνια έχω να έρθω στο νησί.