Αλεσφακιά, δυόσμος, λεβάντα: οι σαγηνευτικές μυρωδιές  της ελληνικής φύσης

Επιμέλεια
Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
φιλόλογος

 

Αλεσφακιά: ένα από τα γνωστότερα βότανα της Ρόδου, η αλεσφακιά ή αλισφακιά. Πρόκειται για άλλη ονομασία του γνωστού μας φασκόμηλου. Η αλεσφακιά λεγόταν αρχικά ελελίσφακος από το ρήμα ελελίζω- που σημαίνει ,απομακρύνω, διώχνω και το -σφάκος που σημαίνει τη σήψη, το θάνατο. Οι πρόγονοί μας λοιπόν το θεωρούσαν ως φάρμακο που καταπολεμά  τις αρρώστιες ,νικά τον θάνατο και χαρίζει μακροζωία.

Θυμάρι: ετυμολογικά το θυμάρι ή θύμος όπως το ονόμαζαν οι αρχαίοι, προέρχεται από την λέξη θύω, η οποία αρχικά είχε την σημασία του «βγάζω καπνούς» και αργότερα του «θυσιάζω» ή ευωδιάζω. Από την ίδια ρίζα προέρχονται και οι λέξεις θυμίαμα και θυμιατίζω, ενώ στενή φαίνεται πως είναι και η σχέση με τον θυμό. Θυμός στους αρχαίους δεν σήμαινε την οργή, αλλά τη ζωτική δύναμη όπως φανερώνουν και οι  λέξεις εύθυμος, πρόθυμος κτλ. Μάλιστα  οι  Ρωμαίοι στρατιώτες συνήθιζαν να κάνουν μπάνιο σε νερό αρωματισμένο με θυμάρι, για να αποκτήσουν σφρίγος και ενεργητικότητα.

Μέντα: το όνομα μέντα προέρχεται από το λατινικό mentha, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το αρχαιοελληνικό μίνθη. Η Μίνθη ήταν μια Νύμφη  που ο  Άδης επιζήτησε να κάνει ερωμένη του. Η Περσεφόνη, ή κατ’ άλλους συγγραφείς, η Δήμητρα την καταδίωξε  και την ποδοπάτησε. Κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου της, ο Άδης δεν τη βοήθησε καθόλου. Περιορίστηκε μόνο να τη μεταμορφώσει σε ένα φυτό, που ξαφνικά φύτρωσε για πρώτη φορά στο βουνό Μίνθη της Τριφυλλίας.

Αλόη: η αλόη είναι ένα φυτό εκ πρώτης όψεως  όχι και τόσο σαγηνευτικό, καθώς θυμίζει κάκτο. Ετυμολογικά  η λέξη προέρχεται από την εβραϊκή «alloeh» και σημαίνει πικρή και  λαμπερή ουσία, ενώ το πιο διαδεδομένο είδος της, η αλόη βέρα , έχει τη ρίζα της στη λατινική και σημαίνει αληθινή, γνήσια.

Βασιλικός: Το όνομα του συνδέεται με την Αγία Ελένη. Όταν  είχε  φτάσει στα Ιεροσόλυμα, δεν ήξερε πού να σκάψει για να βρει τον Τίμιο Σταυρό. Καθώς βάδιζε προβληματισμένη, μύρισε ένα υπέροχο άρωμα. Ψάχνοντας να δει από πού προέρχεται η  ευωδιά, εντόπισε ένα μέρος όπου ήταν γεμάτο από πράσινους θάμνους, αυτοί ήταν που μύριζαν τόσο όμορφα. Τότε κατάλαβε ότι έπρεπε να σκάψει σε αυτό το σημείο και εκεί, κάτω από τη ρίζα του εύοσμου φυτού, βρήκε το Σταυρό του Χριστού. Από τότε το ταπεινό αυτό φυτό ονομάστηκε «βασιλικός», επειδή φύτρωσε στο σημείο που σταυρώθηκε ο «Βασιλιάς του κόσμου» .

Δυόσμος: από την αρχαιοελληνική λέξη ηδύοσμος <ηδύς +οσμή= αυτός που είναι ευχάριστος στην μυρωδιά , καθώς όταν τον πιάσουμε βγάζει ωραίο και ευχάριστο άρωμα.

Δεντρολίβανο: είναι φυσικά σύνθετο από τις λέξεις δέντρο+ λιβάνι αν και το άρωμα του δεν θυμίζει λιβάνι. Η μυρωδιά του όμως ήταν τόσο δυνατή που καιγόταν αντί του λιβανιού ,για να καθαρίζει και να αρωματίζει τις κάμαρες των αρρώστων.

Ευκάλυπτος: το δέντρο του ευκαλύπτου είναι από τα υψηλότερα στον κόσμο. Αναπτύσσεται σε ύψος 100 μέτρων. Τα ανθάκια του είναι μικρά και άσπρα. Τα μπουμπούκια του καλύπτονται από μία μεμβράνη που μοιάζει σαν καπέλο. Το κάλυμμα αυτό του έδωσε το όνομα του, το οποίο σημαίνει καλά σκεπασμένος (ευ+ καλύπτω).

Ρίγανη: η ελληνική ρίγανη θεωρείται από τα καλύτερα μυρωδικά στον κόσμο. Οι αρχαίοι Έλληνες την αποκαλούσαν «ορίγανος» που προέρχεται από το «όρος»  και τη λέξη «γάνος», που σημαίνει λαμπρότητα, άρα ρίγανη ήταν το φυτό που «λαμπρύνει ,στολίζει τα όρη. Σύμφωνα με άλλη άποψη το πρώτο συνθετικό της λέξης είναι το ρήμα ορώ (βλέπω) και δεύτερο συνθετικό η λέξη γάνω = λαμπρύνω  μιας και θεωρούνταν ότι η ρίγανη βελτίωνε την όραση.

Kαλεντούλα: οι Ρωμαίοι είχαν παρατηρήσει ότι το φυτό άνθιζε τις πρώτες ημέρες κάθε μήνα. Το ονόμασαν λοιπόν με  την λατινική λέξη calendae (καλένδες) που σήμαινε τις πρώτες μέρες κάθε μήνα κατά το ρωμαϊκό ημερολόγιο.

Λεβάντα: η λέξη προέρχεται από το ιταλικό lavanda που με τη σειρά του δημιουργήθηκε  από το λατινικό lavare που σημαίνει  πλένω. Ονομάστηκε έτσι  επειδή με λεβάντα αρωμάτιζαν το νερό του λουτρού, προτού μπουν  για μπάνιο.

Γιασεμί: αλλιώς ονομάζεται και ίασμος (γιασεμί-ιασεμί-ίασμος). Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα ιώμαι που σημαίνει γιατρεύω, καθώς θεωρείται πως έχει καταπραϋντικές, χαλαρωτικές και αντισηπτικές  ιδιότητες και βοηθάει στην θεραπεία πολλών ασθενειών.

Tίλιο: η ονομασία τίλιο προέρχεται από την αντίστοιχη ιταλική tiglio, που πάρθηκε από το λατινικό tilia. Οι ρίζες των λέξεων αυτών βρίσκονται στην αρχαιοελληνική πτελέα -φτελιά (από τo αρχαίo επίθετο «πέταλη», που σημαίνει «απλωτή»).

Βαλεριάνα: το όνομα "βαλεριάνα" προήλθε από τη λατινική λέξη valere που σημαίνει "υγεία ή δύναμη" και αναφέρεται στην θεραπευτική χρήση του φυτού, αν και υποστηρίζεται ότι μπορεί να αναφέρεται και στη δυνατή του οσμή.

Μαντζουράνα: προέρχεται από το λατινικό mazorana με ρίζες στην αρχαιοελληνική λέξη αμάρακος. Οι αρχαίοι έλληνες που έμεναν στη σημερινή Συρία έφτιαχναν από την μαντζουράνα, ένα πολύ δυνατό άρωμα που ονόμαζαν «αμαρακίνον» ή «σαμψύχινον»  γι’ αυτό και συγγραφείς,όπως ο Διοσκουρίδης, την ονομάζουν «σάψυχο». Τη χρησιμοποιούσαν  στην τελετή της ταφής, γιατί θεωρούσαν ότι το άρωμα της έφερνε γαλήνη στις ψυχές των νεκρών.

Δίκταμος:  φυτό που είναι γνωστό από την αρχαιότητα με το όνομα δίκταμνος και η  ετυμολογία της λέξης   προέρχεται από τις λέξεις  Δίκτη  και θάμνος. Δηλαδή ο θάμνος του όρους Δίκτη ,που βρίσκεται στον νομό Λασιθίου. ο Iπποκράτης  είχε ονομάσει το βότανο και "ωκυτόκιον" - από το ωκύς που σημαίνει ταχύς και τόκος που σημαίνει τοκετός και κατ' επέκταση αυτό που επιταχύνει τον τοκετό