Μόνο εγγράφως οι απολογίες στην Πειθαρχική Επιτροπή της ΕΠΣΔ

Στους ρυθμούς της νέας αγωνιστικής περιόδου μπήκαν χθες επισήμως και τα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής. Ο πρόεδρος Μιχάλης Μάχλης και οι συνεργάτες του Κώστας Παπαγεωργίου και Σπύρος Σαλαμαστράκης συνεδρίασαν στα γραφεία της ΕΠΣΔ και σήμερα θα είναι έτοιμοι να ανακοινώσουν τις πρώτες αποφάσεις τους.

 Οι άνθρωποι των σωματείων θα παρατηρήσουν, πως στις κλήσεις σε απολογία θα απουσιάζει η αναφορά στη δυνατότητα της αυτοπρόσωπης.

Από εδώ και στο εξής, οι απολογίες θα κατατίθενται μόνο εγγράφως (εξαίρεση θα γίνεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις), πρακτική που θα ακολουθεί και η Επιτροπή Εφέσεων της ΕΠΟ. Αλλαγές προβλέπονται και στα αποδεικτικά μέσα που θα λαμβάνει υπόψη της η Πειθαρχική Επιτροπή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 14 του Δικονομικού Κανονισμού Λειτουργίας Δικαστικών Οργάνων. Αναλυτικά:  
 «Η αποδεικτική διαδικασία είναι κατά βάση έγγραφη και διακρίνεται σε δύο (2) κατηγορίες παραβάσεων:

α. Εφόσον η παράβαση σχετίζεται με περιστατικά που συνέβησαν κατά τη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, η απόδειξη γίνεται αποκλειστικά με βάση τις αναφορές και περιγραφές των αξιωματούχων του αγώνα που προβλέπονται στον ΚΑΠ (Φύλλο Αγώνα, εκθέσεις Παρατηρητών Αγώνα κλπ) και ως συμπληρωματικά και μόνον στοιχεία μπορούν να ληφθούν υπόψη, σε επίρρωση των αναφορών των αξιωματούχων του αγώνα, μόνο οι εκθέσεις της αστυνομικής αρχής και το οπτικό υλικό του αγώνα.

β. Για την εξέταση των λοιπών παραβάσεων τα βασικά αποδεικτικά μέσα είναι τα έγγραφα, η ομολογία και η πραγματογνωμοσύνη.
γ. Οι μαρτυρικές καταθέσεις και η προφορική εξέταση των διαδίκων αποτελούν επικουρικά αποδεικτικά μέσα σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο από την Πειθαρχική Επιτροπή.

δ. Εξαίρεση αποτελεί όταν τα δύο τμήματα της Πειθαρχικής Επιτροπής θα δικάζουν ως δεοντολογικά όργανα παραβάσεις του κώδικα δεοντολογίας, περιπτώσεις κατά τις οποίες, οι καταθέσεις των μαρτύρων και η εξέταση των διαδίκων αποτελούν βασικό αποδεικτικό μέσο.

ε. Στην Επιτροπή Εφέσεων δεν εξετάζονται μάρτυρες και διάδικοι (εκτός αν η ίδια η Επιτροπή σε κάποια εξαιρετική περίπτωση το κρίνει αναγκαίο και το ζητήσει)»