Οι θησαυροί της ελληνικής γης

Γράφει ο Θάνος Ζέλκας

Την ώρα που η ύφεση φαίνεται να έχει εγκατασταθεί για τα καλά στα σπλάχνα της οικονομίας μας, οδηγώντας σε απόγνωση επιχειρήσεις και μαγαζιά, η “ευλογημένη” γη αυτής της χώρας φαίνεται πως μπορεί να δώσει την ανάσα που χρειάζεται η κοινωνία. Τα αγαθά της ελληνικής γης κάθε άλλο παρά κρίση νιώθουν. Δεν είναι λίγες οι ιστορίες επιτυχίας που γεννήθηκαν σε οικογενειακά αγροκτήματα, κάνοντας γνωστά σε όλες τις άκρες της οικουμένης προϊόντα όπως το λάδι και το μέλι.

Η υπεραξία των επιτυχημένων ελληνικών προϊόντων, πέρα από τη σωστή τακτική διαφήμισης και προώθησης, έγγειται κυρίως στο γεγονός της ίδιας της διατροφικής αξίας και γεύσης τους. Και μόνο το γεγονός αυτό αποτελεί την εγγύηση για μια πιο οργανωμένη προσπάθεια εξωστρέφειας της γεωργίας και της κτηνοτροφίας μας, κάτι που φυσικά αυτή τη στιγμή δεν γίνεται λόγω της ασυνενοησίας που επικρατεί στα “ψηλά πατώματα” της δημόσιας διοίκησης.

Κοιτώντας κάποιος σήμερα την εικόνα του πρωτογενή τομέα διαπιστώνει με λύπη ότι γίνεται μια τιτάνια προσπάθεια καταστροφής του, με τους αγρότες (όπως και όλους τους άλλους παραγωγικούς φορείς) να υφίστανται μια άνευ προηγουμένου φοροκαταιγίδα που μόνο δύναμη δεν τους δίνει στο δύσκολο έργο τους. Αντί να τους δοθούν περισσότερα κίνητρα να παράγουν, τους δίνονται όλο και περισσότερες αφορμές να σταματήσουν.

Η χώρα αυτή κάποτε παρήγαγε και τάιζε όλη την Ευρώπη. Ο νοσηρός νους που εμπνεύστηκε τη μετατροπή της από χώρα πρωτογενούς τομέα σε χώρα παροχής υπηρεσιών διέπραξε ίσως το μεγαλύτερο έγκλημα που έχει καταγραφεί ποτέ στα χρονικά της ιστορίας μας. Διότι φαίνεται πλέον περισσότερο από ποτέ ότι ο τουρισμός δεν είναι το φάρμακο για πάσα νόσο. Τα φετινά στατιστικά άλλωστε το δείχνουν ξεκάθαρα ότι κόσμος έρχεται, χρήμα κινείται αλλά συσσωρεύεται στα χέρια των λίγων.

Αυτή είναι η αρχή του καπιταλισμού. Λίγα χέρια να συγκεντρώνουν το χρήμα και πολλά χέρια να εξαρτώνται από αυτά. Δεν φταίει το σύστημα για την εξαθλίωση της κοινωνίας, φταίει αυτός που το υιοθετεί. Και ίσως αν εφαρμόζονταν με κάποιους κανόνες, να μπορούσε να δημιουργεί μια αίσθηση ευφορίας στις μεγάλες μάζες. Τώρα όμως που δεν υπάρχουν αυτοί οι κανόνες, ρυθμιστές του παιχνιδιού είναι οι ισχυροί, οι έχοντες δηλαδή τον πλούτο στα χέρια τους.

Δυστυχώς στη μετάλλαξη της οικονομίας μας βασικό ρόλο έπαιξε και η κουλτούρα του γρήγορου χρήματος. Η δουλειά στο χωράφι είναι σκληρή και επίπονη και κάποιες φορές αν οι συνθήκες είναι άσχημες μπορεί να μην αφήσει ακόμα και τα απαραίτητα. Στον αντίποδα ο τουρισμός έφερε συνάλλαγμα με μόνο αντίτιμο ένα δωμάτιο, καθαρά σεντόνια, μια ελληνική σαλάτα, μια φέτα καρπούζι και λίγο κρασί. Έξι μήνες δουλειάς αρκούσαν να “θρέψουν” τους υπόλοιπους. Ήρθε και το κράτος και εισήγαγε την έννοια του επιδόματος ανεργίας του χειμώνα, οπότε γιατί να πάνε οι άνθρωποι μέσα στις λάσπες, στις κακουχίες και στις κακοκαιρίες;

Τα πρώτα χρόνια αυτή η ευμάρεια συντήρησε το όνειρο της μεσαίας τάξης που στο μεταξύ δημιουργήθηκε. Κανείς όμως δε σκέφθηκε πόσο θα διαρκέσει όλο αυτό, γι’ αυτό και δεν δημιουργήθηκαν οι συνθήκες προστασίας του. Έτσι μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, οι κοινωνοί του ονείρου έγιναν τα πρώτα θύματα προσπαθώντας μέχρι και σήμερα να καταλάβουν ποιος φταίει.

Και εδώ είναι το λάθος του μέσου Έλληνα. Στον καταμερισμό των ευθυνών βλέπει πάντα τον υπεύθυνο στο πρόσωπο κάποιου άλλου και ποτέ στο δικό του. Επειδή όμως η ιστορία δίνει πάντα μια δεύτερη ευκαιρία σ’ αυτή τη χώρα σώζοντάς την κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού, καλό θα ήταν να την αρπάξουμε και να καλλιεργήσουμε ξανά εκείνα τα χωράφια που θέλαμε να τα κάνουμε ξενοδοχεία. Γιατί τελικά όσο ταπεινά κι αν είναι τα προϊόντα της γης μας, σε λίγο καιρό θα αποτελούν έναν πολύτιμο θησαυρό. Ας μην μας τα πάρουν κι αυτά για ένα πιάτο φακές...