Η ιστορία του Κρίσνα,  ενός άστεγου «σνομπ διανοούμενου» από τη Γουιάνα που βρέθηκε στο Παρίσι

Είμαι ένας αναίσθητος άνθρωπος, που προσπερνά συνήθως τους άστεγους χωρίς να δίνει σημασία. Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις του περασμένου Νοεμβρίου στο Παρίσι, όμως, είχα καταληφθεί από μια υπερευαισθησία. Όταν είδα λοιπόν ένα βράδυ έναν τριανταπεντάρη άστεγο που έμοιαζε ινδικής καταγωγής να κάθεται στο πεζοδρόμιο κοντά στο σπίτι μου, έκανα να του δώσω κάτι. Μου είπε τότε, στα αγγλικά: «Δεν σου ζήτησα χρήματα».

Κι έτσι γνώρισα τον Κρίσνα. Δεν ξέρω πια πού βρίσκεται, με δίδαξε όμως κάτι πολύτιμο γι’αυτή την περίεργη νέα εποχή όπου η παγκοσμιοποίηση σαρώνει ανθρώπους σε όλο τον πλανήτη.

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Εθνη, 65,3 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί από τα σπίτια τους. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο αριθμό στην ιστορία. Κανείς όμως δεν έχει μετρήσει τον Κρίσνα.

Τις επόμενες εβδομάδες μου διηγήθηκε την ιστορία του, που πιστεύω ότι είναι αληθινή. Καταγόταν από τη Γουιάνα, στη Νότια Αμερική. «Στην αρχή έχεις την πρωτεύουσα. Μετά το δάσος. Μετά δεν υπάρχει τίποτα. Μετά κι άλλο τίποτα. Και μετά έχεις το χωριό μου». Η σύζυγός του, η Τικίτα – «όχι Τσικίτα, αυτή είναι μπανάνα» - ζει ακόμη εκεί μαζί με τον έφηβο γιο τους.

Ο Κρίσνα είπε ότι μετά τον θάνατο των γονιών του τον μεγάλωσε ένας σαμάνος, που μελετούσε όλες τις θρησκείες. Υστερα άρχισε να επισκέπτεται την πρωτεύουσα, την Τζόρτζταουν, κι έμπλεξε με συμμορίες. Υποπτεύομαι ότι τον χρησιμοποιούσαν ως βαποράκι. Μια μέρα, δύο φίλοι του σκοτώθηκαν μπροστά του. Μπήκε τότε σε ένα πλοίο για τη Μασσαλία και κατέληξε στο Παρίσι.

Ηταν ένα πολιτισμικό σοκ. Ένα πρωί του είπα ότι θα έπαιρνα το τρένο για το Λονδίνο. «Μα μεσολαβεί θάλασσα!», μου είπε. Του είπα ότι το τρένο πηγαίνει κάτω από το νερό. Εμεινε έκπληκτος. «Φυσικά τα έχει γράψει ο Αρχιμήδης, αλλά είναι απίστευτο ότι το έκαναν».

Ο Κρίσνα μου είπε ότι έρχεται από τη ζούγκλα και πρώτη φορά γνώρισε τον πολιτισμό. Όμως τι είναι πολιτισμός; Στις 13 Νοεμβρίου, είχε κρυφτεί κάτω από ένα αυτοκίνητο κι έβλεπε τους τρομοκράτες να δολοφονούν «όμορφα παιδιά» στα καφέ. Εξακολουθούσε λοιπόν να αναρωτιέται: «Τι πρέπει να σκεφτώ γι’αυτούς τους ανθρώπους;»

Τον ενοχλούσαν όμως και οι Παριζιάνοι, που τον προσπερνούσαν χωρίς να τον κοιτάζουν. Είναι πολιτισμένοι αυτοί οι άνθρωποι; Τον απασχολούσε επίσης ότι είχαν αυτή τη στάση επειδή ήταν άστεγος, άρα ήταν βλάκας. Στην πραγματικότητα, ο Κρίσνα ήταν ένας σνομπ διανοούμενος.

Τους άλλους άστεγους τους αντιμετώπιζε με ευγένεια, αλλά τους θεωρούσε μεθύστακες ή ναρκομανείς. Αυτός είναι ο λόγος που δεν κοιμόταν στους ξενώνες. Του έδωσα παλιά μου ρούχα, αλλά τις κρύες νύχτες ανησυχούσα ότι θα πάγωνε στο δρόμο. Το προσδόκιμο ζωής για τους άστεγους στη Γαλλία είναι 49 χρόνια. Συνειδητοποίησα σύντομα ότι το να ζεις σε τέτοιες συνθήκες είναι πολύ πιο δύσκολο από το να δουλεύεις.

Ποτέ δεν του πρότεινα όμως να κοιμηθεί στον καναπέ μου. Όπως μου είπε ένας φίλος: «Γιατί μετά να φύγει;» Ο ίδιος ο Κρίσνα μου είπε ότι κάποτε στη Γουιάνα σκότωσε κάποιον που βίασε ένα μικρό κορίτσι.

Κάθε βράδυ, αφού έβαζα τα παιδιά για ύπνο, του πήγαινα φαγητό (με έξτρα πιπέρι, όπως μου είχε ζητήσει) και μου έπιανε κουβέντα για τη θρησκεία των Αζτέκων ή τα μαθηματικά. Γρήγορα κατάλαβα ότι δεν χρειαζόταν το φαγητό μου. Ηταν ένας χαρισματικός άνθρωπος, έβλεπα συχνά τους γείτονες να του πηγαίνουν φαγητό ή βιβλία. Είχε πια περισσότερους φίλους από μένα. Η γυναίκα μου, που αρχικά ήταν επιφυλακτική, άρχισε να του πηγαίνει κάθε πρωί καφέ.

Καναδυό φορές του έδωσα χρήματα, αλλά ένα βράδυ μου έδωσε 20 ευρώ και μου είπε να τα κρατήσω. Το όνειρό του, είπε, ήταν ένα ζεστό ντους. Αλλά πώς θα γινόταν; Οι άστεγοι πρέπει να προσέχουν συνεχώς τα υπάρχοντά τους. Για να πάει στην τουαλέτα, πρέπει να βρει κάποιον να προσέχει τα πράγματά του. Τον πήγα έτσι σε μια πισίνα και πρόσεχα τον σάκο του όσο έκανε μπάνιο. Όταν βγήκε, είπε ότι αισθανόταν «αναγεννημένος».

Είναι δύσκολο να βοηθήσεις έναν άλλο άνθρωπο. Μερικές φορές ο Κρίσνα μύριζε αλκοόλ. Όπως μου είπε, η ζωή ενός άστεγου είναι αφόρητη χωρίς αλκοόλ ή ναρκωτικά.

Μια μέρα αποφάσισε να φύγει από το Παρίσι. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν είχε διαβατήριο. Ούτε θα αποκτούσε ποτέ. Αλλωστε τα σιχαινόταν. Η καταγωγή του, έλεγε, ήταν τα αστέρια. Και τα αστέρια δεν καταλαβαίνουν τους αστικούς νόμους ή τους θαλάσσιους νόμους.

Τελικά αποφάσισε να πάει στο Αμστερνταμ και να αναζητήσει έναν ολλανδό φίλο του που τον έλεγαν Ρίτσαρντ (το επίθετο δεν το θυμόταν). Θα άφηνε να περάσει λίγος καιρός για να τον ξεχάσουν οι γκάνγκστερ στην Τζόρτζταουν κι έπειτα θα έπαιρνε το πλοίο από το Ρότερνταμ και θα γύριζε στη χώρα του.

Του αγόρασα το σιδηροδρομικό εισιτήριο για το Αμστερνταμ. Στον σταθμό, έσφιξε το χέρι μου και το χέρι ενός αλκοολικού ρουμάνου φίλου του, μου έδωσε δύο βιβλία και εξαφανίστηκε. Ελπίζω να είναι πίσω στην πατρίδα με την Τικίτα και τον γιο του. Το ουσιαστικότερο γνώρισμα όμως της σύγχρονης ζωής είναι το σωστό διαβατήριο.

Αρθρο από το ΑΠΕ-ΜΠΕ του Σάιμον Κούπερ

* Ο Σάιμον Κούπερ είναι αρθρογράφος των Financial Times

(Πηγή: Financial Times)