«Η πρόοδος δεν έχει ταβάνι,  είναι μια συνεχής διαδικασία»  λέξεις από τον εκλιπόντα Κωνσταντίνο Μήτση. (αντί επικηδείου)

Είναι από τις λίγες στιγμές που δεν ξέρω πώς να αρχίσω. Θέλω να γράψω κάτι για τον εκλιπόντα Κωνσταντίνο Μήτση. Είναι λεπτή η θέση μου, παρόλα αυτά θα τολμήσω να εκφράσω μερικές σκέψεις ως μορφή επικηδείου στο πρόσωπο του.   

Ο Κωνσταντίνος Μήτσης φτάνει στην Αθήνα σε παιδική ηλικία στα τέλη της δεκαετίας του 1940 από το χωριό το Κρυόνερι Ιωαννίνων όπου μετά από δική του επιθυμία είναι σήμερα και το τελευταίο σπίτι του. 

Στην μεταπολεμική Αθήνα προσπαθεί να ορθοποδήσει και σε μια εποχή δύσκολη για την Ελλάδα, ο κ. Μήτσης καταπιάνεται με μια σειρά από δουλειές ολοκληρώνοντας παράλληλα τη φοίτησή του στον 1ο Γυμνάσιο Αθηνών, σε μια από τις ομορφότερες γειτονιές της Αθήνας, την Πλάκα. Στους δρόμους της Αθήνας, με πνεύμα σπιρτόζο, ανήσυχο και δημιουργικό ο Κωνσταντίνος Μήτσης  μαθαίνει, αντιλαμβάνεται και αρχίζει την δική του επιχειρηματική πορεία

Σε ηλικία μόλις 17 ετών ξεκινά την επιχειρηματική του δραστηριότητα ανοίγοντας την πρώτη του βιοτεχνία, που ασχολείται με την κλωστοϋφαντουργία. Από την πρώτη κιόλας αυτή επιχειρηματική  απόπειρα εξυφαίνεται η επιτυχία με αποτέλεσμα η βιοτεχνία να φτάσει να απασχολεί 170 άτομα περίπου, σε λιγότερα από δέκα χρόνια. Όλα αυτά τα άτομα συνταξιοδοτήθηκαν από το «χέρι» του εκλιπόντος εκφράζοντας την ταυτότητα της εκτίμησης  του επιχειρηματία. 

Αυστηρός με τον εαυτό του, με τον δικό του αξιακό κώδικα τον οποίο υπηρέτησε με πιστότητα, έβαλε πλώρη για μεγάλα πράγματα.   

«Η σωστή κρίση, το ένστικτο και η τύχη» όταν συνδυάζονται «με την εργατικότητα και την τιμιότατα  δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την επιτυχία» αναφέρει σε μια συνέντευξη του.

Σήμερα ο όμιλος επιχειρήσεων «Mitsis» δραστηριοποιείται στις εκδόσεις, την κλωστοϋφαντουργία, τα κατασκευαστικά και την οινοποιία. Η καρδιά, όμως, των επιχειρήσεων χτυπάει στην φιλοξενία και τον τουρισμό.

Το πρώτο ο ξενοδοχείο «έρχεται» το 1978 στη Κω, το «Ramira».

Είναι το πρώτο βήμα στην μεγάλη πορεία, ο πρώτος σταθμός σ΄ ένα επιχειρηματικό ταξίδι  που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ακολουθούν ξενοδοχεία στη Ρόδο, στην Κρήτη, στην Κω, στη Μύκονο, στην Αθήνα και τα Καμένα Βούρλα.

Ο όμιλος φιλοξενεί 400.000 τουρίστες  ετησίως μέσα στο μότο της εταιρίας: «Τα πάντα θέλουν φροντίδα, καλή προαίρεση και προσοχή, οι επισκέπτες χρειάζονται περιποίηση».

Ικανός, ορθολογιστής, δραστήριος,  ζητούσε όλο και περισσότερα από τους συνεργάτες του, επισημαίνοντας ότι «η πρόοδος δεν έχει ταβάνι, είναι μια συνεχής διαδικασία».

Ήταν σκληρός επιχειρηματίας και παράλληλα διορατικός, τόσο που κάποιοι φίλοι του χρόνια έλεγαν ότι «ο Κώστας μπορούσε να πουλήσει ακόμη και πάγο στην Αλάσκα».

Μονολογούσε όταν τελείωνε ένα ξενοδοχείο πολλές φορές μ΄ ένα είδος αισθητικής αυτοκριτικής: «τη στιγμή που παραδίδω ένα ξενοδοχείο στους τουρίστες, δεν ανήκει πλέον σ΄ εμένα αλλά σ’ αυτούς. Εγώ ξεκινάω την επόμενη προσπάθεια».      Άνθρωπος της αγοράς που προέβλεπε, που μυριζόταν, της ωμής αντίληψης να καταλάβουνε οι απασχολούμενοι στον τουρισμό ότι ο ανταγωνισμός είναι σκληρός παγκοσμίως και όλοι πρέπει κάθε μέρα να βελτιώνουνε την ποιότητα και να προσθέτουνε κάτι.

Και έλεγε επίμονα «Τα ξενοδοχεία πρέπει να προσφέρουν μια ολοκληρωμένη εμπειρία στους επισκέπτες τους μέσα από την ποιοτική διαμονή και οι ίδιοι οι πελάτες μας τότε δεν έχουν αντίρρηση να πληρώσουν και 5 και 10 ευρώ παραπάνω αρκεί να ξέρουν ότι θα τα πάρουν πίσω».

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του είναι ότι δημιούργησε εν ζωή, τη «ΔΙΑΔΟΧΗ» του.

Ο Σταυρός και η Χριστίνα, άξιοι συνεχιστές της επιχειρηματικότητας με τη βοήθεια της μητέρας τους και την κληρονομική τους οξυδέρκειας από το γεννήτορα είναι ικανοί να σηκώσουν το βάρος του ονόματος, γιατί όπως διατύπωνε ο ίδιος «Η ΠΡΟΟΔΟΣ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΑΕΙ ΠΟΤΕ»…Το μέλλον δικό τους.  

Γράφει ο αρχιτέκτονας Αγαπητός Ξάνθης