Ξεράθηκε αιωνόβιος πλάτανος στα Τριάντα

Με ένα συγκινητικό κείμενο που ανήρτησε στο facebook «αποχαιρέτησε» ο γνωστός ραδιοφωνικός παραγωγός και στιχουργός Γιώργος Παπαστεφάνου το γέρικο πλάτανο του σπιτιού της οικογένειάς του στη Ρόδο.

«Ο πύργος με τον πλάτανο» όπως ήταν γνωστό το σπίτι, βρίσκεται στην Ιαλυσό, και ο ίδιος θυμάται με νοσταλγία τις μέρες που έζησε σε αυτό όταν ερχόταν στη Ρόδο, τον τόπο καταγωγής της μητέρας του.
Σήμερα το αιωνόβιο δέντρο δεν υπάρχει καθώς τα κλαδιά του, ένα-ένα ξεράθηκαν και έπεσαν, ίσως λόγω της ξηρασίας. Το τελευταίο κόπηκε πρόσφατα από την πυροσβεστική όπως αναφέρει ο ίδιος, φέρνοντας στη μνήμη του τις ιστορίες που άκουγε από μικρός για τον πλάτανο και το Σουλεϊμάν το Μεγαλοπρεπή που για να τον αντιμετωπίσουν οι κάτοικοι του νησιού χρειάστηκε να κόψουν τα δέντρα για να φτιάξουν καράβια…

Ο Γ. ΠαπαστεφάνουΟ Γ. Παπαστεφάνου


Tότε κόπηκε και ο συγκεκριμένος πλάτανος ο οποίος όμως σύμφωνα με όσα άκουγε μικρός, ξαναφούντωσε και αποτέλεσε το σήμα… κατατεθέν του σπιτιού που κάποτε επισκέφθηκε και η Μελίνα Μερκούρη!
Σήμερα στον κήπο με τα δέντρα έχει απομείνει μόνο το κουφάρι του πλάτανου με τα σιδερένια στηρίγματα έτσι όπως τα αποτύπωσε ο φωτογραφικός φακός της «Ρ»…

Ο Γιώργος Παπαστεφάνου έγραψε για τον πλάτανο του σπιτιού τα εξής: «Δεν ήμουν παρών για να μπορώ να πω με σιγουριά ότι πράγματι έτσι έγινε, είναι πάντως μια ιστορία που την ακούω από παιδί. Όταν ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής επρόκειτο να επιτεθεί, λέει, στη Ρόδο, οι ντόπιοι κόψανε όλα τα δέντρα του νησιού και φτιάξανε καράβια.


Έτσι κόψανε και το δικό μας πλάτανο, που όμως στο πέρασμα του χρόνου ξαναφούντωσε κι όταν μετά από τέσσερις αιώνες (!) βρέθηκα εγώ στη Ρόδο, ο πλάτανος είχε γίνει πια τόσο πολύ μεγάλος που το σπίτι μας, χτισμένο φυσικά πολύ αργότερα, ήταν γνωστό στην περιοχή σαν «ο Πύργος με τον μεγάλο πλάτανο».

Είχε τρία τεράστια κλαδιά το δέντρο, που κάλυπταν μια πολύ μεγάλη αυλή. Και γειτόνισσές του πέντε πανύψηλες κουκουναριές, ολόγυρα στο σπίτι. Η κάψα του καλοκαιριού δεν τολμούσε ποτέ να περάσει το κατώφλι μας και δεν υπήρχε δειλινό που να μην έδιναν συναυλία στα κλαδιά του αμέτρητα πουλιά. Και όταν τα βράδια στις βεγγέρες μάς κοιτούσε το φεγγάρι, έπαιζε με τα φύλλα.


Η Μελίνα Μερκούρη που ήρθε μια μέρα να μάς δει, έβγαλε το σπίτι του παππού διατηρητέο. Στο μεταξύ στην γειτονιά, ρυάκια και ποτάμια γίνανε δρόμοι με άσφαλτο κι ο υδροφόρος ορίζοντας που πότιζε τον πλάτανο, όπως μάς είπαν, άλλαξε. Ήρθε λοιπόν και η στιγμή που το πιο μεγάλο απ'τα κλαδιά του δεν άντεξε και έπεσε. Ευτυχώς δεν ήμασταν εκεί και δεν υπήρξαν θύματα.

Η σιδεριά που βάλαμε για να στηρίζει τα υπόλοιπα κλαδιά, σαφώς δεν ήταν λύση. Ο πλάτανος ήθελε νερό, χωρίς νερό μαράζωνε. Και πάει και το δεύτερο κλαδί. Έπρεπε να το πάρουμε απόφαση. Μια φορά τη γλύτωσε ο πλάτανος επί Σουλεϊμάν. Επί των ημερών μας, ήταν γραφτό του να πεθάνει.

Με τη συνδρομή της Πυροσβεστικής κόπηκε και το τελευταίο του κλαδί, μην τυχόν και πέσει κι αυτό μόνο του και σκοτωθεί κανένας. Κι έτσι, απ'τον περήφανο υπεραιωνόβιο φίλο μας, που τόσα είδε και άκουσε στο πέρασμα των χρόνων, στο τέλος τί απόμεινε μέσα στην άδεια αυλή; Η σκουριασμένη σιδεριά και η χτιστή, ασβεστωμένη βάση που αγκάλιαζε γύρω-γύρω το κορμί του».