Η διαπολιτισμική εκπαίδευση ως «μαϊντανός»

Οι πρόσφατες «αψιμαχίες» μεταξύ του Υπουργού Παιδείας (και Θρησκευμάτων…) και του Αρχιεπισκόπου (καθώς και η «προ ημερησίας διατάξεως» συζήτηση στη Βουλή) δεν θα αποτελούσαν σοβαρό λόγο για σχολιασμό σε κοινωνικές συνθήκες εκκοσμίκευσης και συνταγματικής κατοxύρωσης της ανεξιθρησκείας. Θα έλεγε κάποιος, μάλιστα, ότι τέτοιες αντεγκλήσεις αποτελούν το τέλειο εργαλείο απόκρυψης των πιο ζεόντων προβλημάτων της ελληνικής –και όχι μόνο—κοινωνίας.

Ποιος, άραγε, θα έπρεπε να ενδιαφέρεται, στην Ευρώπη του 2016, για το αν θα όφειλε το μάθημα των Θρησκευτικών να αποτελεί δογματική κατήχηση ή μια θρησκειολογική προσέγγιση· για το αν χρειάζεται ή όχι να γίνεται προσευχή κατά την «ορθόδοξη χριστιανική παράδοση» σε σχολεία όπου υπάρχουν, πέρα από αναγνωρισμένες θρησκευτικές μειονότητες, πολλοί άνθρωποι (οι περισσότεροι θα έλεγα), είτε αυτοί είναι εκπαιδευτικοί, είτε μαθητές/τριες, που δεν πιστεύουν σε κανένα δόγμα, και ούτε χρειάζεται –σε καθεστώς ανεξιθρησκείας, θυμίζω— να αποδείξουν ότι «πιστεύουν κάπου».

Σε καθεστώς Μνημονίων, και με τόσα θέματα να πονοκεφαλιάζουν καθημερινά τους πολίτες (ασφαλιστικά, φορολογικά, εργασιακά, περιβαλλοντικά, εκπαιδευτικά,  υγειονομικά, δημοσιονομικά, πολιτικά, κ.λπ.), δεν θα ασχολούμουν καν με μια αντιπαράθεση, η οποία υποδαυλίζεται –συχνά— από ΜΜΕ –ιδιωτικά κυρίως, αλλά και δημόσια— και γνωστούς πολιτικούς & εκκλησιαστικούς κύκλους, γύρω από το κατά πόσο, αλλά και ποιοι κληρικοί υπήρξαν αντιστασιακοί επί γερμανικής κατοχής, ή ποιοι ιεράρχες συνεργάστηκαν με την απριλιανή Χούντα!...

Το συγκεκριμένο γεγονός όμως μου δίνει αφορμή να το συνδέσω με ένα άλλο, το οποίο πέρασε στα «ψιλά» των ΜΜΕ, και δεν ακούστηκε/διαβάστηκε καν από τον/την μέσο πολίτη, αφού έχει να κάνει με ένα εκπαιδευτικό ζήτημα το οποίο δεν «πουλά», ενώ θα έπρεπε να είναι πρώτιστης προτεραιότητας, ιδίως σε μια (και το τονίζω αυτό) «πολυπολιτισμική χώρα» όπως ήταν και είναι η Ελλάδα, και θα είναι σε πιο έντονο βαθμό στο μέλλον: τη διαπολιτισμική εκπαίδευση.

Η σύνδεση της ψήφισης ενός νομοσχεδίου για τη διαπολιτισμική εκπαίδευση με την παραπάνω αντιπαράθεση με παρακίνησε να γράψω αυτήν την παρέμβαση, για να καταδείξω πόσο πίσω βρίσκεται ακόμα  η Ελληνική Πολιτεία, και φυσικά η Ελληνική Κοινωνία, στο να πραγματοποιήσει μια από τις θεμελιωδέστερες αρχές του Διαφωτισμού (στο όνομα του οποίου πολλοί/ες ομνύουν), και μια από τις εδώ και πολλές δεκαετίες συνταγματικά κατοχυρωμένες αξίες: την ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης, η οποία εν τέλει είναι και ελευθερία συνείδησης γενικά.

Μην ξεχνάμε ότι πρώτη και κύρια (θεσμική) αντίφαση είναι ο ίδιος ανώτατος καταστατικός χάρτης της Ελληνικής Πολιτείας, το Ελληνικό Σύνταγμα, το οποίο –και σε συμμόρφωση προς τις κατά καιρούς διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας— απαγορεύει μεν τις εθνοτικές, γλωσσικές, θρησκευτικές ή πολιτικές διακρίσεις (άρθρο 5, παρ. 2), την ίδια όμως στιγμή αναγνωρίζει (άρθρο 3, παρ. 1) ως «επικρατούσα θρησκεία» το Χριστιανικό Ορθόδοξο Δόγμα. Με αυτήν την έννοια, η «διαφορετικότητα» περιχαρακώνεται, με τον πιο επίσημο τρόπο, σε αυτούς που «είναι» και σε αυτούς που «δεν είναι» χριστιανοί ορθόδοξοι (θρησκευτικο-εθνικιστικού τύπου αποκλεισμός).

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο βασικός –μέχρι σήμερα— νόμος της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ο Ν. 1566/1985, ορίζει ότι το σχολείο πρέπει να βοηθά τους/τις μαθητές/τριες να «διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης…», τη ίδια στιγμή που, αμέσως μετά, δηλώνεται ότι η «ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη» (άρ. 1, παρ. 1, εδ. β).

Στο τέλος Αυγούστου (31/08) ψηφίστηκε από την Ελληνική Βουλή το ν/σχέδιο με τίτλο «Ρυθμίσεις για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση, τη διαπολιτισμική εκπαίδευση και άλλες διατάξεις».

Αυτό το ν/σχέδιο, είκοσι χρόνια μετά από τον τελευταίο νόμο για τη διαπολιτισμική εκπαίδευση (Ν. 2413/96), αποτελεί ακόμα ένα μνημείο έλλειψης οράματος και εκπαιδευτικού σχεδιασμού για την ανάπτυξη της «Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης», ιδίως –και αυτό είναι που εκπλήσσει— μέσα σε μια τόσο σημαντική συγκυρία, με έντονες μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές, αλλά και μετά από εκατοντάδες προγράμματα που εκπονήθηκαν και πληθώρα εκπαιδευτικού υλικού που παρήχθη (βλ. ΕΠΕΑΕΚ & ΕΣΠΑ) τα τελευταία 20 χρόνια.

Θα προσπεράσω το γεγονός της –συνήθους αντισυνταγματικής τακτικής των εκάστοτε κυβερνήσεων εδώ και δεκαετίες— προσθήκης άσχετων διατάξεων με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, αν και κάτι τέτοια υποδηλώνουν το επίπεδο σοβαρότητας του νομοθετικού σχεδιασμού σήμερα!...

Θα επικεντρωθώ σε μερικά σημεία τα οποία μαρτυρούν καταφανώς τον πλήρη εναγκαλισμό της Πολιτείας από την επίσημη Εκκλησία (και τα συμφέροντα, οικονομικά και άλλα, που αυτή παράγει και αναπαράγει), τα πολιτικά παιχνίδια που παίζονται σε βάρος των εκπαιδευτικών αναγκών όλων των παιδιών που βρίσκονται στη ελληνική επικράτεια, καθώς και το επίπεδο του επιστημονικού διάλογου γύρω από τη διαπολιτισμική εκπαίδευση στη χώρα μας, στη αυγή του 21ου αιώνα.

Καταρχάς, έχουμε και ένα (ακόμα) νομοθέτημα για τη «διαπολιτισμική εκπαίδευση», όπου της αποδίδεται η ίδια «βαρύτητα» που της εδώθη και στον νόμο του 1996: 7 από τα 68 άρθρα στο τωρινό ν/σχέδιο, σε σχέση με 4 από 81 στον παλιό νόμο!!! Δεν μπορείτε να πείτε….

Η αναλογία είναι σαφώς καλύτερη (10% έναντι 5%)!.... Έτσι, πάλι η διαπολιτισμική εκπαίδευση μπαίνει ως «τσόντα», ως «μαϊντανός» στην «ελληνόγλωσση εκπαίδευση», και εδώ θα μπορούσε κάποιος να απαντήσει στο εύλογο ερώτημα «μα γιατί να φτιάξουν ένα νόμο για τη διαπολιτισμική εκπαίδευση, από τη στιγμή που κανένας σχεδιασμός δεν έγινε για κάτι τέτοιο», με την πασιφανή απάντηση ότι το νομοθέτημα ήρθε να ρυθμίσει ζητήματα (τεχνικής & διοικητικής φύσης) της «ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης», με «ολίγη» από διαπολιτισμική εκπαίδευση! Πολύ φοβάμαι ότι ο συμβολισμός της συγκυρίας (για να μην αρχίζω να σκέφτομαι θεωρίες συνομωσίας…) είναι πολύ ξεκάθαρος.

Τη στιγμή που η διαπολιτισμική εκπαίδευση βάλλεται πανταχόθεν (είναι γνωστή η ρήση της καγκελαρίου Μέρκελ για την «αποτυχία του διαπολιτισμικού μοντέλου»)· τη στιγμή που η ξενοφοβία και ο ρατσισμός γίνονται επίσημες κυβερνητικές επιλογές (βλ. κυβερνήσεις χωρών της πρώην Ανατ. Ευρώπης)· τη στιγμή που οι μεταναστευτικές και οι προσφυγικές ροές παρέχουν εξιλαστήρια θύματα και εύκολους στόχους για τις κοινωνικο-οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού σε Ευρώπη και Αμερική («για όλα φταίνε οι ξένοι» λένε οι διαρκώς εκπτωχευμένοι των δυτικών χωρών, και όχι η κερδοσκοπία του Κεφαλαίου και οι φούσκες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος)….

Αυτή τη στιγμή στη χώρα μας, η οποία έχει γίνει αποικία χρέους, και δεν μπορεί να πιαστεί από καμιά εθνική, οικονομική, κοινοβουλευτική ή κοινωνική υπερηφάνεια, η διαπολιτισμική εκπαίδευση φαίνεται να (ξανα)γίνεται ένα θεωρητικό λογοπαίγνιο, το οποίο θα απασχολεί μερικές δεκάδες πανεπιστημιακούς και εξειδικευμένους/ες εκπαιδευτικούς, άντε και να αποτελεί πεδίο προσωρινής οικονομικής στήριξης (βλ. ΕΣΠΑ) για μερικές εκατοντάδες ερευνητές/τριες που ασχολούνται με τα θέματα αυτά.

Κανένα βήμα, καμιά πρωτοβουλία, καμία υιοθέτηση των πλουσίων πορισμάτων εκατοντάδων μελετών και καινοτόμων προγραμμάτων που έχουν γίνει τα τελευταία 20 χρόνια δεν παρατηρήθηκε στο εν λόγω ν/σχέδιο.

Θα μπορούσε, π.χ., εκτός της επανάληψης των άρθρων 34 & 35 του παλιού νόμου για τους «σκοπούς και τα μέσα της διαπολιτισμική εκπαίδευσης», και πέρα από το τετριμμένο «[επιδιώκεται η]…. εγγραφή των παιδιών με διαφορετική πολιτισμική προέλευση σε σχολεία μαζί με παιδιά γηγενών», να γίνει μια γενναία αναφορά ότι η Ελλάδα είναι ήδη μια πολυ-πολιτισμική κοινωνία.  Θα μπορούσαν να διατυπωθούν βασικές έννοιες (στις οποίες μάλιστα υπάρχει, σε γενικές γραμμές, επιστημονική συμφωνία όσο αφορά στον πυρήνα των χαρακτηριστικών τους), όπως «πολιτισμική ετερότητα», «διαφορετικότητα», ««πολυπολιτισμικότητα», «διαπολιτισμικότητα» κ.λπ.

Θα μπορούσαν να προωθηθούν συγκεκριμένοι θεσμοί στο ελληνικό σχολείο –έστω και αν παραπέμπονταν σε μελλοντικές υπουργικές αποφάσεις…-- οι οποίοι δοκιμάστηκαν στο πρόσφατο παρελθόν μέσα από δεκάδες –χρηματοδοτούμενα αδρά από το ΥΠΠΕΘ— προγράμματα (για να μην θεωρηθεί διαφήμιση δεν αναφέρομαι σε ονόματα και τίτλους, αλλά υπάρχουν πολλά!).

Θα ήταν δυνατόν να υπάρξουν θεσμικές προβλέψεις για πρόσληψη συγκεκριμένων ειδικοτήτων εκπαιδευτικών οι οποίοι –λόγω ειδικότητας, ενασχόλησης ή ενδιαφέροντος— θα μπορούσαν να απορροφηθούν  σε σχολικές μονάδες «διαπολιτισμική εκπαίδευσης», οι οποίες προβλέπονται άλλωστε από το νόμο (π.χ. εκπαιδευτικοί των λιγότερο διαδεδομένων ξένων γλωσσών, καλλιτεχνικών μαθημάτων, κοινωνιολόγων, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών κ.λπ.), και όχι μια απλή αναφορά σε «κοινή απόφαση των Υπουργών Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών [με την οποία] συνιστώνται οι αναγκαίες θέσεις προσωπικού και κατά κλάδους ειδικότητες».

Θα ήταν σκόπιμο επίσης –κατά το πρότυπο των προβλέψεων για την «ελληνόγλωσση εκπαίδευση στο εξωτερικό»-- να συσταθούν άμεσα θέσεις «συντονιστών διαπολιτισμικής εκπαίδευσης» σε όλες τις περιφέρειες της χώρας.

Θα μπορούσε να  εφαρμοστεί –επιτέλους— η ήδη υπάρχουσα νομοθεσία (Π.Δ. 494/83 & 435/84 και Ν. 2413/96) που προβλέπει ότι, τόσο τα Σχολεία Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης, όσο και οι Τάξεις Υποδοχής (Τ.Υ.) ή τα Φροντιστηριακά Τμήματα (Φ. Τ.) λαμβάνουν υπόψη –ανάμεσα στις άλλες— και τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες των αλλοδαπών μαθητών (μάλιστα στο Π.Δ. 494/83 προβλέπεται ρητά η επιδίωξη διδασκαλίας της γλώσσας και του πολιτισμού των χωρών προέλευσης).

Θα μπορούσαν να δοθούν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και κατευθύνσεις για την ίδρυση και λειτουργία των Τ.Υ για το τρέχον σχολικό έτος, τουλάχιστον σε δημοτικά σχολεία της χώρας, και όχι να έρχεται μια (θετική) πρωτοβουλία μερικές μέρες αργότερα από την ψήφιση του νόμου (19/09/2016), ως «εγκύκλιος» του ΥΠΠΕΘ προς όλες τις διευθύνσεις εκπαίδευσης και τα σχολεία της χώρας, η οποία αναφέρεται σε πρόγραμμα ΕΣΠΑ περί «υποστηρικτικών δράσεων» που σχετίζονται με τις «Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας» (Ζ.Ε.Π.) (βλ. Ν. 3879/2010).

Θα ήταν γενναίο και ρηξικέλευθο να καταργηθούν καθημερινές σχολικές πρακτικές που αναπαράγουν θρησκευτικούς και ευρύτερα ιδεολογικούς αποκλεισμούς και διακρίσεις, και οι οποίες εντέλει δεν προβλέπονται από τη νομοθεσία, αλλά καλλιεργούνται εδώ και δεκαετίες και αναπαράγονται μέσα από τελετουργικές τελετές και «οδηγίες άνωθεν», ως αυτονόητο μέρος της εκπαιδευτικής μας «παράδοσης» (π.χ. εκκλησιασμός, ή ανάρτηση θρησκευτικών συμβόλων στα σχολεία).

Επίσης, θα ήταν ευκταίο να ξανατονιστεί με ξεκάθαρο τρόπο κάτι που πολύ εύκολα παραβλέπεται στην ελληνική εκπαίδευση εν έτει 2016: η φοίτηση στο δημοτικό και το γυμνάσιο, αλλά και στο νηπιαγωγείο από το 2006, είναι υποχρεωτική για όλα τα παιδιά που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια.

Η ελληνική κυβέρνηση και σε αυτό το ζήτημα (της προώθησης της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης) φαίνεται να υποχωρεί μπροστά σε μια εθνοκεντρική, ξενοφοβική και συχνά ρατσιστική ιδεολογία, η οποία καλλιεργείται από την Ελλαδική Εκκλησία, συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους και μέρος του μιντιακού κατεστημένου.

Βέβαια, όταν έχεις υποχωρήσει σε τόσα άλλα θέματα θεμελιώδη ζητήματα πολιτικού & ιδεολογικού χαρακτήρα (βλ. 3ο Μνημόνιο), και είσαι με την πλάτη στον τοίχο (όχι μόνο ως «κόμμα» ή «κυβέρνηση», αλλά ως «κράτος», ως «κοινωνία», ως «λαός»), πολύ δύσκολα θα ανοίξεις νέο «μέτωπο» με την εκκλησιαστική ιεραρχία, στην οποία είναι προσκολλημένο ένα πολύ μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος.

Ούτε, βέβαια, η σημερινή «υποχώρηση» σε τέτοιες αντιπαραθέσεις, σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν στο (άμεσο ή μεσοπρόθεσμο) μέλλον η ίδια κυβέρνηση –μέσα και από τη δυναμική των μεταναστευτικών ροών— να επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα αυτό και να νομοθετήσει σύμφωνα με το Σύνταγμα και τις διεθνείς προβλέψεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων (το ίδιο δεν μπορώ να πω για ανάλογες «υποχωρήσεις» σε άλλα «μέτωπα»).

Καταλαβαίνω ότι η ανάπτυξη της διαπολιτισμικής εκπαιδευτικής πολιτικής συνδέεται δυναμικά με την ιστορική εξέλιξη του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, τις κρατικές δομές, τη γραφειοκρατική τυπολατρεία της δημόσιας διοίκησης, το ρόλο των πολιτικών κομμάτων και των συνδικάτων και της Επίσημης Εκκλησίας, που αποκρυσταλλώνονται σε νοοτροπίες δεκαετιών, βαθιά ριζωμένες στις ελληνικές οικογένειες γύρω από την «ενιαία» και «αδιαίρετη εθνική ταυτότητα».

Κάποια πράγματα, όμως, είναι αυτονόητα και βγάζουν μάτια! Είναι αδιανόητο 35 σχεδόν χρόνια μετά την μεγάλη εισροή μεταναστών στον ελλαδικό χώρο, να μην έχουμε λύσει προβλήματα του τύπου «ποιος θα κρατήσει τη σημαία στην παρέλαση»!

Είναι αδιανόητο στη μέση της σχολικής χρονιάς να αποσύρεται το επίσημο εγχειρίδιο ιστορίας (το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, πληρώθηκε με αρκετές χιλιάδες ευρώ από το βαλάντιο του φορολογούμενου πολίτη) επειδή δεν άρεσε ένα –ή δύο ή τρία, δεν έχει σημασία— ρήμα σε κάποιους αναρμόδιους. Είναι αδιανόητο στο βασικό νόμο για τη διαπολιτισμική εκπαίδευση να γίνεται αναφορά σε αυτήν, ως έννοια, σε 7 μόλις (από τα 68) άρθρα!

Αν θεωρήσουμε ως δεοντολογικό μας προσανατολισμό για την ανάπτυξη της «διαπολιτισμικής εκπαίδευσης» την ανακάλυψη τα κοινών στοιχείων ανάμεσα στους λαούς, των στοιχείων που τους συνέχουν και τους συνθέτουν ως μια δυναμική και δημιουργική ενότητα, με ταυτόχρονο όμως σεβασμό των διαφορών τους (ατομικών, συλλογικών) και του δικαιώματος να αυτοπροσδιορίζονται,  συμπεραίνουμε ότι η χώρα μας, όσο αφορά στην ανάπτυξη της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης βρίσκεται στα πρώτα βήματα αυτού που αποκαλείται «πολυ-πολιτισμικό» μοντέλο εκπαιδευτικής πολιτικής, ενώ σε πρακτικό επίπεδο ακόμα πιο πίσω.

Όπως είχα γράψει και παλιότερα, η ελληνική κοινωνία πρέπει πρώτα να λύσει σε εθνικό επίπεδο –ίσως μάλιστα με πιο έντονους ρυθμούς από ό,τι άλλες «δυτικές» κοινωνίες— πλείστες αντιφάσεις που την κατατρέχουν, πριν να καταστεί ικανή να λύσει γνωστικά και γενικότερα παιδαγωγικά ζητήματα που συνδέονται με τη λεγόμενη διαπολιτισμική εκπαίδευση.

Του Διονύση Γουβιά
Επίκουρου Καθηγητή Εκπαιδευτικής Πολιτικής Πανεπιστημίου Αιγαίου