Ο κουρκούταβλος, το μπανίνο, το καπράτσι: Το δωδεκανησιακό μας λεξιλόγιο

Ο κουρκούταβλος: άλλες ονομασίες: σαύρα η τοιχοβάμων, κροκοδειλάκι, κρόκα (Χάλκη), κουρκούτι (Ρόδος), κουρκούδιαλος (Κάλυμνος).Η λέξη προήλθε από το κροκόδειλος>κορκόδειλος>κουρκούταβλος .Το πρώτο συνθετικό κουρκούτης= ο χαζός, καθώς η σαύρα αυτή κινεί το κεφάλι πάνω-κάτω σαν χαζή.

 

Η μάμμη: προήλθε από εκφραστικό αναδιπλασιασμό του επιφωνήματος μα- που απευθύνουν τα μωρά προς την μητέρα τους αναζητώντας φαγητό. Από το «μα-μα» λοιπόν δημιουργήθηκε η λέξη μάμμη  αρχικά με την σημασία «μητέρα». Αργότερα, τον 1ο μ.χ  αιώνα, απέκτησε την σημασία της γιαγιάς ενώ, με καταβιβασμό του τόνου, δημιουργήθηκε η λέξη μαμή = η μαία .

Το ματτάκι ή ο μάττακας: από το μεγενθυντικό αιμάτακας ή αιμοπίνης =το τσιμπούρι (<το ρήμα τσιμπώ) που ρουφά παρασιτικά το αίμα των σκυλιών .Αλλιώς ονομάζεται και κρότωνας , κυνορραϊστής =αυτός που καταστρέφει, συντρίβει το σκυλί    (κύων+ραίω). Μεταφορικά ο άεργος, ο τεμπέλης που ζει παρασιτικά εις βάρος των συνανθρώπων του.

Έξινος: τo έξινος (ή σε κάποιες περιοχές με τις παραλλαγές άξινος ή ούξινος) λεγόταν ως κατάρα σε κάποιον που ρευόταν ενοχλητικά, ώστε το ρέψιμο του να είναι ξινό και επώδυνο. Με την προσθήκη του επιθέτου ξερός χρησιμοποιούνταν προς κάποιον που μιλούσε με ενοχλητικό τρόπο ώστε ,όχι απλά να νιώθει το στόμα του ξινό ,αλλά και να "πέσει" ξερός ,ώστε να σταματήσει να μιλάει (έξινος και ξερός).
Τα σκάδια: η συκή ή σύκο ήταν δέντρο γνωστό από τη αρχαιότητα. Μυθολογικά θεωρείται το δέντρο στο οποίο μεταμορφώθηκε ο Τιτάνας Συκεύς από την μητέρα του Γαία για να σωθεί από τη καταδίωξη του Δία. Ετυμολογικά παράγεται από το ρήμα σεύω= ορμώ γιατί θεωρείται ιδιαίτερα ορμητικό στην ανάπτυξη του, μεγαλώνει γρήγορα. Το ξηρό σύκο ονομαζόταν ισχάς ,το οποίο εξελίχθηκε σε ισχάδιον-σκάδιον, το γνωστό μας σκάδι.

Aπίδια: από το α(επιτατικό)+το ρήμα πίπτω (πέφτω).Οι αρχαίοι πρόγονοι μας  ονόμαζαν απία  τις ποικιλίες αχλαδιών, που μόλις ωρίμαζαν, έπεφταν όλα στο έδαφος. Σιγά-σιγά το απία μετατράπηκε σε απίδια και το δέντρο άπιος σε απιδιά.

Oι  μανίτες: τοπική  ονομασία για τα μανιτάρια. Η  λέξη προέρχεται  από το αρχαιοελληνικό αμανίτης (επιτατικό α+μανός= ο υγρός ,ο μαλακός ,αυτός που μαδάει και διαλύεται εύκολα).Στην συνέχεια εξελίχθηκε στο υποκοριστικό αμανιτάριον για να φθάσουμε στο μανιτάρι.

Το (μ)πανίνο: από την ιταλική λέξη panini. Η λέξη panini πρωτοεμφανίζεται στα ιταλικά βιβλία μαγειρικής τον 16ο αιώνα και είναι ο πληθυντικός του panino που στα ιταλικά σημαίνει  “μικρό ψωμάκι”. Ειδικότερα σήμερα  πανίνο ονομάζεται τo ψημένο σάντουιτς με μικρή φραντζόλα.

Η μπουλουστρίνα  = το πρωτοχρονιάτικο δώρο των παιδιών, ο μπουναμάς. Σύνθετη λέξη από το ιταλικό bona =καλή + strena που σημαίνει  τον  αίσιο οιωνό, το  δώρο
(η επινομίς όπως έλεγαν οι αρχαίοι). Η λέξη σώζεται σε διάφορα μέρη όπως στη Σύμη  ως  μπουλιστρίνα,  στη Νίσυρο ως  μπουλουστρίνα και στην Κύπρο ως πουλουστρίνα.

Η καλαφούνα: η φωτιά από  σωρό αναμμένων ξύλων .Προέρχεται από την αρχαία λέξη κάλον = το ξύλο (εξ ου και καλαπόδι =το ξύλινο πόδι) και το ιταλικό fumus =o καπνός .

Οι καραβόλοι: τα σαλιγκάρια, τα οποία αποτελούν περιζήτητο έδεσμα στα Δωδεκάνησα. Η λέξη είναι δάνειο από το ενετικό caraguol, που σημαίνει «σαλιγκάρι» ( caracol στα ισπανικά).

Η κάσση: η βρωμιά. Προέρχεται από το λατινικό cassa= το κιβώτιο. Σιγά-σιγά η λέξη δήλωνε το κιβώτιο ,την φωλιά που γεννούσαν οι κότες, η οποία χαρακτηρίζονταν από την βρωμιά της (κασιά). Τελικά η σημασία της γενικεύτηκε και σημαίνει γενικά την βρωμιά (εξ ου και κασσιάρης=ο βρωμιάρης).

To κάρκαθο ή κάρκαδο: πρώτη σημασία της λέξης η πέτσα που σχηματίζεται σε μια πληγή όταν αρχίζει να θεραπεύεται. Σήμερα  η ξεραμένη βλέννα της μύτης. Η ρίζα της βρίσκεται στην μεσαιωνική λέξη καρακάλλιον που παράγεται στο λατινικό caracella=η κουκούλα

Η φροκαλιά =η σκούπα. Δημιουργήθηκε από το ρήμα φροκαλώ< φιλοκαλώ .Αρχικά φιλοκαλώ σήμαινε «αγαπώ το ωραίο» αργότερα «εξωραΐζω, διακοσμώ» και μετά «τακτοποιώ». Άρα φροκαλιά< φιλοκαλία η αγάπη για το ωραίο ,το καθαρό ,η τακτοποίηση του σπιτιού.

Το καπράτσι: αρχικά ήταν το τσίγκινο δοχείο που έβαζαν  φαγητό όταν έφευγαν για τις δουλειές του χωραφιού. Στην συνέχεια απέκτησε ποικίλες χρήσεις ως κουβάς π.χ για άντληση νερού από το πηγάδι. Παράγεται από την αντίστοιχη τουρκική λέξη bakrac (μπακράτσι) με αναγραμματισμό.

Η πούλα =η κότα. Προέρχεται φυσικά από τη λέξη πουλί <από το αρχαίο πώλος =το κλωσσοπούλι< από το λατινικό pullus =ο νεοσσός ενός πτηνού.

Αλάργ(κ)ιου: μακριά. Αποτελεί εξέλιξη της λέξης αλάργα =μακριά, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από το ιταλικό alla larga = στο ανοιχτό πέλαγος, σε μεγάλη απόσταση

Το τσακ(ου)μάκι: ο αναπτήρας από την τουρκική λέξη çakmak. Περιελάμβανε ένα σωλήνα που τοποθετούσαν μέσα μια τσακμακόπετρα. Στο επάνω μέρος ήταν ενσωματωμένος ένας μικρός ανώμαλος τροχίσκος. Δίπλα από τον σωλήνα της τσακμακόπετρας ήταν ενσωματωμένος ένας ακόμη σωλήνας του φυτιλιού.
Έβγαζαν λίγο το φυτίλι και με τον αντίχειρα γύριζαν απότομα τον τροχίσκο και αυτός ,μετά την εντριβή που είχε με την τσακμακόπετρα, πέταγε σπινθήρες και έπιανε φωτιά το φυτίλι.

Καννεύω: σημαδεύω . Παράγεται από τη λέξη κάννη (του όπλου) η οποία δημιουργήθηκε από το λατινικό canna =το μικρό και λεπτό καλάμι ,καθώς συνηθίζονταν να μαθαίνει κάποιος σημάδι κλείνοντας το ένα μάτι και στοχεύοντας με βάση την κάννη του όπλου.

Μην χαίνεις!: μην μένεις με ανοιχτό το στόμα. Από το αρχαίο ρήμα χάσκω =ανοίγω πολύ το στόμα μου κυρίως λόγω ανίας ή έλλειψης προσοχής. Από δω προέρχεται και το επίθετο χαστός= αυτός που χαζεύει ,ο χαζός.

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
Φιλόλογος

 

Φιλόλογος