Ο Ιωάννης Καποδίστριας και τα Δωδεκάνησα

Συμπληρώθηκαν εκατόν ογδόντα πέντε (185) χρόνια από το θάνατο του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, του Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο Καποδίστριας έκανε πολλά για τη στήριξη του παραπαίοντος, κατά τα πρώτα του βήματα, αρτιγέννητου Ελληνικού Κράτους. Κατ’ αρχήν, με την άφιξή του η Χώρα αποκτούσε πραγματική κυβερνητική εξουσία, την οποία μέχρι της στιγμής εκείνης δεν είχε γνωρίσει. Πέραν, όμως, από το βαρυσήμαντο αυτό γεγονός, η ίδρυση του νεοελληνικού Κράτους το 1828, ήταν, αναμφίβολα, και ένα δυνατό πλήγμα για την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο τίμιος αγωνιστής του 1821, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, θα ομολογήσει: Ήταν τέχνη του Καποδίστρια για να μακρύνει τα σύνορα και να έχει και τα σύνορά του δυναμωμένα από τις καταδρομές των Τούρκων. Ο δε μακαρίτης Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ακαδημαϊκός και Πρόεδρος της Δημοκρατίας, γράφει: «Μετά τον Καποδίστρια, η μικρή τότε ελεύθερη Πατρίδα μεγάλωσε. Το 1864, το 1881, το 1913, το 1920, το 1947. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, παρόλες τις κατοπινές συμφορές, έκανε, πράγματι, τη Μεγάλη Ελλάδα. Αλλά την Ελλάδα την έκανε ο Καποδίστριας.

Στην τρίτη Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας (19 Μαρτίου- 5 Μαΐου 1827), κατά την οποία εκλέχθηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας Κυβερνήτης της Ελλάδας, πήραν μέρος και τρεις Δωδεκανήσιοι. Ο πρώτος πληρεξούσιος που εκλέχθηκε από την Επιτροπή των Κασιωτών της Νάξου, ήταν ο Μηνάς Σακελλαρίου.

Ο δεύτερος, ως πληρεξούσιος της Κάσου ήταν ο Νικόλαος Γρηγοριάδης και ο τρίτος, ο Δημήτριος Αλεξάνδρου, Φιλικός, Πάτμιος, από τους εγκατεστημένους στην Κωνσταντινούπολη, εμπόρους της διασποράς.

Στις 3 Οκτωβρίου του 1827, στο δρόμο προς την Ελλάδα, ψηφισμένος πια Κυβερνήτης απαντώντας σε γραπτό ερωτηματολόγιο του Άγγλου Υφυπουργού του Πολέμου και των Αποικιών Όρτον και προσδιορίζοντας τα όρια της Ελλάδας, τα τοποθετεί από την Πελοπόνησο ως τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία και περιλαμβάνει, εκτός από τα νησιά του Ιονίου, την Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου και τη Μικρά Ασία.

Σε ιδιωτικές, δε, συνομιλίες υπογράμμιζε την ανάγκη να μην εγκαταλείπουν και οι σκλαβωμένοι τότε Δωδεκανήσιοι τα πάτρια εδάφη, προκειμένου να μην αλλοιωθεί ο εθνολογικός χαρακτήρας του δωδεκανησιακού συμπλέγματος. Δεν παρέλειπε, δε, ευκαιρία, ώστε το όλο Ελληνικό Ζήτημα να διατηρείται ως διεθνές Ζήτημα.

Και όπως αναφέρει επί του προκειμένου και ο ιστορικός του Έθνους Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος «οι επεμβάσεις του Καποδίστρια ήταν πάντοτε επίκαιρες και χωρίς αυτές είναι αμφίβολο, εάν και τότε θα είχε φθάσει σε πέρας ο απελευθερωτικός αγώνας. Ενώ, από το Φεβρουάριο του 1830, με την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων, η Ελλάδα αποτέλεσε ένα Κράτος ανεξάρτητο, ενώ τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου ελευθερώθηκαν το 1912 και τα Δωδεκάνησα, μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ήτοι το Μάιο του 1945.

Εν τω μεταξύ, με την άφιξη του Κυβερνήτη στην Ελλάδα, από τον Ιανουάριο του 1929 και οι Δωδεκανήσιοι δραστηριοποιούνται. Αρχίζουν να κινητοποιούνται οι Ροδίτες, οι Νισυριοι και οι Κάσιοι και με αναφορές τους προς τον Καποδίστρια, τις οποίες κοινοποιούσαν και προς αντιπρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων, ζητούσαν ν’ απαλλαγούν από τον τουρκικό ζυγό.

Ακολούθησαν οι Πάτμιοι και οι Καρπάθιοι. Συγκεκριμένα, οι αντιπρόσωποι των Καρπαθίων, Χατζηλίας Οικονόμου και Γεώργιος Ψαρουδάκης, με αναφορά τους προς την Δ’ Εθνοσυνέλευση απευθύνονται στον Καποδίστρια, ενόψει των διαβουλεύσεων που γίνονταν, ώστε η ιδιαίτερη Πατρίδα τους «να μην αποσπαστεί από την Ολομέλεια της Ελλάδος».

Οι Συμαίοι και αυτοί, ενεργοποιούνται και αφού τον συγχαίρουν για την εκλογή του, ως πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, ζητούν να προσπαθήσει να περιληφθεί και η Σύμη, καθώς και τα υπόλοιπα νησιά της Δωδεκανήσου στην Ελεύθερη Ελλάδα.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας με επιστολή του 20-10-1828, απαντώντας στους Συμαίους, αναφέρει μεταξύ των άλλων: «...απεδέχθημεν με άκραν συμπάθειαν τας ευχάς σας. Δεν αμφιβάλλετε, βέβαια, ότι ηθέλαμεν αισθανθή μεγάλην ευχαρίστησιν δια τη συμπερίληψιν των νήσων σας εις την Ελευθέραν Ελλάδα. Αλλά, άλλως έδοξεν εις τας Συμμαχικάς Αυλάς. Εντοσούτω, ζείτε ειρηνικώς πεποιθότες εις την Θείαν Πρόνοιαν».

Ο Καποδίστριας, έχοντας υπόψη όλες τις προαναφερθείσες εκκλήσεις των Δωδεκανησίων απευθύνθηκε και προς τον πρίγκιπα Λεοπόρδο, ο οποίος προοριζόταν για βασιλιάς του ανεξάρτητου Κράτους της Ελλάδας, σύμφωνα με τα αποφασισθέντα στη Διάσκεψη του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου του 1830 και του εφιστούσε την προσοχή να μεσολαβήσει στην ικανοποίηση των πόθων των Δωδεκανησίων.

Συγκεκριμένα, στο υπόμνημά του, εκτός των άλλων, τονίζει: «...Πώς είναι δυνατόν να αποξενωθούν από τη Στερεά Ελλάδα επαρχίες που περικλείουν 100.000 ηρωικούς κατοίκους, που πολλές φορές συγκράτησαν το χείμαρο των κατά της Ελλάδος τουρκικών στρατευμάτων και πώς είναι δυνατόν ν’ αποκλειστούν άλλοι, επίσης, ένδοξοι προμαχώνες της Ελλάδος, τα νησιά Κρήτη, Σάμος, Ψαρά και Κάσος».

Το ενδιαφέρον του Καποδίστρια για τα Δωδεκάνησα εκδηλώθηκε επίσης, έμπρακτα και νωρίτερα, το 1823, όταν το «Τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου των Ιεροσολύμων», πρότεινε στην Ελληνική Επαναστατική Κυβέρνηση να της χορηγήσει δάνειο τεσσάρων εκατομμυρίων φράγκων για τις ανάγκες διεξαγωγής του απελευθερωτικού αγώνα.

Σε αντάλλαγμα, δε, οι επικεφαλής του Τάγματος ζητούσαν να τους δοθούν μετά την απελευθέρωσή τους και προσωρινά μερικά νησάκια στη νοτιοδυτική ακτή της Πελοπονήσου, ως και η Σύρος. Μόλις το πληροφορήθηκε ο Καποδίστριας, διαβλέποντας τους σκοτεινούς σκοπούς του Τάγματος, απευθύνεται με δραματική επιστολή του προς τον φλογερό και ανιδιοτελή φιλέλληνα Ιωάννη Γαβριήλ Εϋνάρδο και προλαμβάνει έγκαιρα και αποτελεσματικά το επαπειλούμενο ανοσιούργημα κατά της Ελλάδας και του δωδεκανησιακού συμπλέγματος.

Ο Δωδεκανήσιος, από την Κάρπαθο, Καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης, σε μελέτη του το 1952 υπό τον τίτλο: «Κατακτητικαί βλέψεις των Μελιταίων Ιπποτών επί των ελληνικών νήσων του Αιγαίου», γράφει, μεταξύ των άλλων: «...Εάν η Ελληνική Κυβέρνηση έκανε την ανοησία ν’ αποδεχθεί τις προτάσεις του Τάγματος, η διαίρεση ανάμεσα στα νησιά και τη Στερεά θα ήταν ολοκληρωτική.

Η Στερεά θα έμενε στους Τούρκους ή τους Οσποδάρους-τίτλος αρχόντων, κυρίως της Βλαχίας και της Μολδαβίας, που ήταν υποτελείς στο Σουλτάνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το δε Ελληνικό Έθνος, όπως έγραφε και ο Καποδίστριας, θα θαβόταν για δύο αιώνες».

Στενός και χρήσιμος συνεργάτης του Καποδίστρια, κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής του θητείας, διετέλεσε ο Δωδεκανήσιος, από τη Ρόδο, ο Παναγιώτης Γ. Ρόδιος. Ο Ρόδιος, είχε λάβει ενεργό μέρος από τις πρώτες ημέρες του ξεσηκωμού του Γένους και συγκαταλέγεται στις εξέχουσες πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες που έχει να παρουσιάσει ο Ελληνισμός. Και με τις γνώσεις και ικανότητές του βοήθησε και συμπαραστάθηκε πιστά στον Κυβερνήτη στις στρατιωτικές υποθέσεις του αρτιγέννητου Κράτους.

Ο Παναγιώτης ο Ρόδιος γεννήθηκε στη Ρόδο και σπούδασε ικατρική στο Παρίσι. Εκεί, γνωρίστηκε με το Σοφό Γέροντα του 1821, τον Αδαμάντιο Κοραή, στον κύκλο του οποίου εντάχθηκε. Μόλις, δε, κηρύχθηκε, καθώς προαναφέρεται, η Ελληνική Επανάσταση, ο Παναγιώτης ο Ρόδιος, μαζί με συμφοιτητές του Δωδεκανησίους προσέτρεξαν στην ΕΛλάδα. Συνέχισε να υπηρετεί στο Στρατό και έφθασε μέχρι το βαθμό του Υποστράτηγου.

Διετέλεσε Υπουργός των Στρατιωτικών και επί Υπουργίας του, το 1828, ιδρύθηκε το «Κεντρικόν Πολεμικόν Σχολείον» (η μετέπειτα Σχολή Ευελπίδων). Συνέχισε και μετά τον Καποδίστρια να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του και στο Βασιλέα Όθωνα.

Το 1851, σε ηλικία 62 ετών απεβίωσε.

Ο Παν. ο Ρόδιος, έμενε απέναντι από την Εκκλησία του Άγιου Σπυρίδωνα του Ναυπλίου, εκεί που άδικα δολοφονήθηκε ο Κυβερνήτης Καποδίστριας στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 από τους Γεώργιο Μαυρομιχάλη, γιο του Πετρόμπεη και ο νεότερος αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Αναφέρεται, ότι προτού μπει στην Εκκλησία, όπως συνήθιζε ο Καποδίστριας, την Κυριακή 27-9-1831, μόλις αντίκρυσε τους Μαυρομιχαλαίους, κοντοστάθηκε και γύρισε το κεφάλι του προ το σπίτι του Υπουργού Παν. Ρόδιου, σαν να αναζητούσε κάποιον για προστασία.

Η ειδεχθείς δολοφονική πράξη των Μαυρομιχαλαίων συγκλόνισε το Έθνος. Ακόμα και ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, αδελφός και πατέρας των δολοφόνων του Ιωάννη Καποδίστρια, στα βαθιά γεράματα, έλεγε χαρακτηριστικά: «Ανάθεμα στους Άγγλο-Γάλλους, που ήταν η αιτία και εγώ να χάσω τους δικούς μου ανθρώπους και το Έθνος να χάσει έναν Κυβερνήτη, που δεν θα μεταβρεί. Το αίμα του με παιδεύει έως σήμερα».

Δυστυχώς, αυτό μας διδάσκει η πολυκύμαντη ανά τους αιώνες ιστορία του Έθνους μας: Η Διχόνοια η δολερή, δεν μας αφήνει πολλές φορές να βλέπουμε καθαρά κι έτσι να αξιολογούμε τα οράματα και τα έργα μεγάλων σπουδαίων πολιτικών μας. Και καθώς θα συμπλήρωνε ο Γερμανός πολιτικός Ότο φον Μπίρμαρκ, 1815-1898,: «Εάν οι Έλληνες δεν πολεμούσαν μεταξύ τους, θα κατακτούσαν τον κόσμο».

Κλείνοντας το άρθρο θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας αρνήθηκε και το μισθό του Κυβερνήτη Κράτους, λέγοντας ότι: «Δεν θα επιτρέψω στον εαυτό μου να πάρω τα τελευταία εναπομείναντα του Εθνικού Ταμείου». Προτίμησε να ζήσει με την πατρική του περιουσία.

Στην περίπτωση που αυτή εξαντλούνταν θα δεχόταν να αμείβεται για το έργο του, και πάλι όμως, όχι με τον προκαθορισμένο υψηλό μισθό που του προσφερόταν, αλλά με αμοιβή αρκετή μόνο για το φαγητό του.

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας