Ο Θεμιστοκλής με το κλαρίνο του!

Μια φορά που τον ρώτησαν ποιόν αγαπάει πιο πολύ, τη γυναίκα του, τα παιδιά του ή το κλαρίνο, ζορίστηκε να απαντήσει ο Θεμιστοκλής Τριανταφύλλου! Εξήντα τρία  χρόνια έζησε μαζί του, παιδί ήταν όταν το έπιασε πρώτη φορά, κι από τότε μαζί στις χαρές, σύντροφος  και στις μεγάλες λύπες, όπως και τώρα που βουρκώνει για το Στάθη της «Μέθεξης» τον ανιψιό του, που βιάστηκε να φύγει!
Τότε που οι γάμοι και τα πανηγύρια ήταν αφορμή να βγει ο κόσμος, να διασκεδάσει, να γνωριστούν οι νέοι μεταξύ τους και να γίνουν κι άλλοι γάμοι, ο Θεμιστοκλής ήταν πρωταγωνιστής! Το κλαρίνο του κελαηδούσε, το δικό του φύσημα ήταν αλλιώς και η βραδιά έκλεινε με μπλουζ και μάμπο και ρούμπα, πρωτόγνωρα πράγματα  για εκείνη την εποχή!
Οι άνθρωποι αυτοί, που με την μουσική τους έμειναν αξέχαστοι στους τουρίστες της Ρόδου, που ανέβαιναν στα κρουαζιερόπλοια για να γίνουν ελληνικές βραδιές-γίνονταν και τέτοια κάποτε άκουσον άκουσον- δεν έλαβαν ποτέ την αναγνώριση που αρμόζει για την προσφορά τους. Είχαν όμως την αγάπη του κόσμου που δυνάμωνε και τους έδινε κι αυτούς δύναμη, όπως τον Θεμιστοκλή που φύσαγε όρθιος, χωρίς ηχεία, ώρες ολόκληρες και ξεσήκωνε τα χωριά, και τα επόμενα χρόνια έκλεβε την παράσταση στους γάμους V.I.P που τον προτιμούσαν!
Με μια λέξη συνεννοείται και σήμερα ο κ.  Θεμιστοκλής, πολλά δεν χρειάζονται και ήρθε από την Απολακκιά, τη μέρα που είπαμε ,κι ήταν ξεκάθαρος και εύστοχος όπως είναι οι άνθρωποι του χωριού που έχουν λίγα λόγια και πολύ ουσία!


Από μικρός θέλατε να γίνετε μουσικός;
Τελειώνοντας το δημοτικό στην Απολακκιά, ο δάσκαλός μου,  ο Ιωάννης Γιαννακές ήθελε να με στείλει στην Πατμιάδα Σχολή γιατί ήμουν καλλίφωνος. Εγώ είχα άλλα στο μυαλό μου, μου άρεσε η μουσική, από μικρός άκουγα στα πανηγύρια και στο ραδιόφωνο τις μουσικές κι έλεγα «αυτό θα κάνω»… Ήμασταν φτωχή οικογένεια, κι από έξι χρονών χάσαμε τη μητέρα μου. Τρία αγόρια κι ένα κορίτσι, μείναμε ορφανά. Η θεία μου με μεγάλωσε και η αδελφή μου που ήταν λίγο μεγαλύτερη από μένα και μου συμπαραστάθηκε σαν μάνα.

Πότε ξεκινήσατε με τη μουσική;
 Στα 14 μου ήρθα στη Ρόδο κι έμεινα σε συγγενείς, στου πρώην ληξιάρχου του Μητσού τη μητέρα. Δεν είχαμε τη δύναμη για γυμνάσιο αν και ήμουνα ξύπνιο παιδί. Μ’ έφερε ο Μητσού και μ’ έστειλε στο δάσκαλο της Φιλαρμονικής της Ρόδου, τον Ιερόθεο Σχίζα, τον αείμνηστο. Πρώτη φορά έπιανα στα χέρια μου κλαρίνο, αλλά έξι μήνες χρειάστηκα μόνο. Μετά τους πρώτους τρεις, μου γραφε ο δάσκαλος ταγκό, βαλσάκια και μελετούσα με το γιό του τον Ίωνα Σχίζα, αείμνηστος κι αυτός, που έπαιζε κορνέτα. Στους έξι μήνες ξεσκόλισα, γύρισα στο χωριό έτοιμος! Τ΄ αδέλφια μου ήταν κι αυτοί μουσικοί. Ο ένας, ο Σάββας έπαιζε βιολί, ο Κώστας αυτοδίδακτος έπαιζε ακορντεόν και τα επόμενα χρόνια ξεκίνησε και ντραμς. Φτιάξαμε ορχήστρα, πηγαίναμε στους γάμους και στα πανηγύρια. Με κοντά παντελονάκια ήμασταν.

Ποια ήταν τότε τα πανηγύρια στην περιοχή;
Η Αγιά Μαρίνα, ο Ασώματος, όλα τα χωριά τα γυρνούσαμε. Τα πανηγύρια ξεκινούν τον Ιούλιο. Το πρώτο της Απολακκιάς είναι της Αγιά Μαρίνας, ο Άγιος Φιλήμονας της Αρνίθας, ο Άγιος Παντελεήμονας στα Σιάνα, στην Κατταβιά, στο Ασκληπειό που πήγαινα της Παναγίας, στο Κιοτάρι…. Σ΄ όλα τα χωριά πήγαινα, μια χρονιά στο ένα, μια στο άλλο για να μην υπάρχει παράπονο.  Δεν υπήρχαν τότε ούτε τηλεοράσεις, ούτε άλλες διασκεδάσεις στα χωριά και τα πανηγύρια ήταν ευκαιρίες να ψυχαγωγηθεί ο κόσμος. Εκεί βρισκόταν η νεολαία, εκεί γίνονταν οι γνωριμίες, τα φλερτ…

Και μετά παίζατε πια και στους τουρίστες, είστε απ΄ αυτούς που έμειναν αξέχαστοι σε χιλιάδες επισκέπτες της Ρόδου!
Έπαιζα σε όλο το νησί. Επί μία 10ετία περίπου καθημερινά ήμουν με τα τουριστικά πρακτορεία και έπαιζα στον Έμπωνα, έπαιζα στα κρουαζιερόπλοια, έπαιζα  με τα συγκροτήματα της Νέλλης Δημόγλου… Ήμασταν, ένα σαντούρι, ένα βιολί, το κλαρίνο, κι ανεβαίναμε στα κρουαζιερόπλοια να κάνουμε ελληνική βραδιά. Τώρα, πάνε αυτά. Όταν πρωτόγινε το μπαλέτο στον Έμπωνα, από Μπονιάτες με παραδοσιακές στολές… Τότε, από το 1965 κιόλας , ο Έμπωνας ήταν κέντρο που συγκεντρώνονταν οι τουρίστες…

Ο Ανδρέας Βουτσινάς και η Άλκηστις Πρωτοψάλτη ακούνε... καντάδα με το σαξόφωνο του Θεμιστοκλή ΤριανταφύλλουΟ Ανδρέας Βουτσινάς και η Άλκηστις Πρωτοψάλτη ακούνε... καντάδα με το σαξόφωνο του Θεμιστοκλή Τριανταφύλλου


Πότε ξεκίνησαν να βγαίνουν λεφτά στη Ρόδο, να πιάνουν λεφτά στα χέρια τους οι Ροδίτες;
Από το 1975 και μετά.

Οι Ροδίτες είναι γλεντζέδες;
Μη βλέπεις την πόλη, στα χωριά είναι γλεντζέδες…

Μέσα στα γλέντια ζήσατε, στις χαρές…
Έπρεπε να δίνω το κέφι, τι κι αν είχα εγώ τα δικά μου προβλήματα, ο κόσμος έπρεπε να διασκεδάσει. Ήθελα να ικανοποιήσω όλα τα γούστα. Δημοτικά, νησιώτικα, μέχρι ευρωπαϊκά με μπλουζ, με βαλσάκια, με μάμπο, με ρούμπα.

Ήξεραν οι Ροδίτες να χορεύουν ρούμπα;
Ξέρανε, και χορεύανε και πολύ ωραία!

Έριχνε λεφτά ο κόσμος στην ορχήστρα; Πώς γινόταν το πανηγύρι, με σουβλάκια και τσίκνα όπως σήμερα;
Ο κόσμος έριχνε στην ορχήστρα ό,τι μπορούσε από το υστέρημά του. Στα πανηγύρια τότε ήταν ό,τι επρόσφερε το καφενείο. Σφάζαν κατσίκια, προβατάκια… Στο Σκιάδι, για παράδειγμα, είχε χασάπηδες που έσφαζαν κατσικάκια και ψήναν εκείνη την ώρα. Ο κόσμος χόρευε μέσα στο χώμα, αλλά είχε ένα κέφι, μέχρι το ξημέρωμα. Να τελειώσει ο Εσπερινός, κι αμέσως έβαζε μπροστά η ορχήστρα. Δεν είχε τραπέζια τότε, παλιά.  Τα παιδιά όλα, οι νεαροί, στέκονταν όρθιοι και τα κορίτσια κάθονταν στις καρέκλες,  ένα γύρο. Με την πρώτη νότα ετρέχανε να βρούνε τη ντάμα τους, αυτήν που θέλανε να χορέψουν μαζί της. Κι έτσι γίνονταν οι γνωριμίες, φτάνανε στους αρραβώνες και μετά στους γάμους. Μ΄ αυτό το σύστημα γινόταν.

Η ορχήστρα πώς έπαιζε που δεν είχε ηχεία; Ακουγόταν;
Ρεύμα δεν υπήρχε, με τα «λουξ», με πετρομάξ, λάμπες πετρελαίου έβλεπε ο κόσμος. Τρομπάραμε τις λάμπες για να δυναμώσει το φως στη λυχνία! Ο ήχος ήταν φυσικός, δεν είχε ηχεία. Ακουγόταν όμως το κλαρίνο. Ήταν πνευστό και ήταν πιο δυνατό από τ΄ άλλα.

Παιδάκι τότε δεν κουραζόσασταν;
Δεν καταλάβαινα τίποτα εγώ τότε, εκείνη την εποχή. Να φυσάς όλη τη νύχτα και όρθιος. Πολυτέλειες δεν είχε.

Σαξόφωνο πότε μάθατε;
Το 1960 πήγα στρατιώτης στην Αεροπορία και ήμουν στη μπάντα του στρατού. Μ΄ έπαιρνε όμως και το Ναυτικό και το Πεζικό γιατί δεν υπήρχε άλλος για κλαρίνο. Κάναμε βραδιές στο Εθνικό Θέατρο Πειραιά, αξέχαστες. Ήμουν και στην ορχήστρα του στρατού στο Φάληρο, για την ψυχαγωγία του στρατεύματος. Γύριζα όλη την Ελλάδα και στη Λάρισα μια φορά που παίζαμε, βρέθηκα στην ίδια ορχήστρα με τον, Βοσκόπουλο που κανε κι αυτός τη θητεία του στην Αεροπορία. Όταν απολύθηκε, ερχόταν ακόμα και τραγουδούσε για την ψυχαγωγία των στρατιωτών. Ήταν οι εποχές που γνωρίστηκα με τον συνθέτη Γιώργο Κατσαρό  και παίζαμε μαζί όπως επίσης γνώρισα πολλούς ηθοποιούς και καλλιτέχνες. Κι αυτό γιατί στη δική μου σειρά στο στρατό, έτυχε να μην υπάρχουν κλαρίνα και ήμουν περιζήτητος.  Τότε ήταν που έμαθα και το σαξόφωνο. Σε μια χοροεσπερίδα στο Εθνικό Πειραιά, με άκουσε ο συνθέτης Τάκης Μωράκης και μου έκανε πρόταση να με πάρει μαζί του. Εμένα ο νους μου ήταν στη Ρόδο. Γύρισα και όταν υπήρχε χοροεσπερίδα στη Σχολή Χωροφυλακής,  κι έρχονταν οι μεγάλοι και το κλαρίνο μου κελαηδούσε, με παρακαλούσαν να πάω στην Αθήνα. Εγώ νεαρός τότε…

Και ξεκίνησε έτσι η μεγάλη επιτυχία σας στη Ρόδο!
Το 1970 γύρισα στη Ρόδο, έπαιζα στη Φιλαρμονική και δούλεψα και στο Δήμο Ρόδου 25 χρόνια. Παντρεύτηκα στην Απολακκιά, τη γυναίκα μου την πήρα από έρωτα και κάναμε δύο παιδιά, τον Στάθη και την Ασημίνα. Ο Στάθης ασχολείται με τη μουσική, παίζει τύμπανα. Από εκεί κι εκεί όλα τα χωριά με τιμήσανε, κι όλη η Ρόδος. Πρώτα με τίμησε το δικό μου χωριό και τους ευχαριστώ πολύ όλους τους Απολακκιάτες. Στον Αρχάγγελο έκανα τους πιο πολλούς γάμους και τους ευχαριστώ ιδιαίτερα όπως και όλα τα χωριά. Κι ευχαριστώ και όλους τους παροικιακούς συλλόγους που με τιμούσαν με την προτίμησή τους. Οι καλύτεροι γάμοι με προτιμούσαν και μέσα στην πόλη, τα πιο γνωστά ονόματα με φωνάξανε. Δεν προλάβαινα, είπα και πολλά όχι από έλλειψη χρόνου.

Ο γάμος στην Απολακκιά ξεκινούσε μέρες πριν, το γλέντι…
Άρχιζε από τη Δευτέρα, που φτιάχνανε τα καφίζια και τα δίνανε για να προσκαλέσουν όλο το χωριό. Καθάριζαν το σιτάρι, τραγουδούσαν οι κοπέλες, έπαιζα εγώ δικούς μας σκοπούς… Το σιτάρι γινόταν αλεύρι, το κάνανε ψωμί,  κι έτσι γίνονταν τα καλέσματα. Τα καφίζια, ήταν κουλούρια που τα άλειφαν με μέλι και σουσάμι και τα έδιναν την Παρασκευή το βράδυ στα σπίτια τα παιδιά,  που γυρνούσαν μαζί με όργανα. Γυρίζαμε το χωριό και καλούσαμε με όργανα και τα παιδιά έδιναν τα καφίζια. Και στ΄ άλλα χωριά οι γάμοι ξεκινούσαν από μέρες πριν. Στο Ασκληπειό, για παράδειγμα πηγαίναμε από την Παρασκευή. Η Παρασκευή ήταν η μέρα που γλεντούσαν οι γυναίκες!

Πηγαίνατε και στα παραξυπνήματα,  τη Δευτέρα του γάμου; Έκαναν πολλά χωριά παραξυπνήματα;
Βέβαια!  Πηγαίναμε απόγευμα τη Δευτέρα, μαζί με τους κανακιστάδες που τραγουδούσαν «ξύπνα νιέ και νιόγαμπρε, ξύπνα και ξημέρωσε, ξύπνα και την πέρδικά σου  που ‘χεις μες την αγκαλιά σου…»… Ο γαμπρός άνοιγε την πόρτα, βγαίναν τα κεράσματα και ξεκινούσε το γλέντι.


Ωραία χρόνια, πάντα βρίσκατε αφορμή για γλέντι και χαρά!
Ήταν ωραία, αλλά ήταν και δύσκολα όμως. Οι μουσικοί παίζαμε δίχως  μικρόφωνα, δίχως μηχανήματα, αναγκαζόμουν να φυσώ δυνατά, αλλά έβγαινε συναίσθημα… Εξήντα τρία χρόνια το κλαρίνο το αγάπησα. Τώρα οι γάμοι είναι μια μέρα, δεν υπάρχουν πια αυτά.

Το «Ρηνάκι» πότε το παίζατε;
Το Ρηνάκι είναι το τελευταίο τραγούδι του γάμου στον Αρχάγγελο. «Ωραία νυμφοπούλα μου, έρι στο Ρινάκι μου…»…

Συνεχίζατε και με το σαξόφωνο τα επόμενα χρόνια!
Στη Φιλαρμονική του Δήμου είχαμε έλλειψη από σαξόφωνο, μου λέει ο Ίωνας «Θεμιστοκλή θα πάρεις σαξόφωνο»…

Και γυρίσατε και τον κόσμο,  παίξατε παντού στην ομογένεια. Πού πήγατε;
Πήγα Καναδά τρεις φορές, Αμερική, Αυστραλία, Κύπρο, Ισπανία, στην Τουρκία πηγαίναμε συνέχεια με τα μπαλέτα και τη χορωδία… Όπου έπρεπε να γίνει μια εκδήλωση, εμένα έστελναν οι δήμαρχοι.

Πράγματι δεν πίνετε ποτέ,  μέσα σε τόσο κέφι που βρίσκεστε;
Δεν πίνω, και δεν καπνίζω. Μου λένε: «πώς παίζεις χωρίς να πίνεις;». Εμένα με ανεβάζει  να βλέπω έναν καλό χορευτή όπως και με «κατεβάζει»  το να μη μπορεί ο άλλος να πάρει τα πόδια του. Όλα τα χρόνια, μου κάνανε προτάσεις να παίξω σε νυχτερινά μαγαζιά και ποτέ δεν το ‘κανα. Δεν πίνω, δεν καπνίζω και δεν μπορώ τον καπνό. Οι μόνες φορές που έχω ανάψει τσιγάρο είναι όταν θέλω να επιδιορθώσω το κλαρίνο μου, με μια τεχνική που έχει ως βάση τον καπνό. Γι’ αυτό έχω μεγάλες αναπνοές. Θα συμβούλευα τους νέους που θέλουν να ασχοληθούν με πνευστά όργανα να κάνουν το ίδιο. Κι αν καπνίζουν «παν μέτρον άριστον»! Εμείς εκείνη την εποχή δεν χρειαζόταν αλκοόλ για να ‘ρθει ο κόσμος στο κέφι. Με το πρώτο φύσημα στο κλαρίνο, γέμιζε η πίστα!

Σήμερα παίζετε;
Παίζω, παίζω. Το Σάββατο έχω γάμο, αλλά δεν είναι τα ίδια. Εγώ τώρα, παρά την ηλικία μου, το κλαρίνο πρέπει να το πιάσω κάθε μέρα. Το όργανο αν το αφήσεις μια φορά θα σε αφήσει δέκα! Κι αυτό θα έλεγα και στους νέους: να μελετούν για να γίνονται καλύτεροι,  δεν φτάνει το ταλέντο!

Πείτε μου τότε που ήσασταν με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη και τον Ανδρέα Βουτσινά, στα «Κιούπια»,  τι τους παίξατε;
Μια φορά στα Κιούπια που βρέθηκαν, μαζί και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, έπαιζα σαξόφωνο και έκανα αυτοσχεδιασμούς! Με φώναξε η Πρωτοψάλτη στο τραπέζι και ζήτησε να τους παίξω κάτι. Στο τέλος της εκδήλωσης, κι ενώ ήταν να φύγουν,  με πλησίασαν δύο καλοντυμένοι κύριοι, συστηθήκαμε, μου λένε «είμαστε μουσικοί και θέλουμε μια χάρη από σένα, να μας δώσεις τις παρτιτούρες από τα κομμάτια που έπαιξες…»! Τους λέω «παιδιά, αυτά είναι εδώ μέσα…» και τους έδειξα το κεφάλι μου. 
«Αυστοσχεδίαζες…, μου λένε, σου βγάζουμε το καπέλο…»!