Αντιδάνεια: Τα ταξίδια των ελληνικών λέξεων στο παγκόσμιο λεξιλόγιο

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
φιλόλογος

Είναι γεγονός πως η αρχαία ελληνική γλώσσα αποτέλεσε την τροφό όλων των σύγχρονων Ευρωπαϊκών γλωσσών. Ένα από τα αποδεικτικά στοιχεία περί  τούτου είναι  οι «ταξιδεύτρες» λέξεις ,τα λεγόμενα αντιδάνεια. Δηλαδή λέξεις που δημιουργήθηκαν στην αρχαία ελληνική, πέρασαν («ταξίδεψαν») σε μια ξένη γλώσσα και επέστρεψαν στα Ελληνικά με την ίδια ή διαφορετική  σημασία. Μερικές από αυτές είναι οι εξής:

1) Καναπές: η λέξη καναπές έχει τις ρίζες της στη  λέξη κουνούπι. Έπιπλα παρόμoια με τoυς σημερινoύς καναπέδες είχαν και oι αρχαίoι. Τo καλoκαίρι τα σκέπαζαν με ένα ύφασμα λεπτό  για να μην τoυς ενoχλoύν τα κoυνoύπια. Αυτό τo ύφασμα  τo έλεγαν "κωνωπείoν" ή "κωνώπιoν". Η λέξη πέρασε και στα λατινικά, ως conopium και από εκεί στα μεσαιωνικά γαλλικά ως conope'. Κάπoια στιγμή  τo conope' έφτασε να δηλώνει όχι απλώς τo σκέπασμα τoυ επίπλoυ  αλλά και τo ίδιo τo έπιπλo ,άλλαξε από conope σε canape και εισήλθε και στην ελληνική γλώσσα ως αντιδάνειο.

2) Διαμάντι: το όνομα του ορυκτού προέρχεται από το α(στερητικό)+ δαμάζω , καθώς στην αρχαιότητα όλες οι σκληρές πέτρες, που ήταν αδύνατον να υποστούν κατεργασία, αποκαλούνταν αδάμαντες. Στη συνέχεια η λέξη μετανάστευσε στα λατινικά ως diamas και  στα ιταλικά ως diamante και επέστρεψε ως διαμάντι.

3) Μπάνιο: προέρχεται από το αρχαιοελληνικό βαλανείον  που ήταν δωμάτιο λουτρού ή λουτήρας. Αργότερα μετανάστευσε στην Ρώμη ως balineum. Οι Ιταλοί το έκαναν bagno για να έρθει ξανά στα ελληνικά ως μπάνιο με την ίδια σημασία.

4) Μπουκάλι: πρόγoνός τoυ η ελληνική λέξη βαύκαλις, στενόλαιμo χάλκινo ή πήλινo δoχείo πoυ τo χρησιμoπoιoύσαν για να παγώνουν  τo νερό ή τo κρασί. Από εκεί πέρασε στα λατινικά  ως baucalis και στα ιταλικά ως boccale .Από εκεί, επέστρεψε και σε μας, έχoντας στo μεταξύ πάρει τη σημερινή τoυ σημασία.

5) Κροταλίας: αποτελεί αντιδάνειο της γαλλικής λέξεως crotale μέσω της λατινικής crotalum, ένα είδος καστανιέτας που συνόδευε το χορό. Αφετηρία αυτών το αρχαίο κρόταλον (από το ρήμα κροτώ =εκπέμπω ήχο, χτυπώ) που ήταν είδος κρουστού μουσικού οργάνου.

6) Σενάριο: έχουμε δανειστεί την λέξη από το λατινικό scenarium, η οποία όμως λέξη με την σειρά της, προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη σκηνή.

7) Καρέκλα: το γνωστό   καθιστικό έπιπλο  εισήλθε στην γλώσσα μας από το βενετικό charegla .Η λέξη έχει τις ρίζες της στο αρχαίο ελληνικό καθέδρα, που ήταν το υπερηψωμένο κάθισμα ενός επίσημου προσώπου.

8) Καρότο: η ονομασία του φυτού  προήλθε από το λατινικό carota, που ανάγεται στο  αρχαιοελληνικό  καρωτόν ,με την ίδια ακριβώς σημασία που έχει σήμερα.

9) Σιφόνι: προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη σίφων. Ο σίφων ήταν σπαστός σωλήνας με τον οποίο έβγαζαν κρασί από πιθάρι ή αμφορέα. Κατόπιν μετανάστευσε στα λατινικά ως sipho. Ύστερα το ταξίδι της συνεχίστηκε στα γαλλικά ως siphon. Έτσι γύρισε πάλι πίσω στα ελληνικά ως σιφόνι.

10) Κορδέλα: η αρχαία ελληνική χορδή πέρασε στα λατινικά ως chorda και από αυτή σχηματίστηκε το βενετικό corda και το υποκοριστικό cordela. Επέστρεψε στα ελληνικά ως κορδέλα.

11) Μπόρα: η μπόρα προέρχεται από την βενετική bora (=βορειοανατολικός άνεμος), η οποία με την σειρά της προήλθε από την λατινική boreas. Η ρίζα είναι ελληνική: βορέας (= βόρειος άνεμος)

12) Κρέμα: η κρέμα έχει μακρινό πρόγονο την ελληνική λέξη χρίσμα(από το ρήμα χρίω) ,η οποίο δηλώνει μια ουσία που απλώνεται ομοιόμορφα πάνω σε μία επιφάνεια,  κάτι που χρησιμοποιείται για επάλειψη. Στα λατινικά η λέξη έγινε chrisma και μέσω της γαλλικής crème μεταφέρθηκε στην ιταλική  ως crema, από την οποία προέρχονται και οι σημασίες  της νεοελληνικής κρέμας.

13) Μπαλέτο: η λέξη μπαλέτο προέρχεται από τη ιταλική γλώσσα, στην οποία είναι υποκοριστικό της λέξης ballo  που σημαίνει χορός, και που με τη σειρά της ανάγεται στη λατινική λέξη ballo ή ballare, που σημαίνει χορεύω. Η λατινική λέξη προέρχεται   από το αρχαίο ρήμα  βαλλίζω που επίσης σημαίνει χορεύω, χοροπηδώ.

14) Πιλότος: η λέξη ανάγεται στις αρχαιοελληνικές λέξεις « πηδός» ή το «πηδόν» (κουπί, τιμόνι, πηδάλιο) και μετατράπηκε στα βυζαντινά χρόνια σε πηδώτης (τιμονιέρης). Οι Ιταλοί το έκαναν piloto (εννοώντας αυτον που κυβερνά ο πλοίο). Τέλος εισήλθε στην ελληνική με την έννοια του κυβερνήτη αεροσκάφους.

15) Τόννος:  η λέξη που δηλώνει το γνωστό ψάρι  προέρχεται από το ιταλικό tonno, το οποίο – μέσω του λατικού thynnus – συνδέεται με το ουσιαστικό της αρχαίας ελληνικής θύννος (= είδος ψαριού της Μεσογείου). Ο θύννος ετυμολογείται από το ρήμα θύννω (= κινούμαι γρήγορα) εξαιτίας της ταχείας του κίνησης.

16) Τσιρότο: από το αρχαίο ρήμα καίω προέκυψε η λέξη κηρός= το κερί. Στην συνέχεια οι πρόγονοι μας ανακάλυψαν την "κηρωτή" ή "κηρώτον" ένα είδος έμπλαστρου αλειμμένου με κερί, με κολλητικές και αδιάβροχες ιδιότητες, που το χρησιμοποιούσαν για την θεραπεία αποστημάτων, εξανθημάτων κτλ. Η λέξη "ταξίδεψε" στην Ιταλία ως cerotto και επέστρεψε στα πάτρια εδάφη ως τσιρότο.

17) Μορταδέλα: το  γνωστό αλλαντικό, ανάγεται στο αρχαιοελληνικό μύρτον, που σήμαινε τη μυρτιά (μυρσίνη) και τον καρπό της. Στα λατινικά έγινε myrtus και κατόπιν myrtatum/murtatum και στα ιταλικά mortadella (= σαλάμι καρυκευμένο με μυρσίνη).

18) Λάστιχο: από το αρχαίο ρήμα ελαύνω δημιουργήθηκε   το επίθετο ελατός (= μέταλλο που μπορεί να σφυρηλατηθεί).Ο μεταγενέστερος τύπος του «ελαστός», πέρασε στα λατινικά και στα ιταλικά ως elasticus και  elastico αντίστοιχα, που κατέληξαν  στο νεοελληνικό λάστιχο.

19) Βόμβα: μεταγραφή στην ελληνική της ιταλικής λέξης bomba η οποία με την σειρά της προέρχεται από τη λατινική λέξη bombus. Η πρώτη μορφή  της λέξης είναι η ελληνική  βόμβος (= ήχος συνεχής, βαρύς και βαθύς).

20) Μπαρούτι: προέρχεται από την τουρκική λέξη barut αλλά στην ουσία αποτελεί εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής λέξης πυρίτις.