Theresa Jette Enevoldsen, ταξιδιώτισσα βραβευμένη από τον Δήμο Ρόδου

Εκανε πρώτη φορά διακοπές στη Ρόδο το 1967. Από τότε ταξιδεύει στο Νησί των Ιπποτών από την πατρίδα της, τη Δανία, δύο με τέσσερις φορές τον χρόνο. Φέτος ήταν η 150ή.

Η Διεύθυνση Τουρισμού του Δήμου Ρόδου, στο πλαίσιο προγράμματος επιβράβευσης των επαναλαμβανόμενων επισκεπτών (repeaters), απένειμε στην Theresa Enevoldsen τον τίτλο της «επίτιμης φίλης του νησιού» σε ειδική τελετή που πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι. 

Μας μίλησε γι’ αυτόν τον... έρωτα που κρατάει πέντε δεκαετίες, αν και δεν έκρυψε την έκπληξή της για το ενδιαφέρον που προκάλεσε η βράβευσή της.

Γιατί επιστρέφετε στη Ρόδο ξανά και ξανά;

Επισκέφτηκα το νησί πρώτη φορά το 1967, όταν άρχισα να εργάζομαι για τη σκανδιναβική αεροπορική εταιρεία SAS. Ο έρωτας ήταν... κεραυνοβόλος. Νομίζω ότι έχω εθιστεί στο νησί και στους ανθρώπους του. Περπατώ στην Παλιά Πόλη και είναι σαν να ξεφυλλίζω ένα όμορφο βιβλίο Iστορίας. Κάθε φορά που αφήνω πίσω μου το Μανδράκι και διασχίζω την Πύλη της Ελευθερίας, νιώθω τα τείχη να με περικυκλώνουν και όλα γύρω μου να ησυχάζουν. Μόνο ο ήλιος μένει να με αγκαλιάζει. Η ατμόσφαιρά της είναι μοναδική, ιδίως το βράδυ που τα φώτα χαμηλώνουν.

Τι θυμάστε από την πρώτη σας επίσκεψη;
Τις μικρές οικογενειακές ταβέρνες, όπου τρώγαμε με κουπόνια που μας έδινε το ταξιδιωτικό γραφείο – μαζί με τη συμβουλή να μην κάνουμε ηλιοθεραπεία τόπλες, γιατί αν μας συνελάμβανε η αστυνομία, το γραφείο δεν θα μπορούσε να παρέμβει.

 Το αγαπημένο μας ταβερνάκι, που δεν υπάρχει πια, βρισκόταν στην οδό Σωκράτους, στην Παλιά Πόλη, και ανήκε στον Μουσταφά, ο οποίος πάντα αρνιόταν να τον πληρώσουμε.

Γι’ αυτό, το τελευταίο βράδυ η παρέα μου παρήγγειλε... αστακό, που ήταν τόσο ακριβός, οπότε αναγκάστηκε να δεχτεί όλα μας τα κουπόνια.
Οι ταβέρνες τότε δεν σέρβιραν καφέ ή γλυκό. Αν ήθελες όμως, το αφεντικό έβαζε κάποιον, πιτσιρικά συνήθως να σου φέρει με εκείνους τους παραδοσιακούς δίσκους που κρέμονταν από τρεις αλυσίδες. Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι έμοιαζαν να χαίρονται τη ζωή, ακόμα και αν έπρεπε να εργάζονται μέχρι τις 2 ή τις 3 το πρωί.

Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που κάνετε όταν φτάνετε στο νησί;
Αρχικά, προσπαθώ να αποφεύγω τα ταξιδιωτικά πακέτα, γιατί θέλω να νιώθω όσο πιο ντόπια γίνεται.
 Αν δεν μείνω στο σπίτι φίλου, κλείνω δωμάτιο κοντά στο Μανδράκι, στο ξενοδοχείο Ερμής, που λειτουργεί όλο τον χρόνο και έχει κυρίως Ελληνες πελάτες.

Μου αρέσει να κατεβαίνω για πρωινό, η τηλεόραση να παίζει ειδήσεις στα Ελληνικά και όλοι να αναρωτιούνται ποια είμαι και τι κάνω εκεί. Με το που φτάνω από το αεροδρόμιο, τρέχω να συναντήσω τους Ελληνες φίλους μου.

Παίρνω ταξί έως την πόλη, κουβεντιάζοντας με τον οδηγό, μισά Αγγλικά μισά Ελληνικά, και κάνω μια πρώτη στάση για καφέ και γλυκό στη Νέα Αγορά στο Μανδράκι. Αν έχω φτάσει βράδυ, πηγαίνω για αρνάκι ψητό στην ταβέρνα Ηπειρος.
 Στον δρόμο με χαιρετάνε και με καλωσορίζουν και εγώ αισθάνομαι σαν να έχω επιστρέψει στο σπίτι μου.

Τι σας αρέσει στους Ελληνες και τι όχι;
Μου αρέσει που απολαμβάνετε τη ζωή και πιάνετε κουβέντα με αγνώστους. Αν μάλιστα κάποιος είναι ξένος και σας μιλήσει Ελληνικά, σας κινεί το ενδιαφέρον και θέλετε να μάθετε τα πάντα γι’ αυτόν.
Δεν μου αρέσει, όμως, ο τρόπος που παρκάρετε στα πεζοδρόμια και σε διαβάσεις πεζών, χωρίς να νοιάζεστε για το αν ο πεζός μπορεί να περάσει ή όχι. Πάντα απορώ πώς μπορούν οι μητέρες με τα καροτσάκια τους να περνάνε χωρίς να τραυματίζονται.

Τι θα μπορούσαν να διδαχθούν οι Δανοί από τους Ελληνες και το αντίστροφο;
Στην Ελλάδα τα παιδιά περνούν πολύ περισσότερο χρόνο με τους γονείς τους απ’ ό,τι στη Δανία, ακόμα και όταν κάνουν τη δική τους οικογένεια. Οι παππούδες είναι σημαντικό μέρος της οικογένειας και χαίρουν σεβασμού. Γενικά, υπάρχει μεγαλύτερο νοιάξιμο.
Στη Δανία, αντίθετα, οι νεότεροι είναι απασχολημένοι με τις ζωές τους, το καινούργιο τους κινητό και τα τέλεια, ντιζαϊνάτα σπίτια τους, ενώ τα παιδιά πολύ συχνά είναι σύμβολο... κύρους. Αντίστροφα, η Δανία είναι μια πολύ οργανωμένη χώρα και οι Ελληνες θα μπορούσατε να μάθετε πράγματα από εμάς.

Τι θα λέγατε σε έναν Δανό να έχει υπόψη του πριν έρθει στην Ελλάδα;
Σε όλους λέω πάντα να προετοιμαστούν για... φασαριόζικες μέρες, να έχουν ανοιχτό μυαλό και να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό όχι σαν προσβολή, αλλά σαν πολύτιμη ανάμνηση από τις διακοπές τους. Επίσης, να δοκιμάζουν την τοπική κουζίνα και να αποφεύγουν τα τουριστικά εστιατόρια. Στους νέους θα έλεγα να προσπαθούν να απολαύσουν την κουλτούρα του τόπου και να μην πίνουν ασύστολα, όπως δυστυχώς συνηθίζουν να κάνουν.

Ποια είναι τα αγαπημένα σας μέρη στο νησί;
Μου αρέσει να κάθομαι κάτω από το αιωνόβιο λιόδεντρο στον Αγιο Νικόλαο στο Φουντουκλή, δυτικά του χωριού Ελεούσα. Εχει μια ιδιαίτερη γαλήνη το μέρος και υπέροχη θέα στην κοιλάδα και στο Αιγαίο. Δεν αγαπώ ιδιαίτερα τη θάλασσα, οπότε μου αρέσει να τριγυρνάω στα σοκάκια προσποιούμενη την ντόπια.
Πολλοί ξένοι φοβούνται ότι θα χαθούν, αλλά αυτό είναι το διασκεδαστικό. Εξάλλου πάντα θα βρεθεί κάποιος Ελληνας που θα μου δείξει τον δρόμο.
Για φαγητό, συχνάζω στην ταβέρνα Μέγιστον στην Παλιά Πόλη και στην ψαροταβέρνα Πιζάνιας, την οποία επισκέπτομαι από το 1968. Λατρεύω, επίσης, την ψαροταβέρνα  που υπάρχει στο χωριό Πλημμύρι, στα νότια της Ρόδου.

Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας μια ωραία ανάμνησή σας από τη Ρόδο;
Το καλοκαίρι ήρθα στο νησί για τη βράβευσή μου με τον αδελφό μου και τον ανιψιό μου. Το τελευταίο βράδυ, ο αδελφός μου ήθελε να απολαύσουμε ένα καλό λευκό κρασί, οπότε τον πήγα στο εστιατόριο Μέγιστον στην Παλιά Πόλη.
Δεν είχαμε κάνει κράτηση, αλλά όταν φτάσαμε, συνειδητοποιήσαμε πως ο μαγαζάτορας είχε μάθει για τη βράβευση και είχε κρατήσει ένα τραπέζι για μας σε περίπτωση που αποφασίζαμε να φάμε στο μαγαζί του.
 Με εξέπληξε ευχάριστα. Ομολογώ ότι σε καμία περίπτωση δεν θα συνέβαινε κάτι αντίστοιχο στη Δανία.

Τι ενθύμια έχετε από την Ελλάδα και τη Ρόδο όλα αυτά τα χρόνια που ταξιδεύετε;
Ενα από αυτά είναι το βιβλίο «Το Ελαιόλαδο» του Νίκου και της Μαρίας Ψιλάκη. Το λατρεύω, γιατί μου αρέσει να μαγειρεύω παραδοσιακά ελληνικά πιάτα, όπως στιφάδο, για το οποίο τρελαίνονται οι φίλοι μου.
Ομως αυτό που πάντα παίρνω μαζί μου φεύγοντας είναι μια ρίζα πικροδάφνης.
Στα 10 τ.μ. της βεράντας μου έχω γλάστρες με ανθισμένες πικροδάφνες σε διάφορες αποχρώσεις.
Και αν οι συνήθειες μπορούν να θεωρηθούν και αυτές σουβενίρ, τότε το «τς» με το κούνημα του κεφαλιού προς τα πίσω σε ένδειξη άρνησης, το έχω φέρει και αυτό μαζί μου στη Δανία.

Της Μαρίας Κωβαίου από την Καθημερινή