Νοσταλγώντας τα μεγάλα

Σε έναν κόσμο που εξελίσσεται συνεχώς, που αναζητά νέες διεξόδους διαμέσου της τεχνολογίας και της καινοτομίας, η χώρα μας βρίσκεται μεταξύ των ουραγών.

Με βάση τα αναλυτικά στοιχεία του δείκτη του Bloomberg, η Ελλάδα είναι μόλις 49η στην προστιθέμενη αξία της μεταποίησης και 40ή στις δαπάνες για έρευνα και εξέλιξη. Υψηλή βαθμολογία λαμβάνει μόνο ως προς το ποσοστό των πολιτών που έχουν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπου κατατάσσεται μεταξύ των δέκα πρώτων. 

Αυτό επιβεβαιώνει ότι η χώρα μας έχει υψηλών προσόντων εργατικό δυναμικό.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ως πολίτες αντιλαμβανόμαστε την αξία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και μορφωνόμαστε σε ένα μεγάλο ποσοστό, εντούτοις όμως αφήνουμε τις ευκαιρίες που δημιουργεί το γεγονός αυτό ανεκμετάλλευτες.

Αυτό συμβαίνει κυρίως λόγω της έλλειψης στρατηγικής και σχεδιασμού από μεριάς κυβερνώντων, της φιλοσοφίας της εκπαίδευσής μας που δεν ευνοεί τη συλλογικότητα αλλά και της ίδιας της κουλτούρας μας που αποτελεί τροχοπέδη στην εξέλιξή μας.

Γίνεται εύκολα κατανοητό πως αν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες εντός συνόρων, ενδεχομένως να είμασταν μια χώρα που θα παρήγαγε γνώση και τεχνογνωσία, όπως γινόταν κάποτε που τα έργα μας ήταν πολύ μεγαλύτερα του μεγέθους της χώρας μας.

Δεν είναι καθόλου παράδοξο το γεγονός ότι μια μεγάλη μερίδα Ελλήνων μεγαλουργεί στο εξωτερικό, καθώς εκεί μπορεί να βρει τις συνθήκες που επιτρέπουν την εξέλιξη με αρωγό τα ίδια τα κράτη φιλοξενίας. Εντός συνόρων όπως γνωρίζουμε όλοι το ίδιο το κράτος λειτουργεί με όρους συμμορίας. Να φύγει ο καλός από τη μέση για να επιβιώσει η μετριότητα.

Τι κάναμε λάθος τόσα χρόνια; Είναι μια ερώτηση που αν την υποβάλλαμε καθημερινά στους εαυτούς μας όλοι ανεξαρτήτου θέσης, πιθανόν η σημερινή κατάσταση να ήταν εντελώς διαφορετική. Τα λάθη είναι πολύπλευρα, πολυπρόσωπα αλλά εξαιρετικά απλά. Κι αν το πρόβλημα σήμερα φαίνεται σύνθετο, δεν έχουμε παρά να το αναλύσουμε σε όσο το δυνατόν μικρότερα δομικά στοιχεία.

Εκ πρώτης δεν υπήρξε ηγέτης τα τελευταία χρόνια που να εμπνεύσει τους πολίτες να συμπορευτούν με το κράτος, ώστε να δημιουργηθεί μια πραγματικά ισχυρή χώρα. Οι νόμοι φαίνεται να ισχύουν μόνο για τους αδύναμους, καθώς οι ισχυροί με τις στρατιές των δικηγόρων τους καταφέρνουν να τους υπερσκελίζουν. Καταπατείται δηλαδή το ίδιο το Σύνταγμα που λέει ότι όλοι είμαστε ίσοι απέναντι στο νόμο.

Οι πολιτικοί των τελευταίων δεκαετιών, στερούμενοι και πάλι του οράματος, θεώρησαν ότι θα είναι χρήσιμοι αν φορτώσουν το δημόσιο με όσο το δυνατόν περισσότερους υπαλλήλους. Η τακτική αυτή ήταν που τους ανάγκασε να δανείζονται συνεχώς για να καλύψουν τη μισθοδοσία τους αλλά και τη σπατάλη που γινόταν για χρόνια στη δημόσια διοίκηση.

Επίσης φρόντισαν να καλλιεργήσουν μια κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, η οποία, όπως φάνηκε, στην πρώτη μεγάλη κρίση κατέρρευσε μαζί με την κρατική οικονομία.
Από μεριάς των πολιτών, το κράτος δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως κάτι που ανήκει σε όλους γι’ αυτό και δεν χαίρει τον απαραίτητο σεβασμό. Φαίνεται άλλωστε με τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε ως λαός τη δημόσια περιουσία.

Εφόσον δε σεβόμαστε το κράτος μας, τα κριτήρια με τα οποία επιλέγουμε τους δημόσιους λειτουργούς είναι προφανώς διαφορετικά απ’ ότι θα ίσχυαν αν συνέβαινε το αντίστροφο. Δεν επιλέγουμε τους πιο ικανούς αλλά τους πιο δημοφιλείς ή αυτούς που μπορούν να μας πουν το ωραιότερο παραμύθι.

Σήμερα εκ του αποτελέσματος έχει απογυμνωθεί όλη αυτή η τραγική κατάσταση και το δυστύχημα είναι πως συνεχώς αναζητούμε μάγισσες και θεωρίες συνωμοσίας για να τη δικαιολογήσουμε. Με αυτή την τακτική ποτέ δεν πρόκειται να φύγουμε από την ανυποληψία.

Είναι καιρός να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα στις πραγματικές της διαστάσεις και με τους απόλυτα καταρτισμένους ανθρώπους σε θέσεις ευθύνης. Μόνο τότε θα πάψουμε να είμαστε ουραγοί των εξελίξεων και ίσως φθάσουμε ξανά σ’ εκείνες τις παλιές στιγμές δόξες που νοσταλγούμε ως έθνος.