Η τσιμιά, η πατελιά, το σινί: Ένα αφιέρωμα στο Ροδίτικο σπίτι των προγόνων μας

Ο σοφάς  ή σουφάς: χαμηλή ξύλινη εξέδρα που τοποθετούσαν στο εσωτερικό του σπιτιού. Εκεί τα μέλη της οικογένειας έτρωγαν, συζητούσαν, και οι γυναίκες περνούσαν χρόνο πλέκοντας και προσέχοντας τα παιδιά. Στο τέλος της ημέρας χρησιμοποιούνταν για ύπνο και ανάπαυση. Από το  τουρκικό sofa < αραβ. suffah = o μακρόστενος πάγκος.

Το σινί: στρογγυλό ξύλινο τραπέζι  όπου έτρωγαν τα μέλη της οικογένειας πάνω στο σοφά, καθισμένοι σε σκαμνάκια ή μαξιλαράκια < από το σινίον = το κόσκινο

Η τσιμιά ή τσιμνιά: από την ιταλική λέξη ciminiera =η καπνοδόχος του πλοίου. Ήταν το τζάκι του σπιτιού όπου η οικογένεια μαγείρευε το φαγητό της. Στις δύο πλευρές του τζακιού (κούμελο) μαζεύονταν για να ζεσταθούν τις κρύες μέρες του χειμώνα. Κάπου κοντά κρεμασμένα υπήρχαν το λυχνάρι και το φανάρι που μόλις νύχτωνε τ’ άναβαν
(με καύσιμο το λάδι) για να βλέπουν στο σκοτάδι.

Η μασιά: από το τουρκικό masa =η λαβίδα για τον έλεγχο της φωτιάς του τζακιού.   

Η σεροστία: < από το σιδεροεστία =μεταλλικό τρίποδο που το έβαζαν πάνω στη φωτιά και στο οποίο τοποθετούσαν κάποιο σκεύος (κατσαρόλα, τηγάνι) για μαγείρεμα.

Η τσιμνιομαντήλα: μεγάλο μαντήλι συνήθως με κεντήματα με το οποίο σκέπαζαν την καμάρα της τσιμνιάς για να μην βγαίνει προς τα έξω ο καπνός.

Ο αλαφάντης: η καπνοδόχος, η καμινάδα. Παράγεται από την λέξη αναφάντης(με τροπή του ν σε λ) που δήλωνε αρχικά την οπή, την τρύπα της στέγης από την οποία εισέρχονταν φως. Στην συνέχεια απέκτησε την σημασία της καπνοδόχου.

Ο αποκρέβατος: από την αρχαία λέξη υπό(κάτω)+κρέβατος. Ήταν αποθηκευτικός χώρος για μεγάλα αντικείμενα και βρισκόταν κάτω από το κρεβάτι, όπου κοιμόντουσαν τα μέλη της οικογένειας. Εκεί φυλάσσονται όλα τα αγαθά της οικογένειας.

Ο αμπαταρός ή παταρός: ο κύριος αποθηκευτικός χώρος του σπιτιού. Ήταν κατασκευασμένος από ξύλο και μέσα έβαζαν τα εργαλεία της δουλειάς τους, ξύλα, άχυρα, ζωοτροφές κτλ.

Η αναμουσία ή ναμουσία: η κουνουπιέρα από χασέ με την οποία στόλιζαν το νυφικό κρεβάτι. Από την αραβική λέξη namus =το κουνούπι. Παλιότερα χρησιμοποιούσαν το σπερβέρι, κεντητό ύφασμα από μετάξι, επειδή όμως ήταν ιδιαίτερα βαρύ η χρήση του περιορίσθηκε.

Η μουσάντρα: η εντοιχισμένη ντουλάπα που χρησίμευε  για να φυλάγονται τα στρώματα και διάφορα σκεύη. Από την τουρκική λέξη  musandira= είδος σκευοφυλακίου.

Τα κορφάδια: τα δοκάρια που στήριζαν την στέγη. Προέρχονταν από κορμούς δέντρων (κατά προτίμηση κυπαρίσσια). Από το αρχαίο κορυφάς( η κορυφή) > κορυφάδια
>κορφάδια.

Οι καντουνόπετρες: πελεκητές ορθογώνιες πέτρες με ίσιες πλευρές που έβαζαν στις γωνίες κατά το χτίσιμο του σπιτιού. Χρησιμοποιούνταν για να αλφαδιάζουν οι οικοδόμοι και να φτιάχνουν ίσια τους τοίχους.

Το δώμα: η επίπεδη στέγη του σπιτιού, η ταράτσα

Η (μ)πατανία: είδος υφαντής κουβέρτας, από την τουρκική λέξη battaniye= το  κλινοσκέπασμα

Το γιαττάκι: κρεβάτι, από την αντίστοιχη  τουρκική λέξη yatak= το στρώμα

Τα τραπουζάνια: χαμηλά ξύλινα καγκελάκια που έμπαιναν στην άκρη του κρεβατιού.

Η πατελιά: η πατελιά  ήταν αργιλώδες χώμα που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί στα δώματα των σπιτιών ως μόνωση (δεν άφηνε το νερό της βροχής να το διαπερνά). Ήταν συνήθως αναμεμειγμένο με φύκια, βούρλα ή πικροδάφνες και ανανεωνόταν στην αρχή του φθινοπώρου. Πιθανή η ετυμολογία της λέξης από την πεταλίδα καθώς το χώμα κολλούσε στο δώμα όπως η πεταλίδα κολλάει στους βράχους.

Η σκάφη: ξύλινο δοχείο, ορθογωνίου σχήματος για το ζύμωμα του ψωμιού ή το πλύσιμο των ρούχων.

Η βούα ή βουγά: η λέξη είχε δύο σημασίες. Δήλωνε τον λάκκο που έβαζαν τα σιτηρά μετά το αλώνισμα, για να μένουν δροσερά και να μην τα πιάνει η «ψείρα» του σιταριού. Επίσης έτσι ονόμαζαν και τον αργαλειό, επειδή τα παλιότερα χρόνια ο αργαλειός ήταν τοποθετημένος σε χαμηλά μέρη του σπιτιού, σε γούβες (γούβα < γύα= η γη)

Ο λα(γ)ουμάνος: λεκάνη, την οποία γέμιζαν με νερό για το πρωινό πλύσιμο του προσώπου. Από το λατινικό ρήμα lavo (πλένομαι) +manus( χέρι) =πλύσιμο με το χέρι.

Η νάκα: φορητή κούνια μωρού κρεμαστή στην πλάτη, που εξυπηρετούσε τις εύκολες μετακινήσεις των μωρών στις εργασίες των γονέων. Παράγεται  από την αρχαία λέξη νάκη =πυκνό δέρμα γίδας ή προβάτου.

Η ψωμοθήκη: θήκη που κρεμούσαν ψηλά στην οροφή για να διατηρείται καθαρό το ψωμί.

Το τυρικό: μικρό σκεύος σαν καλάθι όπου στραγγίζονταν το τυρί.

Η βατσέλα: από το ιταλικό vascello υποκοριστικό της λέξης vas=το βάζο .Ήταν είδος τσίγκινου δοχείου που χρησιμοποιούνταν κυρίως για το πλύσιμο των ρούχων.

Το ακόνι: σκληρή πέτρα στην οποία έτριβαν την κόψη μαχαιριού ή άλλου μεταλλικού εργαλείου για να γίνει πιο κοφτερή. Ετυμολογείται από την αρχαία ρίζα «ακ»= ο μυτερός (εξ ου και ακόντιο, ακίδα κτλ).

Το ελαφοκέρατο: κέρατο του ελαφιού που συνήθιζαν να το κρεμούν στη στέγη του σπιτιού για διακόσμηση. Αν έβλεπαν φίδι κοντά στο σπίτι «κάπνιζαν» ένα κομμάτι από το κέρατο κάτι που πίστευαν ότι απωθεί μακριά το ερπετό.

Το γουδί και τοπικά γντί  ή γδόχερο. Από το αρχαίες λέξεις ιγδίς και ιγδίον(ιγδίον-γδί-γουδί). Κοίλο μεταλλικό, ξύλινο ή μαρμάρινο σκεύος που το χρησιμοποιούσαν για κοπάνισμα  διάφορων υλικών και ανάμειξη μειγμάτων, όπως η σκορδαλιά.

Η ανέμη: < άνεμος, ήταν το  όργανο της υφαντικής τέχνης στο οποίο έβαζαν το νήμα και  μάζευαν στα μασούρια για τον αργαλειό.

Η αρίκλα ή άρκλα: το μέρος όπου φύλαγαν τα σιτηρά στα γεωργικά σπίτια. Προέρχεται από το λατινικό arcula ( υποκοριστικό του arca) που σήμαινε το κιβώτιο.

Το βαβάλι: από το ρήμα βαυβαλίζω= αποκοιμίζω. Ήταν η κούνια, το λίκνο που κοίμιζαν τα μωρά.

Το βήσαλο: από το λατινικό besalis = τούβλο. Ήταν  μεταλλικό σκεύος στο οποίο έψηναν πίτες.

Η βυτίνα: είδος πιθαριού όπου αποθηκεύονταν οι ελιές, τα σύκα κτλ. Παράγεται από την αρχαία λέξη βυτίνη= πλεκτή φιάλη με επένδυση από κλαδιά ή φλοιό λυγαριάς.

Ο κατσουνάς: κοντάρι για να χαμηλώνουν τα κλαδιά των δέντρων και να διευκολύνονται στο μάζεμα των φρούτων και της ελιάς. Επίσης πολλές φορές έβαζαν πάνω τα κουλούρια τους και το κρεμούσαν στην οροφή.

Ο κόπανος: ξύλο με το οποίο κοπάνιζαν τα ρούχα της μπουγάδας για να καθαρίσουν κατά το πλύσιμο.

Ο κόρδινος: ξύλινο στρογγυλό σκεύος με χοντρή σήτα όπου κοσκίνιζαν το σιτάρι τους. Από το επίθετο χόρδινος :ο φτιαγμένος από χορδή.

Η πινακωτή: μεγάλη πήλινη ή ξύλινη λεκάνη  στην οποία τοποθετούσαν το ζυμάρι για να φουσκώσει πιο γρήγορα κατά την παρασκευή του ψωμιού.

Το λαήνι: πήλινο δοχείο για υγρά και κυρίως για νερό. Από την αρχαία λέξη λάγυνος = δημοφιλές αγγείο κρασιού.

Η κρεβατίνα: κλήμα που το  καλλιεργούσαν και κλάδευαν  με τέτοιον τρόπο, ώστε τα κλαδιά του να αναρριχώνται σε μεγάλο ύψος , να απλώνονται σε οριζόντια δοκάρια και να δημιουργούν ένα παχύ, σκιερό στρώμα από φύλλα στην αυλή.

Η πεζούλα: υψωματάκι  δεξιά και αριστερά της κύριας εισόδου και γύρω από την αυλή του αγροτικού σπιτιού που λειτουργούσε ως κάθισμα για ξεκούραση.

Η μακέλλα: ξύλινη καγκελωτή πόρτα που έβαζαν στους κήπους προκειμένου να εμποδίζουν τα ζώα να μπουν μέσα και να προκαλέσουν ζημιές. Έξω από το σπίτι υπήρχαν διάφοροι βοηθητικοί χώροι: ο απόπατος (τουαλέτα), το πλυσταριό (χώρος όπου έπλεναν τα πιάτα), το κουζινί (ένα μικρός χώρος μαγειρέματος).

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
φιλόλογος