Τα λατομεία, τα τείχη, οι τάφοι  των αρχαίων κατοίκων της Ρόδου στην Κυμισάλα!

Ποιοι να ήταν αυτοί που έζησαν στη Ρόδο τα αρχαϊκά χρόνια; Πότε κατοίκησαν, πώς ήταν η ακρόπολή τους, τα λατομεία τους, οι τάφοι τους; Στη Ρόδο άλλωστε κατοικούσε μια εύρωστη και ακμάζουσα κοινωνία στην αρχαιότητα!

Ο πιο απομακρυσμένος δήμος της αρχαίας Ρόδου ήταν ο δήμος Κυμισαλέων. Η πρώτη ανασκαφή έγινε από τους Ιταλούς το 1915, κι από το 2006 ένας μάχιμος αρχαιολόγος- σε συνεργασία με άλλους φορείς- ο αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου κ. Μανόλης Στεφανάκης, ερευνά κομμάτια των τειχών που περιέφραζαν την πόλη, οικοδομήματα των οικιών, τάφους, λατομεία… ό,τι δηλαδή άφησαν οι αρχαιοκάπηλοι του 19ου και του 20ου αιώνα.

Ο πυρετός της αναζήτησης, η επιβράβευση της ανακάλυψης, η ανασκαφική έρευνα μέσα στο παρθένο δάσος της Κυμισάλας, ανάμεσα σε Μονόλιθο και Σιάννα για να μιλάμε με σημερινά στοιχεία. Ο πρώτος αρχαίος δήμος που ερευνάται συστηματικά στο νησί της Ρόδου, ερευνάται ωστόσο με μεγάλες διακοπές στη χρηματοδότηση, αλλά με πάθος από τους συμμετέχοντες.

Στο ίδιο πλαίσιο άλλωστε εντάσσεται η πεζοπορία την Κυριακή 30 Οκτωβρίου στην Κυμισάλα που διοργανώνει ο δήμος Ρόδου, με την παρουσία και την ξενάγηση του καθηγητή ο οποίος και σήμερα ευγενικά δέχτηκε να μιλήσει για τα σημαντικά ευρήματα κυρίως για τις πληροφορίες που παρέχουν για τον αρχαίο κόσμο στη Ρόδο!

 


Πού βρίσκεται η Κυμισάλα κ. καθηγητά και τι ψάχνετε εσείς εκεί;
Η Κυμισάλα είναι μια πανέμορφη, πυκνά δασωμένη, περιοχή που βρίσκεται, περίπου 70 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης της Ρόδου, κρυμμένη στα βόρεια του Ακραμίτη, του βουνού που στην νότια, νοτιοανατολική πλαγιά του φιλοξενεί τα χωριά των Σιαννών και της Μονολίθου. Για να μιλήσουμε με σημερινά δεδομένα, ο αρχαίος δήμος των Κυμισαλέων μοιράζεται ανάμεσα στις παράκτιες εκτάσεις των δημοτικών διαμερισμάτων Μονολίθου και Σιαννών. Η διατήρηση του τοπωνυμίου «Κυμισάλα» στην περιοχή αποτελεί τρανταχτή απόδειξη της συνέχειας που υπήρξε στον τόπο από την ελληνική αρχαιότητα μέχρι σήμερα και η εντοπιότητά του επιβεβαιώνεται από τις επιτύμβιες στήλες επιφανών ανδρών που τάφηκαν στη νεκρόπολη και τα ονόματά τους συνοδεύονταν από το εθνικό επίθετο «Κυμισαλεύς». Ο αρχαιολογικός χώρος, που κηρύχτηκε το 2012, περιλαμβάνει μια τεράστια έκταση που εκτείνεται από την περιοχή της Γλυφάδας στα βόρεια μέχρι σχεδόν τον Αρμενιστή στα νότια. Μέσα σε αυτόν τον χώρο, εμείς αναζητούμε να εντοπίσουμε και να ερευνήσουμε αρχαιολογικές θέσεις που θα μας δώσουν στοιχεία για να κατανοήσουμε τη διάρθρωση και τη ζωή ενός από τους απομακρυσμένους δήμους της αρχαίας Ρόδου, του δήμου των Κυμισαλέων.

Πότε ξεκινήσατε τις έρευνές σας και σε ποιο σημείο βρίσκονται σήμερα;
Η αρχαιολογική έρευνα της Κυμισάλας διεξάγεται με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού από το 2006. Πρόκειται για μια κοινή έρευνα, μια ισότιμη συνεργασία του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου, μια συνεργασία ενθουσιώδη, με κοινούς στόχους και κοινές αγωνίες. Η συνεργασία -και οι εργασίες- συνεχίζονται μέχρι και εφέτος, με κάποιες ωστόσο μικρές διακοπές τα τελευταία χρόνια λόγω υποχρηματοδότησης. Η δρ. Βασιλική Πατσιαδά εκπροσωπούσε την Εφορεία Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου μέχρι το 2015 και πρόσφατα πήρε τη θέση της η κα Φανή Σέρογλου, εξαιρετικές συνάδελφοι και συνεργάτιδες και οι δύο, χάρη στις οποίες η έρευνα ενισχύεται σημαντικά και μπορεί να διεξάγεται απρόσκοπτα. Μέχρι στιγμής η έρευνα έχει προχωρήσει σε ικανοποιητικό επίπεδο. Έχουμε καταφέρει να «διαβάσουμε» την περιοχή και να ανασκάψουμε σε διάφορα σημεία, ώστε να αποκτήσουμε μια εικόνα της πυκνότητας, του μεγέθους, αλλά και των χρονολογικών ορίων των κυριότερων αρχαιολογικών θέσεων. Και λέω των κυριότερων, διότι η περιοχή ενδιαφέροντος περιλαμβάνει πλήθος από τέτοιες θέσεις.


Τι ήταν αυτός ο πολιτισμός που φέρνετε στο φως με την αρχαιολογική σκαπάνη και πότε αναπτύχθηκε;
Η ευρύτερη περιοχή της Κυμισάλας, όπως σας είπα και προηγουμένως, έχει πλέον ταυτιστεί με τον αρχαίο Δήμο των Κυμισαλέων. Όταν μιλάμε για αρχαίους δήμους της Ρόδου εννοούμε διοικητικές περιφέρειες που ελέγχονται από την κεντρική εξουσία. Η περιοχή της Κυμισάλας, βρίσκεται στο νότιο άκρο της χώρας της αρχαίας Καμιρίδος, του τμήματος δηλαδή του νησιού που ανήκε στην πόλη-κράτος της Κάμιρου, της μιας από τις τρεις πόλεις-κράτη που ίδρυσαν οι Δωριείς όταν εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο. Κάθε μία από τις τρείς πόλεις του νησιού (Λίνδος, Ιαλυσός και Κάμιρος) ήλεγχε στην επικράτειά της έναν αριθμό δήμων, μοιρασμένων στη Ρόδο, στα κοντινά μικρά νησιά και στην απέναντι Μικρασιατική ακτή, τη ροδιακή περαία, Όταν οι τρείς αυτές πόλεις του νησιού συνενώθηκαν, το 408 π.Χ. σε ομόσπονδο κράτος, με πρωτεύουσα τη νέο-ιδρυθείσα πόλη Ρόδο, οι παλαιοί δήμοι τους, ενσωματώθηκαν στο σύστημα των δήμων του ροδιακού κράτους. Ο δήμος των Κυμισαλέων, είναι σήμερα ο πρώτος τέτοιος δήμος που ερευνάται συστηματικά για οικισμούς, σπήλαια, ιερά και ναούς, νεκροταφεία και μεμονωμένους τάφους, «εμπορεία»/λιμάνια, οχυρώσεις, λατομεία, μεταλλεία, εργαστήρια, λιμενικές εγκαταστάσεις και ο,τιδήποτε άλλο μπορεί να υπάρχει και να μαρτυρεί ανθρώπινη δραστηριότητα σε έναν τόπο.

Τι βρήκατε λοιπόν;
Ο δήμος των Κυμισαλέων έχει προκύψει εξαιρετικά πλούσιος σε αρχαιολογικές θέσεις. Μέχρι σήμερα και μετά από δέκα συναπτά χρόνια ερευνών, έχουμε εντοπίσει, σε μια έκταση που ξεπερνά τα 21 τετραγωνικά χιλιόμετρα, δεκάδες αρχαιολογικές θέσεις: Κυρίαρχη είναι η ισχυρά τειχισμένη ακρόπολη των Κυμισαλέων, στο λόφο του Αγίου Φωκά, η οποία φιλοξενεί έναν αρχαίο ναό και δεσπόζει στην περιοχή, ελέγχοντας εννέα τουλάχιστον οικισμούς/εγκαταστάσεις που αναπτύσσονται περιμετρικά γύρω της. Δίπλα στους οικισμούς υπάρχουν μικρά νεκροταφεία με εμφανώς σημαντικότερη την κεντρική νεκρόπολη της Κυμισάλας, η οποία καταλαμβάνει ολόκληρη την κοιλάδα ανάμεσα στους λόφους του Αγίου Φωκά και της Κυμισάλας. Στην περιοχή υπάρχει επίσης και ένα «περιπόλιο», μικρό οχυρό που λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς την ακρόπολη, δύο λατομεία ασβεστόλιθου, ιερά, μνημειακά δημόσια κτήρια, τμήματα οδών και πολλές ακόμη άλλες κατασκευές διάσπαρτες στην περιοχή. Αυτή η δουλειά μας έδωσε τη δυνατότητα να χαρτογραφήσουμε κυριολεκτικά την έκταση και την διάρθρωση του δήμου και να κατανοήσουμε πως λειτουργούσε στο πλαίσιο της γεωμορφολογίας της περιοχής. Δηλαδή πως επιλέχτηκε ο χώρος της ακρόπολης και τι ήλεγχε, πως επιλέχτηκαν οι θέσεις των διαφόρων εγκαταστάσεων τριγύρω, σε σχέση με τα καλλιεργήσιμα εδάφη, όπως είναι τα εύφορα λεκανοπέδια της Κυμισάλας και του Βασιλικού και η κοιλάδα του Λακίου-Μονοσυριών, και τα νερά, ακόμη πώς επικοινωνούσαν μεταξύ τους οι διάφορες θέσεις-οικισμοί του δήμου και τον ρόλο που έπαιζε το λιμάνι του δήμου στη Γλυφάδα.


Πότε κατοικήθηκε ο δήμος αυτός και μέχρι πότε φαίνεται να είχε ζωή;
Αν θέλουμε να δούμε το χρονικό πλαίσιο της κατοίκησης στην περιοχή, αυτή φαίνεται να κατοικείται -με τα μέχρι στιγμής ανασκαφικά δεδομένα- τουλάχιστον από την αρχαϊκή εποχή, δηλαδή τον 7ο αιώνα π.χ, μέχρι και τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ίσως και μέχρι τον 6ο αιώνα μ.χ. Αυτά βέβαια που σας λέω προκύπτουν μέσα από τα δεδομένα της ανασκαφικής μας έρευνας στην κεντρική νεκρόπολη της Κυμισάλας, όσο και από τα κατά καιρούς σποραδικά αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν έρθει στο φως στην ευρύτερη περιοχή. Βέβαια, και πρέπει να το τονίσουμε, στην περιοχή έχουν καταγραφεί και πρωιμότερα κατάλοιπα, τόσο από τη Νεολιθική Εποχή όσο –και κυρίως- από την Εποχή του Χαλκού, κυρίως την μυκηναϊκή περίοδο. Εμείς ωστόσο δεν είχαμε ακόμη την τύχη να ερευνήσουμε κάποια τέτοια θέση.

Βρίσκετε πολλά στοιχεία ή οι αρχαιοκάπηλοι έχουνε πάρει όλα αυτά τα χρόνια τα περισσότερα;
Η νεκρόπολη των Κυμισαλέων, το έχουμε γράψει άλλωστε πολλαπλώς και αλλού και το έχουμε πει πολλές φορές δημόσια, είχε την ατυχία να αποτελέσει το επίκεντρο της αρχαιοκαπηλικής δραστηριότητας της περιοχής από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι και τις αρχές του 20ου. Αυτό σημαίνει ότι εμείς σήμερα ερευνούμε κατά βάση συλημένο νεκροταφείο, το οποίο μας δίνει πολύ λίγα στοιχεία για την εποχή του –ό,τι είχαν την ευχαρίστηση να αφήσουν πίσω οι αρχαιοκλόποι. Έτσι ο στόχος της αρχαιολογίας, που είναι η ανασύνθεση και η ανασύσταση μιας κοινωνίας και ενός πολιτισμού μέσα από τα υλικά κατάλοιπά του, συναντά ανυπέρβλητα προβλήματα ως προς την επίτευξή του, αφού ένας άδειος τάφος, για παράδειγμα, δεν έχει να προσφέρει τίποτε περισσότερο από την ίδια την κατασκευή στο χώμα. Το τι περιείχε, πόσους νεκρούς, τι φύλου και ποιάς ηλικίας, με πια ταφική πρακτική θαμμένους, με τι είδους κτέριση και προσφορές και σε τι ποσότητα, στοιχεία δηλαδή βασικά για την κατανόηση της καθημερινής ζωής, των εθίμων και του πολιτισμού της εποχής, είναι πια χαμένα.


Τα ευρήματά σας επομένως θεωρούνται σημαντικά;
Τα λιγοστά ευρήματα που καταφέρνουμε να ανακτήσουμε αξιολογούνται ως εξαιρετικά σημαντικά για την πληροφορία που μας παρέχουν. Και φυσικά όλα τα ευρήματα μας, όπως υπαγορεύεται και από την άδεια του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, παραδίδονται και φυλάσσονται με ασφάλεια στις αποθήκες της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου. Τα σημαντικότερα και αξιολογότερα από αυτά συντηρούνται στο εργαστήριο της Εφορείας, περιμένοντας υπομονετικά την δημοσίευση και δημοσιοποίησή τους.

Τι θα μπορούσε να γίνει εκεί, πώς θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από εκεί και πέρα ο χώρος;
Οι αρχαιολογικές θέσεις του Δήμου των Κυμισαλέων έχουν τη μοναδική τύχη να βρίσκονται εντός της περιοχής Ακραμίτης-Αρμενιστής-Ατάβυρος, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως προστατευμένη περιοχή του δικτύου Natura 2000, ένα πλεονέκτημα της περιοχής που σε συνδυασμό με την ανάδειξη των αρχαιολογικών θέσεων και μνημείων στο μέλλον, θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία ενός μοναδικού αρχαιολογικού-οικολογικού πάρκου, με κεντρικό άξονα, αφενός ένα εκτεταμένο υπαίθριο αρχαιολογικό μουσείο και αφετέρου θέσεις περιβαλλοντικού και οικολογικού ενδιαφέροντος, που θα διασυνδέονται μεταξύ τους με περιπατητικά μονοπάτια. Αν κάτι τέτοιο καταστεί εφικτό στο κοντινό μέλλον θα διασφαλίσει τη φυσιογνωμία της περιοχής και θα οδηγήσει σε μια αειφορική και βιώσιμη ανάπτυξη την ημιορεινή περιοχή του Ακραμίτη. Σε πρακτικό επίπεδο τα πράγματα είναι πιο δύσκολα, καθώς όλα είναι συνάρτηση χρηματοδότησης. Ελπίζω ότι η προγραμματική σύμβαση με αντικείμενο μια βασική υποδομή, περιπατητικά μονοπάτια και ανάδειξη αρχαιολογικών θέσεων, που επεξεργάζεται αυτή τη στιγμή το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού με τρίτο συμβαλλόμενο και χρηματοδότη την Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου να τύχει της προσοχής και της μεταχείρισης που της αρμόζει, ώστε να μπορέσουμε σιγά-σιγά να ξεκινήσουμε την υλοποίηση αυτού του φιλόδοξου –πλην όμως ζωτικής σημασίας έργου.
 
 


Πάντα είχα την απορία: γιατί όλα τα αρχαία είναι κάτω από τη γη; Πως βρέθηκαν εκεί; Και είναι αλήθεια ότι όπου κι αν σκάψεις στη Ρόδο θα βρεις αρχαία;
Φαντάζομαι ότι οι απορίες που μου εκφράζετε ενδιαφέρουν και μια μεγάλη μερίδα του αναγνωστικού σας κοινού και είναι απόλυτα λογικές. Ως προς το πρώτο, όχι δεν είναι αλήθεια ότι όλα τα αρχαία είναι κάτω από τη γη. Εξαρτάται από τις γεωλογικές μεταβολές ενός τόπου για το αν τα αρχαία θα καταχωθούν ή θα παραμείνουν στην επιφάνεια. Για παράδειγμα ηφαιστειακές εκρήξεις καταχώνουν και εξαφανίζουν ολόκληρες πόλεις κάτω από τόνους τέφρας, μεταβολές σε κοίτες και εκβολές ποταμών καλύπτουν ολόκληρους αρχαιολογικούς χώρους με λάσπη, καθιζήσεις ακτογραμμών εξαφανίζουν παράλιες θέσεις βυθίζοντάς τις κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Διαφορετικά οι επιχώσεις των αρχαιολογικών χώρων εξαρτώνται από τις φερτές ύλες που μετακινούν τα όμβρια ύδατα στο πέρασμα των χρόνων, μεταφέροντας λάσπη από τα υψηλότερα σημεία στα χαμηλότερα, και σε αυτές τις περιπτώσεις η κατάχωση δεν είναι πάντα ολοκληρωτική. Επίσης υπάρχουν θέσεις που δεν έχουν καταχωθεί ποτέ, γιατί η ίδιες βρίσκονται στην κορυφή ενός λόφου. Εδώ ακολουθείται η φυσική πορεία της φθοράς και κατακρήμνισης των μνημείων στο πέρασμα του χρόνου και με τη συμβολή των στοιχείων της φύσης, του σεισμού και φυσικά του ανθρώπου.

Στην Κυμισάλα, τα αρχαία είναι κάτω απ’ τη γη;
 Το μεγαλύτερο μέρος των αρχαιολογικών θέσεων της Κυμισάλας, είναι υπέργειο και εμφανές. Οι αρχαιολογικές θέσεις είναι μερικώς καλυμμένες από χώμα που έχει παρασυρθεί από τα νερά της βροχής, έχουν υποστεί καταρρεύσεις από σεισμούς και κυρίως έχουν λιθολογηθεί και κατεδαφιστεί από ανθρώπινη δραστηριότητα. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε μπορέσαμε να εντοπίσουμε και έναν τόσο μεγάλο αριθμό θέσεων.  Τώρα όσον αφορά το νησί της Ρόδου στο σύνολό του, ναι, οι γνωστές αρχαιολογικές θέσεις είναι πολλές και σίγουρα αυτές που δεν έχουν έρθει στο φως είναι ακόμη περισσότερες. Ας μην ξεχνάμε ότι η Ρόδος ήταν μια εξαιρετικά εύρωστη και ακμάζουσα κοινωνία στην αρχαιότητα.


Θέλατε πάντα να γίνετε αρχαιολόγος; Σας ενδιέφερε πάντα η ανασκαφή, μια εργασία που τελείται συνήθως υπό δύσκολες συνθήκες;
Η αλήθεια είναι ότι η αρχαιολογία ήταν σκοπός ζωής ήδη από τα γυμνασιακά χρόνια καθώς με σαγήνευε το παρελθόν του ανθρώπου. Οι καθηγητές μου, στο τότε Πρότυπο Κλασικό Λύκειο Χανίων, με ενέπνευσαν πολύ και με εξώθησαν προς αυτή την κατεύθυνση και όταν πλέον φοίτησα στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης επιβεβαίωσα το σωστό της επιλογής μου. Μεγάλο ρόλο στη σοβαρότερη ενασχόλησή μου με την Κλασική Αρχαιολογία και στην αγάπη μου για την «αρχαιολογία του πεδίου», έπαιξε ο μέχρι σήμερα μέντορας μου, ο καθηγητής Νίκος Σταμπολίδης, μεγάλη μορφή της ελληνικής αρχαιολογίας και εξαίρετος ανασκαφέας. Και μιλάω για την «αρχαιολογία του πεδίου», γιατί εδώ, στο πεδίο, γίνεται η βασικότερη και πρωταρχική δουλειά της αρχαιολογίας. Η «αρχαιολογία του γραφείου» έρχεται σε δεύτερο χρόνο να αξιοποιήσει και να μελετήσει τα ευρήματα του πεδίου. Έτσι λοιπόν επέλεξα την ενασχόληση με την «μάχιμη αρχαιολογία», ως κάτι που με εκφράζει καλύτερα. Ο πυρετός της αναζήτησης και η επιβράβευση της ανακάλυψης, που με τη σωστή μέθοδο έχει να προσφέρει τα μέγιστα στη γνώση μας για το ανθρώπινο παρελθόν, υπερνικούν κατά πολύ το γεγονός ότι πρέπει να περνάς ολόκληρη τη μέρα σου κάτω από τον καυτό ήλιο, μέσα σε ένα σκάμμα, εισπνέοντας χώμα και σκόνη, να έρπεις μέσα σε κάποιον τάφο και να ξαπλώνεις ενοχικά δίπλα σε κάποιον μακρινό άγνωστο, του οποίου την αιώνια γαλήνη τόλμησες με θράσος να διαταράξεις, ενδεδυμένος τον μανδύα της αναζήτησης της επιστημονικής γνώσης.