Πώς να γιορτάσω σήμερα...  Τι να γιορτάσω Θεέ μου;

Πόσες φορές! Πόσες φορές τα μαύρα σύννεφα της λύπης σκοτείνιασαν την πατρίδα μας; Πόσες φορές το πρόσωπό μας σκυθρωπό αντικρίζει την ιστορία απέναντί του και νιώθουμε τόσο μικροί, τόσο τιποτένιοι και  τόσο ελεεινοί μπροστά στη μεγαλοσύνη της εποποιίας της 28ης Οκτωβρίου του 1940!

Και νιώθουμε πραγματικά τιποτένιοι και φέτος τουλάχιστον αυτοί που έχουν ακόμα συνείδηση! Αυτοί που ακόμα λένε πως ξέρουν να σκέφτονται και να διαλογίζονται με τον εαυτό τους. Αυτοί που βλέπουν πως δεν έκαναν τίποτα, ώστε να ομοιάσουν ή τελοσπάντων να τιμήσουν τους αετόμορφους πολεμιστές της Πίνδου που νικητές προχωρούσαν προς το θάνατο...

Σήμερα στο υπέρπυκνο σκοτάδι της θυελλώδους επερχόμενης νεοταξικής παγκοσμιοκρατίας, αυτοί που θα γιορτάσουν και φέτος είναι οι άφρονες, ανιστόρητοι, ανθέλληνες και άθεοι στην πλειοψηφία τους πολιτικοί. Και θα γιορτάσουν για αντίσταση και πάλι το ναι σε όλα σε αντιπαράθεση με το ΌΧΙ των ηρώων. Και γιορτάζουν την εδραίωση της καρέκλας τους για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα οι κατοχικοί κυβερνώντες, αλλά και οι κατοχικοί αντιπολιτευόμενοι.

Διότι γιορτάζουν ως σωτήρες του νέου γερμανοκατοχικού τραπεζικού συστήματος την ελευθερία και τη σωτηρία της Ελλάδας. Γιορτάζουν την καταδυνάστευση του Έλληνα πολίτη μέσω τραπεζικών και φορολογικών λογαριασμών, την ποδοπάτηση κάθε συνταγματικού δικαίου, το χλευασμό της ιστορίας και του γένους τους. Γιορτάζουν την απομάκρυνσή τους από το Θεό, γιορτάζουν τα συσσίτια που υποχρέωσαν τον υπερήφανο Έλληνα να του δίνουν, αφού τον ποδοπάτησαν πρώτα. Ω!

Τι υποκρισία και ελληνοκουλτουριάρικος εγωισμός! Όλοι αυτοί γιορτάζουν, διότι λύγισαν τον Έλληνα και τον έκαναν ζητιάνο, γιορτάζουν διότι ξαναδακρύζει η ελευθερία του Διονυσίου Σολωμού, βλέποντας να ασελγούν πάνω στο όνομά της. Γιορτάζουν γιατί αυτή η ελευθερία στέκει και μετρά με αγωνία κάθε σπιθαμή γης που όλοι αυτοί οι πολιτικάντηδες προσπαθούν μέσα από δόλιες και καταχθόνιες κινήσεις να της πάρουν.

Και είναι η ίδια η ελευθερία προσωποποιημένη από τον ποιητή, η οποία δεν κλαίει μόνο, δεν αγωνιά, δε θλίβεται. Είναι η ίδια ελευθερία της πατρίδας μας που αλίμονο γι’ αυτούς, αν σηκώσει του σπαθιού της τη λαβή. Είναι η ελευθερία εκείνη που αντιπροσωπεύει κάθε περήφανο Έλληνα πέρα από κομματοστρατούς και πολιτικούς αλήτες. Είναι η ελευθερία εκείνη, η οποία πέφτει, αλλά δε λυγίζει, σηκώνεται και κυνηγά αυτούς που την πρόδωσαν, αυτούς που τη μάτωσαν και ασέλγησαν στο γνήσια κοριτσίστικο και παρθενικό κορμί της.

Κι ο Έλληνας ξέρει για την πατρίδα του να αναγνωρίζει αυτό το υπερήφανο κορίτσι της ελευθερίας του, γιατί αυτή η ελευθερία είναι βγαλμένη μέσα από τα κόκκαλά του και την ιστορία του.
Αυτό το ξύπνημα φοβούνται όλοι αυτοί οι πολιτικοί αγύρτες διότι ξέρουν πως ο Έλληνας μπορεί να πέφτει, αλλά σηκώνεται. Κι όταν σηκωθεί ως άλλος Ολύμπιος Θεός συμπαρασύρει στο πέρασμά του όλους αυτούς τους μισητούς ανθέλληνες.

Και δυστυχώς οι κατακτητές μας αυτή τη στιγμή δεν είναι άλλοι από Ελληνόφωνους τύραννους πολιτικούς. Καθήκον μας η αντίσταση σε όλους αυτούς που υπονομεύουν την ιστορία, την πίστη και την αξιοπρέπειά μας. Καθήκον μας και φέτος να μη γιορτάσουμε, όπως γιορτάζουν αυτοί εδώ και έξι χρόνια μνημονιακών περιόδων.

Καθήκον μας η περισυλλογή κι ένα χαμόγελο αισιοδοξίας γι’ αυτά τα οποία είναι στο χέρι μας να φέρουμε στη ζωή μας και να τα αντιπαραθέσουμε σε όλους αυτούς. Κι αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από τη γλυκιά πατρίδα μας (από τον Έβρο ως την Κρήτη κι από τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο ως τα Ιόνια νησιά), την ιστορία μας, τον πολιτισμό και την πίστη μας στον Ένα και Τριαδικό Θεό. Το Θεό της αγάπης, το Θεό της ελπίδας, το Θεό του Ελληνισμού, το Θεό των Φώτων και της Ανάστασης.

Αυτά λοιπόν ας αντιπαραθέσουμε με μια καρδιά σε όλους αυτούς τους μικρούς της ιστορίας που μας κάνουν να νιώθουμε λυγισμένοι, αυτοί που κάνουν το στόμα μας να αρθρώνει σαστισμένα ψελλίζοντας: «ΠΩΣ ΝΑ ΓΙΟΡΤΑΣΩ ΣΗΜΕΡΑ... ΤΙ ΝΑ ΓΙΟΡΤΑΣΩ ΘΕΕ ΜΟΥ;»

Γράφει ο πατήρ Παΐσιος Φαρμακίδης 
Εφημέριος Ιερού Ναού Αγίων Αποστόλων Ρόδου