Σύνταγμα Δωδεκανησίων: Τα ιδανικά δεν έχουν αντίπαλο

Άνοιξη, με το χιόνι σπασμένο τα ποτάμια κατέβαζαν με ορμή ολοκάθαρο παγωμένο νερό.

Ένα τσούρμο ταλαιπωρημένοι στρατιώτες έψαχναν δεξιά και αριστερά, σκάλιζαν για μια στάλα ζωής, κάπου μέσα στο πουθενά ξέθαψαν ένα τσακισμένο ντενεκέ που έχασκε από παντού σα να πέρασε από πάνω του ένα τραίνο! Μα δεν τους πολύ-πείραζε, τον ήθελαν για να βράζουν τις ψείρες, αυτές που είχαν σκαρώσει αποικίες πάνω στα ρούχα και τα κορμιά τους.

Τα μεσημέρια ο ήλιος έκανε πως ζέσταινε, τότε πέταγαν επενδύτες, μισομάλλινα και χακί πανταλόνια, φορούσαν μονάχα μια σκελέα κι έβραζαν τα υπόλοιπα, μπας και πνιγεί καμιά από δάφτες τις ψείρες, μαζί και αυγουλάκια τους. Εκείνες οι παμπόνηρες, μαθημένες από πολέμους, κόβαν δρόμο κατά το βουνό, έπειτα γυρνούσαν πίσω τρεχάτες, τους παίρναν στο κατόπι, βλέπεις τους ξεχώριζαν από χιλιόμετρα, αφού η λίγδα είχε γίνει ένα δάχτυλο χολέρα πάνω στον σβέρκο τους.

Μέσα στους κάμπους μοιάζει με έναν κακοφορμισμένο σουρεαλιστικό πίνακα, όλα μαζί, κατακτητές και κατακτημένοι, ζώα και μηχανές, ο πόλεμος, ότι χειρότερο κάνουν τα ανθρώπινα χέρια, άφηνε το ζεστό χνώτο του πάνω σε όλα τα πλάσματα.

Κάθε τόσο ο αφηγητής έκοβε τις λέξεις, θυμόταν την ιστορία και χαμογελούσε, καμάρωνε, μιλούσε για τις ταλαιπωρίες σαν να ήταν σχολική εκδρομή, γέμιζε με χρώματα τις στιγμές, σαν να γινήκαν μόλις την προπερασμένη βδομάδα.

 

Γιώργος Φασουλέτος

 

Scarpanto, isola d' Egeo, Italia

Ο Γιώργος Φασουλέτος, με καταγωγή από την καρδιά της Καρπάθου, το Απέρι, ήταν στην ηλικία που το αίμα χοχλάζει, στα 22 του, τότε μόλις είχε μάθει ότι οι Ιταλοί έψαχναν ντόπιους, για να τους ντύσουν καραμπινιέρους του Ιταλικού στρατού κι έτσι πήρε εύκολα την απόφαση να ξενιτευτεί από το νησί. Δουλειές δεν υπήρχαν και η ανέχεια έβαζε τα χέρια της κι έσπρωχνε την οργάνωση μιας απόδρασης από έναν τόπο στενό, που άρχισε να μοιάζει με ανοιχτό ιταλικό κρατητήριο.

Στα γρήγορα βρέθηκε μια μικρή βάρκα, έχει μηχανή και 2 κουπιά για σιγουριά. Το πρόβλημα ήταν το περμέσσο, η άδεια για να βγει το σκάφος από το λιμάνι και αυτή δινόταν μονάχα σε ψαράδες, όμως το χαρτί έγραφε μόνο δύο άτομα!

Έτσι οι φυγάδες έδωσαν κρυφό ραντεβού σε μια απόμερη ακτή (στο Αρδάνι), μέσα στη νύχτα, με κόντρα καιρό, ξεκίνησαν ένα το τρελό ταξίδι για την Κρήτη και έγραψαν τη δική τους ιστορία. Περιπέτειες που δεν έχουν σταματημό, κυνηγητό από τους Ιταλούς και ατέλειωτες ώρες αγωνίας, κρυμμένοι στις καβάτζες των ακτών της Κάσου.

Στις 12 Οκτωβρίου 1939, ο Γιώργος Φασουλέτος, ο Δημ. Τσαγκάρης, ο  Ιωαν. Μπέρτος, ο Μ. Μουστακάκης,  ο Ζερβός και ο Δημήτρης Λογοθέτης, κατάφεραν να φτάσουν στην Σητεία, ήταν φουσκωμένοι περηφάνια, όμως το μυαλό τους παρέμενε καρφωμένο στις ειδήσεις, στα νέα του πολέμου, αυτά τα παιδιά είχαν βάλει στόχο να μην μείνουν απέξω, ήθελαν να παλέψουν έναν εχθρό, που υπέγραφε τις ταυτότητες και τα διαβατήρια τους!

Τον ίδιο μήνα, Οκτώβρης '39, δυο ακόμη βάρκες με θαρραλέους Καρπάθιους, προσπάθησαν να φτάσουν στην Κρήτη, μονάχα η μια τα κατάφερε, ενώ η δεύτερη δεν είχε τύχη, έμελε να πνίξει τον Μηνά Λειβαδιώτη και τον Νίκο Νικολαΐδη, τα άψυχα κορμιά τους βγήκαν στην Κάσο.

Έναν χρόνο μετά και αυτοί οι Καρπάθιοι δούλευαν στις οικοδομές της Σητείας, προεγγράφονται στη φρέσκια ομάδα, είχαν όνειρο την απελευθέρωση των νησιών τους.

Με το Σύνταγμα Δωδεκανησίων στην αρχή βρέθηκαν στα Χανιά, έπειτα στην Αθήνα και μετά από εξάμηνη σκληρή προετοιμασία στο Γουδή, βρέθηκαν στα ελληνοαλβανικά σύνορα.

 

Γιώργος Φασουλέτος, Δημήτρης Λογοθέτης, Πρωτόπαππας

 

Ο Γιώργος Φασουλέτος, εθελοντής στρατιώτης στον 1ο λόχο, του Συντάγματος Δωδεκανησιών, ξεκίνησε από την Αθήνα τον Φλεβάρη του '41 και περιπλανήθηκε μέχρι την άνοιξη σχεδόν σε όλη την Μακεδονία.

Κατατέληξε εγκλωβισμένος από τους Γερμανούς μαζί με άλλους  18 Καρπάθιους στην γέφυρα της Καλαμπάκας. Ήταν πολλοί Καρπάθιοι με αρχηγό τον Μανώλη  Κωνσταντινίδη.

Τριγυρνούσαν τα βουνά και έκοβαν χόρτα, μα την πείνα δεν την σκεπάζει το πράσινο χορτάρι, έτσι σκέτο κάνει μονάχα για τα πρόβατα, όχι για τους ανθρώπους.

Σε μια πλαγιά μια μάνα ντυμένη με κουρέλια με ένα μικρό στην αγκαλιά της, τους  έδωσε γάλα, χάρισμα, μα ανταλλάξαν το λιγοστό ψωμί με ένα ασθενικό μουλάρι, αυτό ήταν που τους χόρτασε, άρπαξαν και κάτι ταλαίπωρα ζώα, που τριγυρνούσαν λέφτερα, αυτά  τους κράτησαν ζωντανούς, όχι όλους, μα ποιος λογάριαζε νούμερα, στο τέλος, πάνω στο μνήμα έβαζαν από έναν αριθμό. Σε αυτόν τον περίεργα υπέροχο Σύνταγμα, μπλέχτηκαν 1586 δωδεκανήσιοι, με τους 311 να έχουν καταγωγή από Κάρπαθο!

 

Από το αρχείο της συγγραφέα Άννα Ρηγοπούλη Λιατήρη

 

Δεν ήταν μόνο ο Γιώργης Φασουλέτος, κάπως έτσι ξεκίνησαν πάρα πολλοί κάποιοι μάλιστα ήταν κυνηγημένοι, πέρασαν στην Αθήνα και από εκεί βρέθηκαν στα βουνά της Ηπείρου, με την ελπίδα να παίζει στα κρυφά όνειρα τους, μήπως κάποτε δουν τα Δωδεκάνησα Ελλάδα.

Αυτοεξόριστοι σπρωγμένοι από την ανάγκη επιβίωσης, όπως ο Μιχάλης Ρηγοπούλης, ο Σταματίου και τα αδέλφια Κατωγυρίτη, Νίκος και Μανώλης, αλλά και ο γιατρός Κώστας Κυζούλης, που επιστρατεύτηκε με την βύθιση της «Έλλης», τον Δεκαπενταύγουστο του '40. Ένας κατάλογος ψυχών, που αν τους ξεχάσουμε είναι σα να αφήνουμε πίσω το πρόσωπο και την ταυτότητα μας.

Υπήρχαν και οι διωγμένοι από τους Ιταλούς, ανεπιθύμητοι όπως ο  Μενετιάτης δάσκαλος Νικόλαος Χαλκιάς, που οι κατακτητές κοκκίνισαν το διαβατήριο του ως ανεπιθύμητο, λόγω της σθεναρής άρνησης στον εξιταλισμό των σχολείων και τον απομάκρυναν από το νησί.

 

Ο δάσκαλος Νικόλαος Χαλκιάς

 

Ο Μενετιάτης δάσκαλος Νικός Χαλκιάς, άφησε την οικογένεια του στο Πειραιά και μπήκε αμέσως  στην πρώτη γραμμή του Συντάγματος Δωδεκανησίων, έτσι κι αλλιώς περπατούσε, κλωθωγύριζε και ονειρευόταν το Σούλι του, ήταν το χωριό του, οι Μενετές κυριαρχούσαν μέσα στο μυαλό του, ο κόσμος όλος ήταν η Κάρπαθος.

Πώς αλλιώς θα βρισκόταν κοντά της, κοντά στα πατρογονικά του, εάν δεν βοηθούσε για το λευτέρωμα της, αναρωτιόταν ή μάλλον δεν αναρωτιόταν, εκείνος ήταν σίγουρος!

 

Tαυτότητα από την εποχή της Ιταλικής κατοχής

 

Στις μέρες μας ελάχιστοι πια έχουν απομείνει από τους αγωνιστές του Συντάγματος Δωδεκανησίων, από την πρώτη στιγμή του πολέμου σκέφτηκαν πρώτα με την καρδιά και έπειτα, πολύ αργότερα, είδαν τα γεγονότα ξερά, με τα μάτια της λογικής.

Η ιστορία στέκει νωπή από εκείνα τα χρόνια, δεν έχει αποκαλύψει το μεγαλείο τις ανθρώπινης φύσης, την ιδιαιτερότητα και την αυτοθυσία που μπορεί να αναπτύξει μια ψυχή. Μια γνήσια ελληνική ψυχή. Οι Δωδεκανήσιοι δεν ήταν υπήκοοι Έλληνες, κοντά τετρακόσια χρόνια ήταν κάτω από την Οθωμανική αυτοκρατορία, που φρόντιζε να μην παρεμβαίνει σε θέματα γλώσσας και θρησκείας, μοναχά να αρπάζει φόρους, από το 1912, Ιταλοί καταλαμβάνουν τα νησιά, έρχονται ως απελευθερωτές, το κίνημα των Νεότουρκων άλλαζε τα δεδομένα, είναι απορίας άξιο το τεράστιο, άσβεστο πάθος για Ελλάδα, για ενσωμάτωση με μια χώρα που την γνώριζαν μονάχα από τις διηγήσεις των προ-παππούδων τους! 

Περίπου δύο χιλιάδες από αυτούς κατατάχθηκαν στον στρατό που με την διαταγή 10234 στις 13 Νοέμβρη 1940, τελικά έκαναν δεκτό το αίτημα τους, ζητούσαν επίμονα να βρεθούν στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Μα ποιος αλήθεια θυμάται τον Βέργη, τον Μοσχούλη, τον Μανώλη και τον Νίκο Κατωγυρίτη, τον Κακομανώλη, τον Δημητριάδη τον Διανά ή τον Κλαδάκη; Παληκαράκια που διαδήλωναν σχεδόν κάθε μέρα, κατέβαιναν διεκδικώντας λεφτεριά, μακριά από μικρούς σκοτεινούς φόβους και διέθεταν ό,τι πιο σημαντικό είχαν, τη ζωή τους.

Γράφει ο Μανώλης Δημελλάς
Εικονολήπτης

Πηγή: huffingtonpost.gr