28η Οκτωβρίου: μια ηρωική επέτειος

28η Οκτωβρίου: μια ηρωική επέτειος
Ομιλία εκφωνηθείσα  από τη Στέλλα Π. Βουτσά
Καθηγήτρια Φιλόλογο Λυκείου Αφάντου Ρόδου
Διδάκτορα Λογοτεχνίας
(Ρόδος, 28-10-2016)

 

«Είναι αδύνατον να υποταχθή λαός χωρίς να θέλη.  Όστις μπορεί ν’ αποθάνη  δεν εμπορεί να βιασθή»
Κωνσταντίνος Κούμας (1777-1836)

 

Σήμερα, 76 χρόνια μετά, θα θυμηθούμε τα γεγονότα εκείνα που στη Νεότερη Ιστορία μας καταγράφονται ως «Έπος του ‘40». Τα δημιούργησαν οι Έλληνες που «τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν».

 

Ήταν οι μέρες που την Ευρώπη σάρωνε η λαίλαπα της ναζιστικής Γερμανίας, της υπερδύναμης που μετέτρεψε σε ερείπια μια ολόκληρη ήπειρο. Τα ευρωπαϊκά κράτη, Πολωνία, Δανία, Νορβηγία, Βέλγιο, Γαλλία, το ένα μετά το άλλο, μην δυνάμενα να αναχαιτίσουν τη γερμανική επέλαση, ενέδιδαν στα ιμπεριαλιστικά σχέδια του Αδόλφου Χίτλερ.

Έτσι, κύριος πλέον της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης, είχε ως επόμενο στόχο τα Βαλκάνια. Την επιχείρηση των Βαλκανίων ανέλαβε ο σύμμαχός του, Ιταλός δικτάτωρ Μπενίτο Μουσολίνι, ο οποίος, αφού κατέλαβε την Αλβανία, ετοιμαζόταν να επιτεθεί κατά της Ελλάδος. Η υποταγή της Ελλάδος, πίστευε ο Μουσολίνι, δεν θα ήταν παρά θέμα ολίγων ημερών. Πόσο οικτρά διαψεύσθηκε!

Οι εκφοβισμοί και οι απειλές που θα χρησιμοποιήσει σε πρώτη φάση θα πέσουν στο κενό. Η Ελλάδα δεν θα ενδώσει στις προκλήσεις του και την αγέρωχη αυτή στάση της δε θα κάμψει ούτε ακόμη κι αυτός ο τορπιλισμός της «Έλλης», το Δεκαπενταύγουστο του 1940 στην Τήνο, η άνανδρη αυτή πράξη που αποτέλεσε και την κορυφαία πρόκληση της Ιταλίας κατά της Ελλάδος. ΄

Έτσι φθάνουμε στο φθινόπωρο του 1940. Βλέποντας ο Μουσολίνι ότι ο χρόνος περνά και η στρατηγική των εκφοβισμών δεν αποδίδει, στις 28 Οκτωβρίου στέλνει τελεσίγραφο (Ultimatum) στην Ελληνική Κυβέρνηση, με το οποίο ζητούσε την ελεύθερη διέλευση των ιταλικών στρατευμάτων μέσω του ελληνικού εδάφους.

Την απάντηση την πήρε αμέσως. Η Ελλάδα απορρίπτει περήφανα το ιταλικό τελεσίγραφο. Σύσσωμος ο ελληνικός λαός θα πει το ιστορικό «ΟΧΙ». «Όχι, δεν θα περάσετε!». Ένα «όχι» που αντήχησε σ’ ολόκληρο τον κόσμο.  (Ένα «Όχι!» που εμένα προσωπικά πάντα μου θύμιζε το περήφανο «Όχι!» του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στο Μωάμεθ τον Πολιορκητή: «Όχι, δεν θα σου παραδώσουμε την Πόλη, κι αυτό είναι κοινή απόφαση όλων μας».)

Χαράματα, λοιπόν, της 28ης Οκτωβρίου 1940 θα ηχήσει το «εναρκτήριο σάλπισμα» του ελληνοϊταλικού πολέμου. Το ανακοινώνει ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών με τη φωνή του τότε εκφωνητή Κώστα Σταυρόπουλου:

«Εδώ Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών. ‘Εκτακτο ανακοινωθέν: Από της 5ης πρωινής σήμερον αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. ΑΙ ΗΜΕΤΕΡΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΑΜΥΝΟΝΤΑΙ ΤΟΥ  ΠΑΤΡΙΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ.»

Με την κήρυξη του πολέμου ο ελληνικός λαός ξεχύθηκε στους δρόμους σ’ ένα παραλήρημα χαράς κι εθνικής υπερηφάνειας. Με ενθουσιασμό και «με το χαμόγελο στα χείλη» έτρεξαν οι φαντάροι μας μπροστά να πολεμήσουν για την τιμή και την αξιοπρέπεια ενός ολόκληρου έθνους.

Και το ελληνικό θαύμα συντελέστηκε για μια ακόμη φορά. Μια χούφτα Έλληνες τα ‘βαλαν με τους πολλούς και νίκησαν. Η τόλμη κι ο ηρωισμός του Έλληνα στρατιώτη συνέτριψαν την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου. Ο στρατός μας μέσα σε λίγο διάστημα κατάφερε, όχι μόνο να αναχαιτίσει τον Ιταλό εισβολέα, αλλά να περάσει γρήγορα και στην αντεπίθεση. Από τις πρώτες κιόλας μέρες του πολέμου, ο ελληνικός στρατός μπαίνει θριαμβευτής στη Β. Ήπειρο: Αργυρόκαστρο, Κορυτσά, Άγιοι Σαράντα, Πρεμετή και άλλες πόλεις της Β. Ηπείρου υποδέχονται με ενθουσιασμό τους Έλληνες στρατιώτες. Επαναλαμβάνεται, έτσι, στη νεότερη Ιστορία μας το θαύμα του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας, όταν τότε λίγοι Έλληνες είχαν πολεμήσει και νικήσει μια ολόκληρη αυτοκρατορία, την περσική, το άκουσμα και μόνο της οποίας, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, προκαλούσε τρόμο.

«Μόνο οι Μαραθωνομάχοι δεν σ’ εδόξασαν, Πατρίδα

Δεν σ’ εδόξασαν μονάχοι οι Τριακόσιοι του Λεωνίδα» (Λ. Μαβίλης)

Το έπος του ’40 είναι, αναμφισβήτητα, το έπος του Έλληνα στρατιώτη. Ο Έλληνας πολεμιστής υπήρξε πιστός στις παρακαταθήκες των προγόνων του, στο «αμύνεσθαι περί πάτρης» και, κυρίως, σ΄ εκείνο του «Επιταφίου» του Περικλή: «εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον», δηλαδή η ευτυχία προϋποθέτει την ελευθερία κι η ελευθερία τη γενναιότητα, την ευψυχία. Με αυτό τον τρόπο απέδειξε πως οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες προκαλώντας παγκόσμιο θαυμασμό. Το πνεύμα, η ευψυχία, νίκησε την ύλη. Όπως είπε κι ο Γερμανός ποιητής Σίλλερ, μι αυτόνομη ψυχή ξέρει από κάθε φοβερό γεγονός να γεννήσει ένα υψηλό. Κι αυτό το υψηλό γεγονός που γεννήθηκε μέσα από τη φρίκη του πολέμου ήταν το λαμπρό Έπος του ’40.

Ο στρατός μας μεγαλούργησε πολεμώντας στα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας. Τα χιόνια και οι κακουχίες δεν έκαμψαν το αλύγιστο φρόνημά του:

«Σ΄ όλη μου τη ζωή ήμουν στον πόλεμο.

Στο ένα μου χέρι, στο ένα μου πόδι επίδεσμοι.

Στο άλλο μου χέρι, στο άλλο μου πόδι λάσπες.

Στα χείλη μου ανάμεσα ένα τριαντάφυλλο

Κι απ’ αυτό κρεμασμένο ένα χαμόγελο. (Ν. Βρεττάκος, «Ο στρατιώτης»)

Οι ήρωες των αιθέρων, οι αεροπόροι μας, εξετέλεσαν απαράμιλλα το καθήκον τους. Ο Έλληνας αεροπόρος «ανέβασε» τη Λευτεριά ως τα ύψη.

Το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό αποδείχτηκε άξιο της παράδοσης των Ελλήνων στη θάλασσα. Το υποβρύχιο «Παπανικολής» με τα κατορθώματά του ετίμησε επάξια το όνομα του μπουρλοτιέρη του ’21.

Στη σημερινή επέτειο χρέος μας, επίσης, ν’ αναφερθούμε και σε μια ξεχωριστή μορφή, την ανώνυμη γυναίκα της Πίνδου. Την αφανή ηρωίδα που σκαρφάλωσε στα κακοτράχαλα και χιονισμένα βουνά, για να φτάσει στην πρώτη γραμμή, μεταφέροντας πολεμοφόδια. Την απλή Ελληνίδα μητέρα, αδερφή και σύζυγο που μέρα νύχτα έπλεκε φανέλες και κάλτσες, για να ζεστάνει το κορμί και τα παγωμένα πόδια του Έλληνα φαντάρου (τότε που τα κρυοπαγήματα ήταν πιο φοβερά -όπως έχει ειπωθεί- κι από τα πυρά των Ιταλών). Την Ελληνίδα εθελόντρια του Ερυθρού Σταυρού, τη γενναία Ερυθροσταυρίτισσα, που έδωσε όλες της τις δυνάμεις για την ανακούφιση του πόνου του πληγωμένου στρατιώτη:

«Γυναίκες Ηπειρώτισσες, ξαφνιάσματα της Φύσης

Εχθρέ γιατί δε ρώτησες ποιον πας να κατακτήσεις;»

Έτσι φθάνουμε στην άνοιξη του 1941. Την εποποιία του ελληνοϊταλικού πολέμου θα διαδεχτεί, δυστυχώς, η γερμανική εισβολή. Στις 6 Απριλίου 1941 ο Χίτλερ με τις ορδές του επιτίθεται στην Ελλάδα. Οι Έλληνες αντιστέκονται με σθένος και αυταπάρνηση στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, κατά μήκος της οχυρής γραμμής Ρούπελ. Ο αντίπαλος όμως υπερτερεί συντριπτικά αριθμητικά και σε οπλικά μέσα. Έτσι, καταλαμβάνεται η Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου και η Αθήνα στις 27 Απριλίου 1941. Το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου θα διεξαχθεί στην Κρήτη μια φοβερή μάχη, η λεγόμενη «Μάχη της Κρήτης», η οποία θα στοιχίσει στις γερμανικές δυνάμεις σημαντικές απώλειες και θα αναγκάσει το Χίτλερ να αναβάλει το σχέδιο «Μπαρμπαρόσα» εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Με τη μάχη της Κρήτης ο ελληνικός λαός ξεκινά ήδη την ηρωική του αντίστασή κατά του κατακτητή.

Ο λαός υπομένει με καρτερικότητα την πείνα και τη βαναυσότητα του εχθρού, όμως η ελληνική ψυχή ποτέ δε συμβιβάστηκε με τον κατακτητή. Νέο κεφάλαιο ιστορικού και εθνικού μεγαλείου: η Εθνική Αντίσταση.

«Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται

με λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δε βολεύονται

κάτου ἀαπ’ τα ξένα βήματα,

αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται

παράὰ μόνο στον ήλιο,

αυτές οι καρδιές δε βολεύονται

παρά μόνο στο δίκιο.»

(Γ. Ρίτσος, «Ρωμιοσύνη»)

Κι η μέρα της Λευτεριάς ήρθε κάποτε. Η κατάρρευση των Δυνάμεων του Άξονα το 1944 σήμανε την απελευθέρωση και για τη χώρα μας. Οι Γερμανοί αποχωρούν αφήνοντας πίσω τους «πικρές γυναίκες με το μαύρο ρούχο να τραβούν μέσα απ΄ τα πηγάδια τις κραυγές αδικοσκοτωμένων» (Ο. Ελύτης).  Ήταν το κόστος σε αίμα που έπρεπε να πληρώσει και η χώρα μας στο βωμό της ναζιστικής θηριωδίας.

Σε έναν τέτοιο πανεθνικό αγώνα δεν ήταν δυνατό να μη συμμετάσχουν τα νησιά μας. Πράγματι, τα Δωδεκάνησα αγωνίστηκαν με όλες τους τις δυνάμεις ενάντια στον Ιταλό και Γερμανό κατακτητή. Και το πλήρωσαν με το ανάλογο τίμημα. Θυμίζουμε τη φοβερή «μάχη της Λέρου», το φθινόπωρο του 1943, όταν το αιγαιοπελαγίτικο νησί δέχτηκε ανελέητο σφυροκόπημα από τα γερμανικά στούκας για 52 ολόκληρες μέρες.

Και άντεξε όρθιο.. Θυμίζουμε, επίσης, το «Σύνταγμα Δωδεκανησίων Εθελοντών» με διοικητή το Μάρκο Κλαδάκη και εθελοντές στρατολογημένους από όλα τα νησιά, ακόμη κι από το Εξωτερικό. Γιατί για τους Δωδεκανήσιους ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία για να ελευθερώσουν την ιδιαίτερη πατρίδα τους που τελούσε υπό ιταλική κατοχή από το 1912. Το Σύνταγμα Δωδεκανησίων Εθελοντών αποτέλεσε τον πυρήνα της 20ης Μεραρχίας, η οποία συγκροτήθηκε για να ενισχύσει το αλβανικό μέτωπο κι ήταν το μοναδικό πλήρως επανδρωμένο κι εξοπλισμένο σύνταγμά της.

Στις επιχειρήσεις κατά του Άξονα στα Δωδεκάνησα διακρίθηκε ο εξ Αλεξανδρείας ανθυπολοχαγός του Ιερού Λόχου, καταδρομέας Στέφανος Καζούλης. Η μητέρα του Στέφανου Καζούλη ήταν κόρη του Στεφάνου Δραγούμη· θείος του ήταν ο Ίων Δραγούμης και θεία του η Ναταλία Δραγούμη, σύζυγος Παύλου Μελά, του Μακεδονομάχου. Ο Στέφανος Καζούλης, αν και έδρασε κυρίως στα Δωδεκάνησα, πέθανε τελικά στις Κυκλάδες, 32 χρονών, σε επιχείρηση κατά των Γερμανών στη Σαντορίνη το 1944.

Επίσης, ας μην παραλείψουμε να αναφέρουμε την ηρωική μορφή του Χαλκίτη λοχαγού Διογένη Φανουράκη, ο οποίος υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός στην 13η Μεραρχία Αρχιπελάγους στην Αλβανία, συμμετέχοντας στην κατάληψη της Κορυτσάς και στη μάχη του Πόγραδετς. Μετά την γερμανική εισβολή στην Ελλάδα ο Φανουράκης φεύγει στη Μέση Ανατολή όπου πολεμά με τις ελληνικές δυνάμεις στο πλευρό των συμμάχων.

Η τελευταία πράξη του δράματος θα γραφτεί για το γενναίο υπολοχαγό την 1η Νοεμβρίου 1944: οι Γερμανοί του στήνουν ενέδρα, αλλά καταφέρνει να γλιτώσει. Κι ενώ οι κατακτητές είχαν μαζέψει στην πλατεία του χωριού 10 κατοίκους κι απειλούσαν να τους σκοτώσουν αν δεν κατέδιδαν τον Φανουράκη, εκείνος, προκειμένου να μη χαθούν εξαιτίας του αθώες ψυχές παραδόθηκε, αφού πρώτα αποχαιρέτησε τους συνεργάτες του και τους έδωσε ψύχραιμα τις τελευταίες οδηγίες.

Στη συνέχεια παρουσιάστηκε στην πλατεία, όπου ξεκίνησε συμπλοκή και τραυματίστηκε θανάσιμα. Ο επικεφαλής του γερμανικού αποσπάσματος θαύμασε την ανδρεία του: ζήτησε να δει το νεκρό και τον χαιρέτησε, αποδίδοντάς του τιμές. Ήταν 1η Νοεμβρίου 1944 και το νήμα της ζωής του λοχαγού Φανουράκη κοβόταν στα 32 του χρόνια, όπως και του Στεφάνου Καζούλη την ώρα της θυσίας. Και οι δύο αγωνίστηκαν για την ελληνικότητα των αιγαιοπελαγίτικων νησιών, γι’ αυτό που αργότερα επισφράγισε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τα λόγια του: «η ελληνικότητα των νήσων του Αιγαίου είναι ιστορικά απαράγραπτη και εθνικά αδιαπραγμάτευτη».

Στους ηρωικούς ανθυπολοχαγούς, Στέφανο Καζούλη, Διογένη Φανουράκη, Αλέξανδρο Διάκο (αλλά και στον κάθε Έλληνα στρατιώτη ή αξιωματικό που έγραψε με το αίμα του το μεγαλειώδες Έπος του ’40),  αφιερώνουμε κλείνοντας τους κορυφαίους στίχους του Νομπελίστα μας Οδυσσέα Ελύτη, επίσης πολεμιστή στην πρώτη γραμμή του μετώπου από το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»: 

Ήταν γενναίο παιδί.

 Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά

και το πιστόλι του

 Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά

 Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι […]

 Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε

 Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν

 Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής

 Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο

 Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες

της ερημίας

 Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας

 Δεν έκλαψαν

 Γιατί να κλάψουν

 Ήταν γενναίο παιδί!