Περιβάλλον και τουρισμός: Το μοντέλο περιβαλλοντικής αποτίμησης DPSIR

Των Δημήτρη Προκοπίου- Γιώργου Μαυριδόγλου

 

Η Ελλάδα είναι μια μικρή σε έκταση χώρα στην Νότια Ευρώπη, με χαρακτηριστικό της την μεγάλη ακτογραμμή και το μεγάλο πλήθος νησιών. Η έκταση της Ελλάδος την κατατάσσει, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, στην 97η θέση παγκοσμίως ενώ το μήκος της ακτογραμμής της στην 9η θέση παγκοσμίως.

Η αναλογία της ακτογραμμής προς την συνολική περίμετρο φτάνει στο 92%.  Το πλήθος των Ελληνικών νησιών και βραχονησίδων ξεπερνά τα 6000 με τα 117 από αυτά να είναι κατοικήσιμα, εκ τον οποίων τα 89 με πάνω από 30 κατοίκους,  τα περισσότερα από τα οποία στο Αιγαίο Πέλαγος, λιγότερα στο Ιόνιο και ελάχιστα στο Λιβυκό Πέλαγος.

Τα νησιά του Αιγαίου χωρίζονται σε επτά συμπλέγματα (Κρήτη, Εύβοια, νησιά Βορειοανατολικού Αιγαίου, Σποράδες, Κυκλάδες, Δωδεκάνησα και νησιά του Αργοσαρωνικού) ενώ του Ιονίου Πελάγους σε ένα (Επτάνησα) ενώ υπάρχουν και αρκετά νησιά που δεν υπάγονται σε κάποιο σύμπλεγμα, ενώ υπάρχουν και δυο εσωτερικά νησιά.

Το ήπιο κλίμα της Ελλάδος με το ζεστό καλοκαίρι και την μειωμένη βροχόπτωση καθώς και η φυσική ομορφιά και το παρθένο περιβάλλον των περιοχών αυτών τα έκανε σημαντικούς τουριστικούς προορισμούς από το 1960 και μετά για κατοίκους άλλων ευρωπαϊκών και μη κρατών.

Η τουριστική ανάπτυξη αλλοίωσε σημαντικά την ζωή των κατοίκων των νησιών μετατρέποντας τους από εργάτες της γης και της θάλασσας σε παρόχους τουριστικών υπηρεσιών, χωρίς όμως να έχουν κάποια ειδική εκπαίδευση πάνω σε αυτό.

Επίσης η κεντρική κυβέρνηση και οι τοπικές αρχές δεν σχεδίασαν την τουριστική ανάπτυξη των περιοχών αυτών στηριζόμενοι σε δείκτες αειφορίας αλλά μόνο στην οικονομική ανάπτυξη και την προσέλκυση νέων τουριστών. Η άναρχη αυτή ανάπτυξη των υποδομών τουρισμού καθώς και η συνεχόμενα αυξανόμενα ζήτηση για τουριστικές υπηρεσίες οδήγησαν σε αδιέξοδο.

Τα προβλήματα στο περιβάλλον και ο ανταγωνισμός με άλλες τουριστικά ανεπτυγμένες μεσογειακές χώρες οδήγησε την κεντρική κυβέρνηση να οδηγηθεί σε δημιουργία έργων υποδομής, όμως παρέμεινε η ανεξέλεγκτη οικιστική ανάπτυξη και η  επιβάρυνση του περιβάλλοντος.

Η μοναδική δύναμη ελέγχου είναι η τουριστική αγορά καθώς ο περιορισμένος αριθμός καταλυμάτων οδηγεί αρχικά στην αύξηση του κόστους διακοπών και κατόπιν στην αναζήτηση νέων προορισμών. Αυτό οδηγεί στην τουριστική ανάπτυξη και μικρότερων νησιών ακολουθώντας πάλι το ίδιο μοντέλο υπερχρήσης των πόρων του περιβάλλοντός.

Η  νησιωτική Ελλάδα μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει νησιά με έντονη ανάπτυξη υποδομών τουρισμού (όπως η Μύκονος, η Σαντορίνη, η Ρόδος κλπ), νησιά που βρίσκονται σε διαδικασία ανάπτυξης των υποδομών τουρισμού (όπως η Νάξος, η Ιθάκη κλπ) και νησιά που δεν έχουν καθόλου τουριστικές υποδομές όμως έχουν αξιόλογη τουριστική επισκεψιμότητα.

Από την αρχή της δεκαετίας του 1990 ξεκινά η συζήτηση για την υπερβολική χρήση των πόρων στις τουριστικές περιοχές και την ανάγκη για δημιουργία υποδομών αειφόρου ανάπτυξης.

Ο αειφόρος τουρισμός σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού (WTO) ορίζεται ως ο τουρισμός που καλύπτει τις ανάγκες των τουριστών αλλά και των περιοχών υποδοχής, και την ίδια ώρα προστατεύει και αναπτύσσει ευκαιρίες για το μέλλον.

Εστιάζεται στην διαχείριση των πηγών με τέτοιο τρόπο που όλες οι ανάγκες περιβαντολογικές, οικονομικές και αισθητικές συναντώνται, ενώ η πολιτιστική ακεραιότητα, οι βασικοί οικολογικοί δείκτες η βιοποικιλότητα και τα συστήματα υποστήριξης της ζωής είναι σεβαστά.

Η εκπλήρωση των παραπάνω  απαιτεί αρχικά την ύπαρξη ενός πλαισίου συλλογής δεδομένων για την αξιολόγηση της επίτευξης των παραπάνω στόχων καθώς επίσης και για τον σχεδιασμό, υλοποίηση και αξιολόγηση πολιτικών.

Η περιβαλλοντικές επιπτώσεις της οικονομικής ανάπτυξης είναι ίσως ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα με τα οποία είναι σήμερα αντιμέτωπη η ανθρωπότητα. Ωστόσο σε κανέναν άλλο τομέα της οικονομίας η περιβαλλοντική διάσταση δεν έχει τόση σημασία όσο στον τουρισμό, καθώς το περιβάλλον αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του τουριστικού προϊόντος.

Με αυτή την έννοια έχει μεγάλη σημασία η αναζήτηση, ο σχεδιασμός και η ανάπτυξη μεθόδων που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην αναγνώριση των τόσο των δυνατοτήτων όσο και των ορίων της τουριστικής ανάπτυξης μιας περιοχής και ιδιαίτερα των παράκτιων περιοχών που αποτελούν τον βασικό τουριστικό πλούτο της χώρας μας.

Με δεδομένη την πολυπλοκότητα του τουριστικού προϊόντος ωστόσο, οι ενδείξεις αυτές δεν είναι εύκολο να ποσοτικοποιηθούν, με έναν ενιαίο τρόπο ώστε να μπορέσουν,   να αποτελέσουν αντικειμενικά αλλά και συγκρίσιμα κριτήρια αξιολόγησης της ν κάθε περιοχής για να βοηθήσουν αποτελεσματικά στη διαμόρφωση της τουριστικής πολιτικής.

Η βιώσιμη ανάπτυξη  σχετίζεται άμεσα με το φυσικό κεφάλαιο μια και εξασφαλίζει τη διατήρηση του περιβάλλοντος

Σήμερα οι θεωρίες της βιώσιμης ανάπτυξης και περιβαλλοντικής-οικολογικής οικονομίας  βασίζονται σε χρήσιμα εργαλεία περιβαλλοντικών   δεικτών. Αυτοί μας οδηγούν στην αποτίμηση και περιγραφή των περιβαλλοντικών   καταστάσεων και επιπτώσεων.

Οι οικονομίες πλέον δεν βασίζονται σε δύο παραμέτρους την εργασία και το κεφάλαιο αλλά η περιβαλλοντική οικονομία θεώρει ότι υπάρχουν τρεις παράμετροι εργασία, φυσικό κεφάλαιο  και ανθρώπινο κεφάλαιο. Το φυσικό κεφάλαιο περιλαμβάνει φυσικά συστήματα ποτάμια, λίμνες, δάση, χλωρίδα, πανίδα και έδαφος, αγροτικά προϊόντα, αλιευτικά προϊόντα, κυνήγι, και προϊόντα που συγκεντρώνονται στην καλλιτεχνική και πολιτιστική παράδοση. Η φύση είναι απαραίτητο στοιχείο για όλα τα παραπάνω

Το  υφιστάμενο αναπτυξιακό μοντέλο του μαζικού τουρισμού χωρίς ανάπτυξη υποδομών που ακολούθησε η χώρα επί δεκαετίες είναι σε πολλές  περιοχές ήδη κορεσμένο και υπάρχει ανάγκη υποδομών. Σε κάποιες περιοχές υπάρχουν προοπτικές ανάπτυξης ενώ σε κάποιες περιοχές που δεν είναι αναπτυγμένες πρέπει ο τουρισμός να αναπτυχτεί σε άλλα πρότυπα.

και για αυτό οι περιοχές υποδοχής μπορεί να ιδωθούν ως κοινωνικό-οικολογικό σύστημα (SES) με σύστημα μέτρησης και αξιολόγησης δράσεων το Driver-Pressure- State – Impact - Response πλαίσιο (DPSIR). 

Το πλαίσιο αυτό αναπτύχθηκε από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD) και την Ευρωπαϊκή     Επιτροπή Περιβάλλοντος, με στόχο την κατάλληλη προσαρμογή της διοίκηση σε κοινωνικό-οικολογικά συστήματα (SESs).

Το DPSIR είναι εξέλιξη του πλαισίου Stress – Response (S-R) που ανέπτυξε η Στατιστική Αρχή του Καναδά. Ο OECD χρησιμοποίησε το πλαίσιο S-R για την εξέλιξη των περιβαλλοντικών επιδόσεων, χρησιμοποιώντας ένα πυρήνα δεικτών.

Η λογική ήταν διπλή , από την μια πλευρά το νέο πλαίσιο μέσα από την μεταφορά της πληροφορίας στους ενδιαφερόμενους να ενισχύσει την διαδικασία λήψης απόφασης   καθώς επίσης να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο αξιολόγησης των ενεργειών και πολιτικών που υλοποιούνται.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Περιβάλλοντος οι 5 παράγοντες του υποδείγματος ορίζονται ως εξής :

• ο όρος drivers περιγράφει τις αλλαγές στον τρόπο ζωής των ατόμων, την οικονομική, κοινωνική και δημογραφική ανάπτυξη του πληθυσμού,

• ο όρος pressure περιγράφει την ανάπτυξη απελευθέρωσης ουσιών, χρήση πόρων και γης για ανθρώπινη δραστηριότητα,

• ο όρος state περιγράφει την ποσότητα και την ποιότητα φυσικών , βιολογικών και χημικών φαινομένων στην περιοχή μελέτης,

• ο όρος impact περιγράφει τις συνέπειες που προκαλούν οι μεταβολές των μετρήσιμων μεγεθών του όρου state, στην υγεία των ατόμων και του οικοσυστήματος, την διαθεσιμότητα πόρων και την βιοποικιλότητα,   

• Ο όρος response περιγράφει τις δράσεις από ομάδες και την κυβέρνηση που προκαλούν αλλαγές στα μετρήσιμα μεταβλητές του state.

Το πλαίσιο DPSIR χρησιμοποιείται σε όλα τα οικοσυστήματα ως μηχανισμός παρουσίασης της αλυσίδας αιτιών και αποτελεσμάτων. Έχει χρησιμοποιηθεί σε αρκετές τέτοιες μελέτες παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα για την πρόβλεψη των συνεπειών δράσεων στο περιβάλλον.