Το πέναλτι, το φάουλ, το γκολ:  Η  ιστορία των λέξεων  του ποδοσφαίρου

Η προέλευση του ποδοσφαίρου χάνεται κυριολεκτικά στα βάθη του παρελθόντος. Υπάρχουν ιστορικά αρχεία που μαρτυρούν την ύπαρξη τύπων ποδοσφαίρου στην Κίνα, στην αρχαία Ελλάδα και Ρώμη. Παίζονταν πολλά παιχνίδια με αντικείμενα που έμοιαζαν με τη σημερινή μπάλα. Δεν μπορούμε όμως να πούμε με βεβαιότητα, ότι το ποδόσφαιρο αποτελεί την απευθείας εξέλιξη κάποιου από αυτά τα παιχνίδια της αρχαιότητας.

Το όνομα του αθλήματος στα ελληνικά είναι σύνθετη λέξη και προέρχεται από τις λέξεις πόδι και σφαίρα(μπάλα), κατά αναλογία του αγγλικού football. Στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε ο όρος association football για να γίνεται διάκριση από άλλες μορφές ποδοσφαίρου που διεξάγονταν την εποχή εκείνη και ειδικότερα από το ράγκμπι (rugby football). Επίσης, στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιείται ο όρος soccer ,που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1880 στην Αγγλία από τη σύντμηση των λέξεων social ceremony(κοινωνική τελετή).

Υπάρχουν πάνω από 600 λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται ως όροι του ποδοσφαίρου. Οι κυριότεροι είναι οι εξής:

Το πέναλτι: το  πέναλτι αποκαλείται στην ποδοσφαιρική ορολογία και « εσχάτη των ποινών» και έχει την καταγωγή της  στην ελληνική λέξη  ποινή. Η ελληνική λέξη σήμαινε αρχικά την τιμή του αίματος, την εκδίκηση για έγκλημα που διαπράχθηκε. Περνάει στα λατινικά ως poena όπου η σημασία της διευρύνεται: αφενός σημαίνει «πρόστιμο» και «τιμωρία» και αφετέρου «πόνος, λύπη, βάσανα». Αργότερα έχουμε το παράγωγο poenalis  «ο ποινικός», και το μεσαιωνικό λατινικό ουσιαστικό poenalitas «τιμωρία, πρόστιμο». Από εκεί η λέξη περνάει μεταξύ άλλων στα αγγλικά, με δύο μορφές, ως penality και ως penalty, από τις οποίες η δεύτερη τελικά επικράτησε.

Το αράουτ: όταν το ποδόσφαιρο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα από τα πληρώματα των εγγλέζικων πλοίων που ναυλοχούσαν στο λιμάνι του Πειραιά, οι ντόπιοι άκουγαν τους Άγγλους ναυτικούς να φωνάζουν "our out"(δικό μας) όποτε η μπάλα έβγαινε πλάγιο, διεκδικώντας το για λογαριασμό της ομάδας του ο καθένας . Το "our out" στ' αυτιά και στη γλώσσα τον Ελλήνων έγινε πολύ γρήγορα "αράουτ" και έτσι καθιερώθηκε.

Το γήπεδο: από τις λέξεις γη+ πέδον (< πόδι =αυτό πάνω στο οποίο τοποθετείται το πόδι,
το έδαφος, η γη). Αρχικά είχε την σημασία του χωραφιού, στην συνέχεια του κήπου κοντά σε σπίτι και στην σύγχρονη εποχή απέκτησε την σημασία του χώρου πραγματοποίησης αθλητικών αγώνων.

Η  μπάλα: από την ιταλική λέξη palla . Aξιοσημείωτο είναι πως ο αρχαίος λεξικογράφος Ησύχιος αναφέρει τον τύπο πάλλα = σφαίρα κατασκευασμένη από διάφορα νήματα. Στα νεοελληνικά αποδίδεται με τον όρο «σφαίρα» .

Η πάσα: από το ιταλικό passare =περνώ .Έτσι στο ποδόσφαιρο έχει την σημασία του «περνώ, μεταβιβάζω την μπάλα από παίκτη σε παίκτη».

Η σέντρα: το χτύπημα της μπάλας προς το κέντρο της αντίπαλης άμυνας. Προέρχεται από το αγγλικό  center. Οι Άγγλοι  το δανείστηκαν από το λατινικό centrum το οποίο έχει τις ρίζες του στο αρχαιοελληνικό «κέντρον». Από δω και οι λέξεις  σέντερ μπακ (κεντρικός αμυντικός), σέντερ φορ ( κεντρικός επιθετικός).

Το ντέρμπι: από την ομώνυμη περιοχή της Αγγλίας, όπου ο κόμης της  Edward Stanley καθιέρωσε αγώνες ιπποδρομίας που είχαν προκαλέσει το τεράστιο ενδιαφέρον των φανατικών θεατών τέτοιων αγώνων. Έτσι  έμεινε το όνομα του τοπωνυμίου Derby για οποιονδήποτε αγώνα είναι ιδιαίτερης σημασίας, ή προσελκύει φανατικούς οπαδούς.

Το σκορ: από την αγγλική λέξη score < scora =αρχικά σήμαινε τις χαρακιές, τις εγκοπές που χάρασσαν σε ράβδο ή σε κάποιο πίνακα για να κάνουν μετρήσεις και υπολογισμούς. Από τον 17ο αιώνα άρχισε να σημαίνει «σύνολο βαθμών σε αγώνα ή αναμέτρηση».

Ο διαιτητής: από το αρχαίο ρήμα διαιτώμαι = κρίνω ,αποφασίζω ως μεσολαβητής. Ήδη από την αρχαιότητα διαιτητής αποκαλούνταν  ο ρυθμιστής ή κριτής μιας διαφοράς μεταξύ πολιτών και με την σημασία αυτή καθιερώθηκε και στον αθλητισμό (αγγλικά ρέφερι από το refer =παραπέμπω , αναφέρω).

Ο επόπτης: από το επί+ το ρήμα όπωπα= έχω δει. Η λέξη  δήλωνε από την αρχαία εποχή τον επιβλέποντα  ή επιτηρητή (αλλιώς λάισμαν από το αγγλικό linesman =ο άνθρωπος που προσέχει τις γραμμές).

Το κόρνερ: παράγεται  από την αγγλική λέξη corner, που σημαίνει γωνία, γιατί εκτελείται από την κοντινότερη γωνία του γηπέδου σε σχέση με το σημείο που έγινε η παράβαση. Η επίσημη ονομασία του στα ελληνικά είναι γωνιαίο λάκτισμα.

Το φάουλ: είναι ένας από τους πιο διάσημους αθλητικούς όρους, καθώς συναντάται σε πάρα πολλά, κυρίως ομαδικά, αθλήματα. Η λέξη φάουλ, ετυμολογικά βγαίνει από την αγγλική λέξη foul, που σημαίνει, ο βρώμικος, αντικανονικός, αυτός που δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες ενός παιχνιδιού.

Το γκολ: η  λέξη γκολ προέρχεται από την Αγγλική goal που σήμαινε αρχικά το καταληκτικό σημείο μιας διαδρομής. Στην συνέχεια σήμαινε «αυτό στο οποίο στοχεύει κάποιος, ο σκοπός» ,για να μεταφερθεί και στα ποδοσφαιρικά γήπεδα ως ο στόχος του κάθε παίχτη.

Το σουτ: από την αγγλική λέξη shoot : χτυπώ από απόσταση, εκτοξεύω, πυροβολώ. Στα ελληνικά ισοδυναμεί με την λέξη βολή.

Η εστία: αλλιώς και τέρμα. Κατάγεται από τον αρχαιοελληνικό όρο εστία= το σπίτι, η οικογένεια και ουσιαστικά αυτό σημαίνει και στο ποδόσφαιρο: το «σπίτι» της μιας ομάδας, η περιοχή της ,η οποία πρέπει να παραβιαστεί από την αντίπαλη ομάδα προκειμένου να σημειωθεί γκολ.

Το λάκτισμα: σημαίνει χτύπημα με το πόδι  και ετυμολογικά προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη λακτίζω (< λάξ =με κλοτσιές)  που σημαίνει κλωτσώ.

Η κάρτα (κίτρινη-κόκκινη): αφετηρία της λέξης είναι η αρχαία λέξη  χάρτης (= φύλλο χαρτιού κατασκευασμένο από χωριστά στρώματα παπύρου), ο οποίος μέσω του λατινικού τύπου charta πέρασε στην Αγγλία ως card και επέστρεψε στην Ελλάδα ως το αντιδάνειο κάρτα.

Το δοκάρι: υποκοριστικό της λέξης δοκός< δέχομαι =αυτό που «δέχεται» το βάρος μιας κατασκευής. Έτσι και  στο ποδόσφαιρο τα δοκάρια «δέχονται» το βάρος της κατασκευής των τερμάτων των δύο ομάδων .

Μαρκάρω: Ως ποδοσφαιρικός όρος σημαίνει εμποδίζω, απομονώνω από τους συμπαίκτες του έναν  αντίπαλο παίκτη ώστε να μην μπορεί να πάρει την μπάλα .Προέρχεται από το ιταλικό ρήμα marcare =μαρκάρω ,σημαδεύω. Το μαρκάρισμα στην αρχαιότητα γινόταν με την χρήση  ενός  πυρακτωμένου σίδερου με το οποίο χάραζαν το σώμα ενός ατόμου που έπρεπε οι άλλοι να αποφεύγουν και να απομονώνουν π.χ ενός προδότη, ενός εγκληματία.