«Η αποικία της λήθης»: Το βιβλίο της Κλαίρης Θεοδώρου για το θεραπευτήριο της Λέρου

Λέρος 1975. Ένα αρματαγωγό του Πολεμικού Ναυτικού προσεγγίζει το λιμάνι του μικρού, ακριτικού νησιού.

Μέσα του, δεμένοι χειροπόδαρα, άντρες και γυναίκες, επιβάτες σε ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή με προορισμό την «Αποικία», όπως αποκαλούν οι ντόπιοι το ίδρυμα, που, παρά την αποστροφή που τους προκαλεί, τους εξασφαλίζει το ψωμί τους.  Ανάμεσα στα ανθρώπινα ράκη που καταφθάνουν στο νησί είναι και ο δεκαεξάχρονος Άλκης.

Ο δικός του εγκλεισμός όμως, όπως και κάποιων άλλων που νοσηλεύονται στη Λέρο, ουδεμία σχέση έχει με κάποια ψυχική ασθένεια. Οικογενειακά μυστικά που δεν μπορούν να βγουν στο φως της συντηρητικής κοινωνίας, ανίερα ερωτικά πάθη και αναπηρίες κάθε μορφής θάβονται εκεί μια για πάντα. Άνθρωποι ξεγραμμένοι, με το κλειδί της τύχης τους πεταμένο στα αζήτητα, καλούνται να συμβιώσουν σε ένα περιβάλλον εχθρικό και τρομακτικό συνάμα. 

Χρόνια αργότερα, η νεαρή Έλλη προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεδιαλύνει το θολό παρελθόν της οικογένειάς της. Εγκλωβισμένη σε έναν κυκεώνα σκοτεινών μυστικών, αμφιταλαντεύεται μεταξύ αλήθειας και ψέματος, έρωτα και απελπισίας.

Η Έλλη παλεύει να καταλάβει, να συγχωρέσει, να προχωρήσει. Μονάχα όμως η αλήθεια, όσο σκληρή κι αν είναι, μπορεί να της χαρίσει μια φυσιολογική ζωή. Γιατί «είναι πολύ άσχημο να μην έχει κανείς μέλλον, είναι όμως κυριολεκτικά αφόρητο το να μην έχει παρελθόν». Μιλάμε με την Κλαίρη Θεοδώρου, συγγραφέα του βιβλίου «Η αποικία της λήθης», εκδόσεις Ψυχογιός.

–Πως ασχοληθήκατε με το ψυχιατρείο της Λέρου;

Επισκέφτηκα πρώτη φορά τη Λέρο το καλοκαίρι του 1993, όταν ήμουν μόλις δεκαοχτώ χρονών. Ήταν οι πρώτες διακοπές που έκανα με φίλους και μας διακατείχε όλους μια δίψα για εξερεύνηση και ανακάλυψη. Το Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου και το σκοτεινό παρελθόν του κέντρισε το ενδιαφέρον όλων μας, περισσότερο όμως το δικό μου. Πρωτόγνωρα συναισθήματα ξύπνησαν μέσα μου σε συνδυασμό με μια ακαταμάχητη έλξη, μια έντονη επιθυμία να μάθω όχι μόνο την ιστορία του, αλλά και γενικότερα κάθε τι σχετικό με αυτό.

Φωτογράφιζα μανιωδώς εκείνες τις δυο εβδομάδες των καλοκαιρινών διακοπών τις απόκοσμες αυτές εγκαταστάσεις, αναγκάζοντας τους φίλους μου με το ζόρι να επιστρέφουμε ξανά και ξανά, σχεδόν καθημερινά κοντά τους. Φτάσαμε στο σημείο να μου λένε μεταξύ σοβαρού και αστείου, πως αν επέμενα ακόμα μια φορά να ξαναπάμε εκεί τριγύρω, προκειμένου να ξαναδώ το μέρος, θα με άφηναν εκεί για πάντα! Δεν πτοήθηκα.

Έσερνα μια παρέα πέντε νεαρών ατόμων σχεδόν καθημερινά κάπου γύρω από τα συγκεκριμένα ρημαγμένα κτίρια, προσπαθώντας να βρω κάποιο τρόπο να τρυπώσω μέσα και δίνοντας παράλληλα μια άλλη διάσταση στις ανέμελες καλοκαιρινές διακοπές που είχαν φανταστεί οι φίλοι μου. Για κάποιον περίεργο λόγο όμως ήμουν από τότε σίγουρη: ο τόπος αυτός κάτι σήμαινε για μένα και σίγουρα θα συνδεόμουν μαζί του σε κάποια φάση της ζωής μου.

Από τότε ξαναπήγα αρκετές φορές στη Λέρο. Το νησί με τράβαγε πάντα σαν μαγνήτης, ήταν σαν να ζητούσε, να απαιτούσε σχεδόν κάτι από μένα. Είκοσι χρόνια και πολλές φωτογραφίες αργότερα, μια ιστορία άρχισε αργά αλλά σταθερά να αποκτά υπόσταση. Αυτή της “Αποικίας της Λήθης”.

–Ήταν εύκολο να βρείτε ιστορικές πηγές για το Θεραπευτήριο;

Όχι, δεν ήταν εύκολη η συγκεκριμένη έρευνα. Πλήθος σχετικών πηγών υπάρχουν φυσικά στο διαδίκτυο, πολλές φορές όμως οι πληροφορίες αυτές ήταν μεταξύ τους αντικρουόμενες, γεγονός που δυσχέρανε ουσιαστικά το έργο μου. Παράλληλα χρειάστηκε να συνομιλήσω με ανθρώπους που είτε έζησαν είτε σχετίζονται με το νησί με κάποιο τρόπο, έψαξα αρχεία και παρακολούθησα δύο εξαιρετικά Ντοκιμαντέρ, το «Island of Outcasts» (Jane Gabriel, 1990) και το «Η ελευθερία είναι θεραπευτική» (Ανδρέας Λουκάκος, 2003).

Και, αφού συνέλεξα όλες τις πληροφορίες, τις ξεκαθάρισα και τις ταξινόμησα, ασχολήθηκα στη συνέχεια, στηριγμένη και στο ένστικτο μου,  με τη σύνθεσή τους. Βέβαια, παρόλο που ήταν πρωταρχικής σημασίας για μένα το να είναι το σχετικό ιστορικό πλαίσιο σωστό και ακριβές, γεγονός που νομίζω πως κατάφερα, σε καμία περίπτωση το βιβλίο μου δεν αποτελεί ιστορικό ντοκουμέντο. Η υπόθεση του βιβλίου μου είναι καθαρά προϊόν μυθοπλασίας.

–Οι αζήτητοι όπως τους έλεγαν, αποτελούσαν μέρος της σύγχρονης ιστορίας του νησιού…

Ακριβώς! Πρόκειται είτε για ανθρώπους, όπως η περίπτωση του Άλκη που κατέληγαν στη Λέρο με πλαστά χαρτιά, προκειμένου οι οικογένειες τους να θάψουν μυστικά και να αποφύγουν την κοινωνική διαπόμπευση είτε αληθινά άρρωστους ανθρώπους, που με μοναδικό κριτήριο την έλλειψη επισκεπτηρίου από συγγενείς τους και προκειμένου να ανακουφιστούν οι ήδη υπερπλήρεις ψυχιατρικές, νοσοκομειακές δομές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, κατέληγαν στη Λέρο.

Και μάλιστα πολλοί από αυτούς έχαναν κατά τη μεταφορά τους στο νησί ακόμα και το όνομά τους. Αλλά δεν ήταν λίγοι και εκείνοι που έχοντας καρφιτσωμένο σε ένα καρτελάκι στα ρούχα τους έναν αριθμό, που αντιστοιχούσε σε μια συγκεντρωτική κατάσταση με ονόματα, έχαναν στο ταξίδι το καρτελάκι με επακόλουθο να χάνουν για πάντα και την ταυτότητα τους.

–Αναπόσπαστο κομμάτι της «Αποικίας» και ο Αλκης;

Ο Άλκης βρίσκεται στην «Αποικία» όντας ένας «από τους άλλους». Δεν έχει κάποιο ψυχιατρικό πρόβλημα, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι στο επίγειο αυτό κολαστήριο, αναγκάζεται όμως να ζήσει και να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον εξαιρετικό εχθρικό και επικίνδυνο και να συγχρωτιστεί με ανθρώπους που ούτε στους πιο φριχτούς εφιάλτες του δεν θα είχε γνωρίσει ποτέ υπό άλλες συνθήκες. Παρόλα αυτά, ακόμα και σε αυτόν τον σκοτεινό τόπο, ο Άλκης καταφέρνει να βιώσει την αληθινή φιλία και να βρει διεξόδους.

–Το έχετε καλύψει φωτογραφικά το θέμα;

Όχι, έχω κάποιες σκόρπιες φωτογραφίες κυρίως των εγκαταστάσεων και κάποια πορτρέτα ασθενών που περιφέρονταν στο νησί τη δεκαετία του 90, όχι όμως κάτι ολοκληρωμένο. Πήγα πρώτη φορά στη Λέρο το Καλοκαίρι του 1993 και το τοπίο τότε είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει μέσω των χρηματοδοτούμενων Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων.

Εγώ ήμουν μόλις δεκαοχτώ χρονών και, παρόλο που κυκλοφορούσα πάντα με μια φωτογραφική μηχανή στα χέρια, δεν κατάφερα – παρά την έλξη που μου προκαλούσε το συγκεκριμένο μέρος – να το προσεγγίσω. Και δεν είναι πως δεν προσπάθησα. Μέχρι και τρύπες στο συρματόπλεγμα έψαξα να βρω, κατάφερα μόνο να χωθώ σε ένα χώρο που μάλλον ήταν παλιά εγκαταλελειμμένη αποθήκη από την ιταλική κατοχή. Ευτυχώς δεν με πήρε είδηση κανείς, όμως δεν μπόρεσα να φωτογραφίσω πράγματα και ανθρώπους όπως θα ήθελα.

–Μνήμη και λήθη συνεργάζονται; Η μία δίνει στην άλλη ότι της περισσεύει;

Μνήμη και λήθη όχι απλά συνεργάζονται, αλλά είναι αναπόσπαστα δεμένες η μία με την άλλη. Ένας καθηγητής μου κάποτε στο Πανεπιστήμιο μας έλεγε ότι δεν υπάρχει καλύτερη μνήμη από τη λήθη κι αυτό γιατί ό,τι θεωρούμε ως λήθη είναι αυτό που έχει εγγραφεί ανεξίτηλα για πάντα στο υποσυνείδητο και βρίσκεται καλά κρυμμένο εκεί μέχρι που να το χρειαστεί η μνήμη και να το ανακαλέσει. Τίποτα, όσο κι αν προσπαθούμε να το διαγράψουμε δεν χάνεται, υπάρχει κάπου εκεί βαθειά, καλά καταχωνιασμένο. Και ευτυχώς που υπάρχει, διότι διαφορετικά θα είχε δυσαναπλήρωτα κενά  η προσωπική μας ιστορία, η ύπαρξή μας όλη.

Του Γιώργου Κιούση

Πηγή: presspublica.gr