Οταν οι άλλοι μας  βγάζουν εκτός εαυτού...

Γράφει η  ψυχολόγος Μαρία Καρίκη

Μερικές φορές αναρωτιόμαστε πώς γίνεται άραγε κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι να μας «ξυπνούν» την κακή εκδοχή του εαυτού μας. Αισθανόμαστε ότι μας φτάνουν στα όριά μας και γινόμαστε σχεδόν ανεξέλεγκτοι ως προς τις αντιδράσεις μας. Σαν να μεταμορφωνόμαστε σε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε. Κάθε φορά λέμε ότι θα προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας ή να μείνουμε αδιάφοροι, αλλά κάθε φορά σχεδόν παρασυρόμαστε και φτάνουμε στην έκρηξη.


Μοιάζει να έχουμε εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο και δεν ξέρουμε πώς να βγούμε από αυτό το επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Συνήθως αναφερόμαστε σε σχέσεις πρωταρχικές που δεν μπορούμε να αποφύγουμε, όπως αυτή του γονέα και του παιδιού ή των συντρόφων μεταξύ τους. Συχνά, σε κάθε σχεδόν οικογένεια παρατηρούμε ότι υπάρχουν συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ δύο μελών που μπορεί να είναι πιο έντονες από ότι με τα άλλα μέλη. Οι τσακωμοί, οι καβγάδες, οι φωνές, οι κατηγορίες ξεφεύγουν αρκετά όταν από μια αφορμή ξεκινάει μια διαφωνία ή μια ενόχληση.

Σε αυτές τις δυσλειτουργικές σχέσεις οι ρόλοι ανάμεσα σε δύο άτομα συνήθως είναι οι εξής: ο ένας μπορεί να είναι παρεμβατικός και ο άλλος να δυσανασχετεί και να μην το ανέχεται, να είναι περιοριστικός ή κατευθυντικός και ο άλλος να πιέζεται και να αντιδρά, να είναι κυριαρχικός και ο άλλος να αισθάνεται υποτιμημένος. Μπορεί, επίσης, ο ένας να επαναλαμβάνεται, να είναι αρνητικός, «τοξικός» άνθρωπος κι ο άλλος να κουράζεται ψυχικά από αυτό. Πολλές φορές συμβαίνει στις σχέσεις αυτές κάποιος από τους δύο να μιλάει ακατάπαυστα και εγωκεντρικά χωρίς να ακούει τον άλλο. Αυτό το φαινόμενο συνήθως καταστρέφει τις σχέσεις, γιατί δηλώνει έλλειψη σεβασμού στην προσωπικότητα και στην ύπαρξη του άλλου ανθρώπου. Καμία σχέση δεν μπορεί να προχωρήσει και να βελτιωθεί όταν δεν υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία, κάτι που προϋποθέτει έναν υγιή διάλογο κι όχι έναν μονότονο, μονόπλευρο μονόλογο.

Συνήθως δεν εγκαταλείπουμε εύκολα τις πρωταρχικές σχέσεις κι ας μας βγάζουν τον χειρότερο εαυτό μας. Ωστόσο, όταν έχουμε δοκιμάσει τα πάντα και βρισκόμαστε σε αδιέξοδο αναρωτιόμαστε τι άλλες επιλογές μπορεί να έχουμε. Πολλές φορές, αν δεν μας κρατούσε η συνείδησή μας, το φιλότιμο και οι ενοχές μας, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και την οριστική ρήξη με κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους. Θεωρητικά είμαστε σίγουροι ότι κάτι τέτοιο θα μας ανακούφιζε και θα μας απελευθέρωνε από έναν μόνιμο πόνο, από μια ανοιχτή πληγή. Κάποιοι, βέβαια, όσο σκληρό και να ακούγεται επιλέγουν αυτό το δρόμο, γιατί αισθάνονται ότι αν δεν το κάνουν θα αρχίσει να κινδυνεύει σοβαρά η ψυχική και σωματική τους υγεία.

Επειδή, όμως, η ρήξη είναι η τελευταία λύση, πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να σκεφτούν τι άλλο μπορούν να κάνουν. Το πρώτο βήμα είναι να αποδεχτούμε ότι αν ο άλλος άνθρωπος δεν έχει εξίσου συνειδητοποιήσει την «κακή» σχέση και δεν κάνει καμία αυτοκριτική επ’ αυτού, τότε είναι σχεδόν παράλογο να περιμένουμε να συμβεί κάποια αλλαγή ή βελτίωση. Άρα, λοιπόν, αποδεχόμαστε την κατάσταση ως έχει, γιατί αν και οι δύο δεν επιθυμούν την αλλαγή σε μια σχέση, τότε αυτή δεν μπορεί να επέλθει.

Στη συνέχεια, αντί να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε, να εξηγήσουμε (κάτι που το έχουμε κάνει άπειρες φορές χωρίς αποτέλεσμα) και να ελπίζουμε –να προσδοκούμε κάποια κατανόηση ή ενσυναίσθηση, καλύτερα θα ήταν να πάρουμε κάποια μέτρα αυτοπροστασίας. Δηλαδή, τι μπορούμε να κάνουμε για να μην αφήνουμε κάθε φορά τον εαυτό μας να πειραχθεί, να πληγωθεί και κατ’ επέκταση να εκραγεί. Θα πρέπει να καλλιεργήσουμε μια συναισθηματική «ανοσία», ώστε να μπορούμε να παραμείνουμε ψύχραιμοι, αδιάφοροι. Να θωρακίσουμε τον εαυτό μας με μια συναισθηματική απόσταση από το άτομο που μας προκαλεί, ώστε να μην επιτρέπουμε να μας φτάνει στα όριά μας.

Η αλήθειά είναι ότι για να φτάνουμε σε αυτό το σημείο, συμμετέχουμε και εμείς με κάποιο τρόπο σε αυτές τις δυσλειτουργικές σχέσεις: ίσως παραδίνουμε σημασία, ίσως παραείμαστε ευαίσθητοι, συναισθηματικοί, εύθικτοι, ίσως μάταια να προσδοκούμε ότι κάτι θα αλλάξει ή ίσως πάλι να έχουμε τόσο ανάγκη αυτή τη σχέση που μας πονάει η ιδέα ότι δεν θα μας κατανοήσει ποτέ ουσιαστικά το άτομο αυτό…

Όπως και να έχει πάντως, το σημαντικό είναι ότι από ένα σημείο και μετά οφείλουμε να προστατευθούμε από τη φθορά, από την απογοήτευση και το θυμό. Όταν κάτι δεν μπορείς να το αλλάξεις, μπορείς να μάθεις να το αποδέχεσαι, χωρίς όμως υπερβολική συναισθηματική εμπλοκή. Προσπαθείς να το εκλογικεύσεις, να πάρεις την απόστασή σου και να αναζητήσεις αλλού αυτό που δεν εισπράττεις και που είναι σημαντικό για σένα…