Οι υπαίθριοι ζωγράφοι της Ρόδου

Γράφει στην The Ηuffington Post ο Μανώλης Δημελλάς

Από τα μάτια τρυπώνουν όλα τα μηνύματα κι αυτά, όπως λένε, χαράσσουν πάνω τους τον χαρακτήρα, τις επιθυμίες μα και τις ανείπωτες ταλαιπώριες των ανθρώπων. Πάνω τους βγαίνει όλο το είναι της ψυχής και εκείνος που δίνει χρόνο και με ειλικρίνεια τα σπουδάζει και τα παρατηρεί, ίσως να ξεχωρίζει την αλήθεια και το ψέμα!

Ο πρόεδρος των υπαίθριων ζωγράφων Ρόδου, ο Γιάννης Χατζηβασίλης, αφήνει κάτω τα πινέλα, κάνει στην άκρη τις μπογιές και με τις λέξεις γίνεται χείμαρρος, παρουσιάζει την εμπειρία του από μια ξεχωριστή δουλειά του δρόμου.
Στην καρδιά μιας εποχής που το είδωλο έχει αποκτήσει κυρίαρχο, ίσως πρωταγωνιστικό ρόλο, κάποιοι ζωγράφοι-πορτραιτίστες επιμένουν να δουλεύουν παραδοσιακά, διαβάζουν και αποτυπώνουν στους καμβάδες τους χαρακτήρες από άγνωστα περαστικά πρόσωπα και έχουν μονάχα έναν μεγάλο εχθρό, τον αδυσώπητα βιαστικό χρόνο του πελάτη.

Ήταν το 1983, όταν μια παρέα άρπαξε τα καβαλέτα και πάνω στους καμβάδες σχεδίαζε και αποτύπωνε με λεπτομέρεια την απόλυτη ευτυχία των διακοπών.
Εκείνα τα χρόνια στην Ρόδο υπήρχαν 28 υπαίθριοι ζωγράφοι, οι περισσότεροι απόφοιτοι από την Καλών Τεχνών, οργανώθηκαν σε σωματείο που σήμερα εξακολουθεί να είναι ενεργό και έχει πρόεδρο τον Καρπάθιο ζωγράφο Γιάννη Χατζηβασίλη.
Οι περισσότεροι πελάτες τους ακόμη και σήμερα, που η δουλειά γίνεται και με μια φωτογραφία, γίνονται μοντέλα, όμως είναι απαιτητικοί, τα έργα των ζωγράφων είναι μοναδικά και πρέπει, επιβάλλεται να πιάνουν τόπο!

Οι καμβάδες και τα ζωντανά χαρτόνια ταξιδεύουν στο εξωτερικό παρέα με τους ανθρώπους που απεικονίζουν και κατακτούν μια θέση στο κέντρο του σπιτιού, πέρα από το σχέδιο και το χρώμα, οι πίνακες μεταμορφώνονται στις πιο γλυκιές άσβεστες μνήμες, το καθαρό κέρδος από τις μέρες ξεγνοιασιάς στο νησί των Ιπποτών.
«Αυτός που με το φως δεν τα πάει καλά, αυτός έχει θέμα και διαλέγει τη συσκότιση. Εδώ στη Ρόδο όλοι εμείς, οι υπαίθριοι ζωγράφοι, παλεύουμε με το φως, φτιάχνουμε πρόσωπα και με μια ματιά προσπαθούμε να διαβάσουμε χαρακτήρες». Γ.Χατζ.

Ο Γιάννης Χατζηβασίλης έχει καταγωγή από έναν τόπο που γεννά καλλιτέχνες, από την Όλυμπο της Καρπάθου και δεν πρόκειται για μια τυχαία περίπτωση προικισμένου ζωγράφου, κουβαλά στην ψυχή του μια βαθιά κληρονομιά πολλών χρόνων.
Ο παππούς του, ο Νικολής ο Μορφινός με το όνομα, ήταν ένας σπουδαίος τεχνίτης - καλλιτέχνης του προπερασμένου αιώνα. Έφτιαχνε, σοβάτιζε και στη συνέχεια ζωγράφιζε τα ταβάνια και τους τοίχους, στα πλούσια καπετανόσπιτα της Κάσου.
Μέσα στο δημιουργικό οίστρο της εποχής και σε εκείνο το μοναδικό ανακάτεμα των διαφόρων υλικών και των τεχνών μεγάλωσε και διδάχτηκε ο πατέρας του, ο λαϊκός καλλιτέχνης της Δωδεκανήσου Βασίλης Χατζηβασίλης (1918-2005).

Εργολάβος οικοδομών, πρωτομάστορας, γλύπτης, ζωγράφος, ένας δημιουργός που δούλευε-πάντρευε τα υλικά του και έχτιζε κυριολεκτικά ζωντανούς Αγγέλους! Χαρακτηριστικές δημιουργίες του σπουδαίου δημιουργού είναι τα γλυπτά τσιμεντένια κάγκελα, που έχει αφήσει κληρονομιά στα σπίτια της Ολύμπου, σχεδίασε τον Αρίωνα, το Διγενή Ακρίτα και την αμαζόνα Μαξιμώ, μια λυγερόκορμη Γοργόνα, ζωντάνεψε ακόμη και τον Μεγαλέξανδρο παρέα με το Διογένη.
Αυτά τα πρότυπα ήταν ριζωμένα στο DNA κι έτρεχαν ολοζώντανα στο αίμα του Γιάννη, το χάρισμα του δεν χρειάζεται να το προβάλει, πέρα από την ζωγραφική έχει ασχοληθεί και με το δημιουργικό ντοκιμαντέρ και αφήνει τους θεατές να πλανηθούν στη δουλειά του, να μάθουν ιστορία και να γεμίσουν συναισθήματα.

«Ήρθαμε νέοι και γνωρίσαμε πολύ κόσμο στους δρόμους και τις πλατείες της Ρόδου, εδώ μάθαμε να δουλεύουμε ελεύθερα, δίχως κάποιον να μας πιέζει, υπάρχει μόνο ο πελάτης, αλλά και στη δουλειά έρχεσαι αντιμέτωπος με την τέχνη.
Δεν έμεινα στάσιμος, ταξίδεψα, άρπαξα το καβαλέτο και για τέσσερις χειμώνες έκανα την ίδια δουλειά στα Κανάρια νησιά. Έπιασα και την κάμερα, έτσι μπόρεσα να καταγράψω ιστορίες και ανθρώπους που χάνονται». Γ. Χζ.
«Είναι ευλογία να γεννηθείς, είναι μαγικό να είσαι ζωντανός άνθρωπος και να μπορείς να χαίρεσαι κάθε λεπτομέρεια της ζωής, χαρά ή λύπη.

Για όλους εμάς, τους υπαίθριους ζωγράφους, είναι μοναδική εκείνη η στιγμή που αποτυπώνεις τον άνθρωπο όταν εκείνος αποφασίσει με θάρρος να σταθεί απέναντι σου.» Γ. Χζ.
Οι υπαίθριοι ζωγράφοι της Ρόδου αντιστέκονται στη μαζικότητα της αυτοφωτογράφισης, στην αναπαραγωγή μα και τη στασιμότητα του στιγμιαίου, δημιουργούν γνήσια τέχνη στο δρόμο, για να φτιάξουν ένα τέτοιο έργο που θα ταξιδέψει και θα φτάσει στην άλλη άκρη του κόσμου, θέλει ταλέντο, χρειάζεται πείρα και μεράκι.

Το ψεύτικο κατεδαφίζεται στην πρώτη αχτίδα του ήλιου, στην πρώτη ανάσα του χρόνου! Εκείνοι ακόμη αντέχουν, όπως αντέχει η ίδια η Ρόδος, που δεν χρειάζεται συστάσεις για τη διαδρομή της στο χρόνο και εξακολουθεί να παραμένει αυτόφωτη.