Toυμπεκί ψιλοκομμένο και πράσινα άλογα: Φράσεις λαϊκής σοφίας  και η ερμηνεία τους

ΜΕΡΟΣ 1ο

Στον καθημερινό μας λόγο χρησιμοποιούμε διαχρονικές φράσεις λαϊκής σοφίας, την προέλευση των οποίων οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε.

Οι φράσεις αυτές κρύβουν μία μικρή ιστορία, με άγνωστους σε εμάς πρωταγωνιστές, η οποία αφενός έχει κάτι να μας διδάξει, και αφετέρου απεικονίζει γλαφυρά τον τρόπο ζωής και δράσης των ανθρώπων μίας άλλης εποχής.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων η λαϊκή αυτή σοφία, έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο, αποδεικνύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την συνέχεια του Ελληνισμού, εφόσον τις ίδιες φράσεις χρησιμοποιούμε και σήμερα.

Τουμπεκί: η λέξη τουμπεκί έχει τουρκική καταγωγή (τουρκ. toumbeki / ιταλ. tabacco), κυριολεκτικά σημαίνει «καπνός για το ναργιλέ». Το τουμπεκί ήταν η τέχνη των ταμπήδων (αυτοί που έφτιαχναν τον καφέ) στα καφενεία της παλιάς εποχής, οι οποίοι, αφού μούσκευαν τον καπνό, μετά τον έκοβαν σε ψιλά κομματάκια και τον χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά για το ναργιλέ. Όσο  πιο ψιλοκομμένο ήταν το τουμπεκί, τόσο καλύτερη θεωρούνταν η ποιότητά του.

Επειδή συχνά οι ταμπήδες έπιαναν την κουβέντα με τους θαμώνες των καφενείων και αργούσαν να δώσουν το ναργιλέ στον πελάτη, εκείνος φώναζε: «κάνε τουμπεκί», δηλαδή «ετοίμασε τον καπνό για το ναργιλέ και σταμάτα την κουβέντα». Σήμερα, όταν λέμε σε κάποιον «κάνε τουμπεκί» ή «κάνε τουμπεκί ψιλοκομμένο», του ζητάμε να μη μιλάει, επειδή αυτοί που κάπνιζαν το τουμπεκί στο ναργιλέ τους, περνούσαν ώρες καπνίζοντας  αμίλητοι.

Κουλουβάχατα: η λέξη προέρχεται από την ένωση δύο αραβικών λέξεων :Κουλούα-Χατά που σημαίνει όλα μαζεμένα σε ένα. Οι Έλληνες αγωνιστές του 1821 άκουγαν τις λέξεις αυτές από τους Άραβες του Ιμπραήμ και τις χρησιμοποιούσαν ειρωνικά. Ο πρώτος που φαίνεται να την χρησιμοποίησε στα νεοελληνικά ήταν ο Θεόδωρος ,εγγονός του Γέρου του Μοριά, βγάζοντας  το 1882 το πολιτικό του φυλλάδιο «Ἡ Κουλουβάχατα ἤ αἱ φύρδην μίγδην σημεριναί ἰδέαι» για να δείξει το κοινωνικό και πολιτικό χάος της Ελλάδας του 1850.

Κοπρίτης: η λέξη έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα όπου, όταν κάποιος φτωχός δεν είχε την δυνατότητα να αναθρέψει το παιδί του και προκειμένου αυτό να διασωθεί, αναγκαζόταν να το αφήσει σε ένα σωρό κοπριάς (που αυτοθερμαίνεται) προκειμένου να μην πεθάνει από το κρύο και περιμένοντας να βρεθεί κάποιος άτεκνος να το υιοθετήσει. Άρα η λέξη στην αρχαία  Eλλάδα σήμαινε «θετός γιος» και κάθε φορά που  έκανε αταξίες ο θετός του πατέρας τον αποκαλούσε κοπρίτη.

Πράσσειν άλογα: το «πράσσειν άλογα» δεν είναι τα πράσινα άλογα όπως πιστεύει πολύς κόσμος, αλλά αρχαία ελληνική έκφραση. Προέρχεται εκ του ενεργητικού απαρεμφάτου του ρήματος «πράττω» ή/και «πράσσω» (τα δύο τ, αντικαθίστανται στα αρχαία  από δύο σ), που είναι το «πράττειν» ή/και «πράσσειν» και του «άλογος» που είναι  το α(στερητικό)+ λόγος που σημαίνει λογική (σε μία από τις έννοιες του) . Άρα πράσσειν άλογα= το να κάνει κανείς όχι λογικά πράγματα.

Θα μυρίσω τα νύχια μου: η φράση προέρχεται από μία αρχαία τελετουργική συνήθεια, κατά την οποία οι ιέρειες των μαντείων βουτούσαν τα δάχτυλά τους σε ένα υγρό με βάση το δαφνέλαιο. Στην συνέχεια  εισέπνεαν τις αναθυμιάσεις του καθώς τα έφερναν  κοντά στη μύτη τους και με αυτόν τον τρόπο έπεφταν σ' ένα είδος ύπνωσης ,που μοιάζει με μέθη, στην διάρκεια της οποίας προμάντευαν τα μελλούμενα.

Μάλλιασε η γλώσσα μου: στη βυζαντινή εποχή υπήρχαν διάφορες τιμωρίες, ανάλογες βέβαια με το παράπτωμα που έκανε κάποιος. Όταν ένας έλεγε λόγια που δεν έπρεπε να ειπωθούν, τότε τον τιμωρούσαν με έναν τρομερό τρόπο. Του έδιναν ένα ειδικό χόρτο, που ήταν υποχρεωμένος με το μάσημα να το κάνει πολτό μέσα στο στόμα του. Το χόρτο όμως αυτό ήταν αγκαθωτό, στυφό και αρκετά σκληρό, τόσο που κατά το μάσημα στο στόμα του πρηζόταν και η γλώσσα άνοιγε, μάτωνε και γινόταν ίνες-ίνες, κλωστές-κλωστές δηλαδή όπως είναι τα μαλλιά. Από την απάνθρωπη τιμωρία βγήκε και η φράση  «μάλλιασε η γλώσσα μου» που την λέμε μέχρι σήμερα, όταν προσπαθούμε με τα λόγια μας να πείσουμε κάποιον για κάτι και του το λέμε πολλές φορές.

Ιμάμ Μπαϊλντί: bayildi είναι ο αόριστος του ρήματος bayilmak που στα τουρκικά σημαίνει λιποθυμώ. Κυριολεκτικά σημαίνει "ο ιμάμης λιποθύμησε". Η ονομασία του φαγητού προέρχεται από τον θρύλο ότι μόλις κάποιος ιμάμης το γεύτηκε, λιποθύμησε («μπαΐλντισε») από ικανοποίηση.

Καβάλησε το καλάμι: η προέλευση της φράσης πιθανολογείται από την αρχαία Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα τη Σπάρτη. Οι Σπαρτιάτες το έλεγαν για να πειράξουν τον Αγησίλαο. Ο Αγησίλαος αγαπούσε πολύ τα παιδιά του και όταν ήταν μικρά έπαιζε μαζί τους, καβαλώντας σαν σε άλογο ένα καλάμι. Κάποια μέρα όμως τον είδε ένας φίλος του σε αυτή την στάση και ο Αγησίλαος τον παρακάλεσε να μην πει τίποτα σε κανέναν. Αλλά εκείνος δεν κράτησε τον λόγο του και το είπε σε άλλους, για να διαδοθεί σιγά – σιγά σε όλους και να φθάσει στις μέρες μας, με αλλαγμένη την ερμηνεία του. Το χρησιμοποιούμε σήμερα όταν θέλουμε να πούμε για κάποιον ότι έχουν πάρει τα μυαλά του αέρα.

Ζωή και κότα: λέγεται για κάποιον, ο οποίος περνά ανέμελα και ευχάριστα την ζωή του, επειδή παλαιότερα το να τρώει κάποιος κότα θεωρούνταν σπάνιο δείγμα καλοπέρασης.

Tα κάνω λίμπα: η λίμπα είναι δεξαμενή ή λάκκος στον οποίο καταλήγει υγρό (π.χ. λάδι σε ελαιοτριβείο).Προέρχεται από την  ιταλική λέξη  limba (=λεκάνη, κοιλότητα εδάφους), που ετυμολογείται από το μεταγενέστερο λατινικό ουσιαστικό  lembus (μικρό, γρήγορο ιστιοφόρο), το οποίο αποτελεί μεταγραφή στη λατινική της ελληνικής λέμβου (= μικρό και ελαφρύ σκάφος).
Η γνωστή νεοελληνική φράση «τα κάνω λίμπα» από την αρχική σημασία «γεμίζω με λάδια» κατέληξε να σημαίνει «λερώνω, προκαλώ αναστάτωση».

Έβγαλα την μπέμπελη: Η έκφραση που σημαίνει «έσκασα από την ζέστη», πηγάζει από μια παλιά ιατρική αντιμετώπιση τη  ιλαράς (μπέμπελη), σύμφωνα με την οποία ο άρρωστος ντυνόταν πολύ βαριά, ώστε να ιδρώσει και μαζί με τον ιδρώτα να «βγάλει» ή να «διώξει» την αρρώστια.

Της Παναγιάς τα μάτια: Αναφέρεται κυρίως σε μεγάλες ποσότητες αντικειμένων . Οι ιερόσυλοι συνήθιζαν να κλέβουν τα χρυσά μάτια των εικόνων ή, κατά τα προχριστιανικά χρόνια, τα μάτια των αγαλμάτων τα οποία ήταν από πολύτιμους λίθους.

Κάνει την πάπια: στη βυζαντινή εποχή, αυτός που κρατούσε τα κλειδιά του παλατιού -ο κλειδοκράτορας δηλαδή- ονομαζόταν Παπίας. Είχε το δικαίωμα να παρακάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον αυτοκράτορα και να διασκεδάζει στα συμπόσιά του. Όταν αυτοκράτορας ήταν ο Βασίλειος Β', Παπίας του παλατιού έγινε ο Ιωάννης Χανδρινός, άνθρωπος ύπουλος και ψεύτης. Από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα, άρχισε να διαβάλει τους πάντες ακόμη και τον αδελφό του Συμεώνα. Όταν κάνεις του παραπονιόταν πως τον αδίκησε, ο Χανδρινός προσποιούνταν τον έκπληκτο και τα μάτια του βούρκωναν υποκριτικά. «Είσαι ο καλύτερος μου φίλος» του έλεγε. «Πώς θα  μπορούσα να πω κάτι εναντίον σου;». Γι' αυτό, από τότε, όταν κάνεις πιανόταν να λέει ψέματα ή να προσποιείται τον ανήξερο, οι φίλοι του  έλεγαν ειρωνικά : «Ποιείς τον παπίαν». Φράση που έμεινε ως τα χρόνια μας με την αλλαγή του Παπία σε πάπια.

Βάρεσε κανόνι: έκφραση η οποία σημαίνει χρεωκοπία ή άρνηση πληρωμής χρεών και ξεκινάει από τα χρόνια της τουρκοκρατίας, όπου η πτώχευση ενός εμπόρου αναγγέλλονταν με μια κανονιά.

Το μάτι του γαρίδα: αφορά κάποιον που άρχισε να παρατηρεί πολύ έντονα, εστιασμένα και προσεκτικά κάτι. Η πλήρης και σωστή φράση  θα ήταν "έγινε το μάτι του σαν το μάτι της γαρίδας" δηλαδή γούρλωσε. Η γαρίδα χαρακτηρίζεται για την διεσταλμένη κόρη του ματιού της και την εξαιρετικά καλή όραση της.

Έφαγε τα λυσσακά του: το λέμε για κάποιον που κατέβαλε μανιώδεις, παθιασμένες προσπάθειες για να πετύχει κάτι. Η έκφραση ξεκίνησε από το άλογο, το οποίο προσπαθεί απεγνωσμένα να απαλλαγεί από το χαλινάρι μασώντας το. Στην προσπάθειά αυτή βγάζει αφρούς, τα λυσσακά ,τα οποία ονομάστηκαν έτσι επειδή μοιάζουν με τους αφρούς που βγάζει ο λυσσασμένος σκύλος.

Κροκοδείλια δάκρυα: ο κροκόδειλος όταν θέλει να ξεγελάσει το θύμα του, κρύβεται πίσω από ένα  βράχο ή δέντρο κι αρχίζει να βγάζει  παράξενους ήχους, που μοιάζουν καταπληκτικά με κλάμα μωρού παιδιού. Συγχρόνως -ίσως από την προσπάθεια που βάζει για να  κλάψει- τρέχουν από τα μάτια του άφθονα και χοντρά δάκρυα. Έτσι, αυτοί που τον ακούν, νομίζουν ότι πρόκειται για  παιδάκι που χάθηκε και τρέχουν να το βοηθήσουν. Ο κροκόδειλος επιτίθεται τότε, ξαφνικά και αρπάζει το θύμα του. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν γνώριζαν τους κροκόδειλους.

Οι μόνες φήμες γι’ αυτά τα ερπετά προέρχονταν από τους Φοίνικες εμπόρους, οι οποίοι, όταν έφταναν στα λιμάνια της αρχαίας Ελλάδας, διηγούνταν για εξωτικά πουλιά και ερπετά της χώρας τους και προκαλούσαν κατάπληξη αλλά και τρόμο. Οι διηγήσεις για τους κροκόδειλους μάλλον τους έκαναν την πιο μεγάλη εντύπωση, γι’ αυτό ο αρχαίος φιλόσοφος και ποιητής του 6ου π. Χ. αιώνα και δάσκαλος του Πυθαγόρα, ο Φερεκύδης από τη Σύρο, έγραψε κάποτε το επίγραμμα: «Εάν η γη ήθελε να συλλάβει εκ των δακρύων της γυναικός, εκάστη ρανίς των θα εγέννα κροκόδειλον». Έτσι έγιναν γνωστά τα δάκρυα του κροκοδείλου στην αρχαία Ελλάδα και η φράση από τότε ταξιδεύει σε μας μέχρι σήμερα χαρακτηρίζοντας τον άνθρωπο που «ψευτοκλαίει» για να πετύχει το σκοπό του.

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
Φιλόλογος